Sivert Hoyem @ Θέατρο Λυκαβηττού, 19/09/26
Η καταιγίδα Sivert: επικίνδυνο μουσικό φαινόμενο πάνω από τον Λυκαβηττό
Μια ηλεκτρική καταιγίδα έπληξε τον λόφο του Λυκαβηττού το Σαββατόβραδο που μας πέρασε. Και η καταιγίδα αυτή είχε έρθει από τον μακρινό - αλλά και τόσο κοντινό στην καρδιά του αθηναϊκού κοινού- Βορρά. Το μουσικό αυτό φαινόμενο ακούει στο όνομα Sivert Høyem και, παρότι τέτοια φαινόμενα εμφανίζονται σπάνια, έχουμε την τύχη να μας επισκέπτεται συχνά τις τελευταίες δύο δεκαετίες.
Υπάρχουν καλλιτέχνες που επιστρέφουν συχνά στην Αθήνα και υπάρχουν εκείνοι που πλέον μοιάζουν σχεδόν να επιστρέφουν σπίτι. Για τον Sivert ισχύει το δεύτερο.

Στο sold-out Θέατρο Λυκαβηττού, το βράδυ του Σαββάτου, αυτή η σχέση ήταν εμφανής από τα πρώτα λεπτά. Όχι με τον θόρυβο μιας μεγάλης επανένωσης ούτε με τη νοσταλγία ενός κοινού που περιμένει αποκλειστικά τα τραγούδια των Madrugada. Αντίθετα, το ηλικιακά μεικτό κοινό έδειχνε εξίσου -και συχνά περισσότερο- εξοικειωμένο με την προσωπική διαδρομή του Høyem.
Ίσως αυτό να είναι και ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που ο Νορβηγός έχει καταφέρει όλα αυτά τα χρόνια: έχουμε ξεχάσει να χωρίζουμε το setlist σε «Madrugada» και «solo». Τα τραγούδια πλέον συνυπάρχουν σαν ένα ενιαίο σώμα που μοιάζει με καταιγίδα κάτω από την οποία θέλουμε να βρεθούμε. Και αυτό δεν χαρίστηκε στον Høyem. Το κέρδισε με κόπο, συνέπεια και μακρά σειρά εξαιρετικών εμφανίσεων που έχτισαν σταδιακά τη μοναδική του σχέση με το ελληνικό κοινό.
Πριν αρχίσει η συναυλία, η αναμονή ήταν ήρεμη. Με το πρώτο όμως τραγούδι, το "Blown Away", δημιουργήθηκε μια παράξενη αντίστιξη: στις εξέδρες άρχισαν φωνές και διαμαρτυρίες από θεατές των οποίων η ορατότητα είχε περιοριστεί από κόσμο που καθόταν στις σκάλες. Για τα πρώτα τρία-τέσσερα κομμάτια, οι εντάσεις ακούγονταν στα κενά ανάμεσα στα τραγούδια.
Στη σκηνή, αντίθετα, όλα έδειχναν ήρεμα και συγκροτημένα.
Το σκηνικό ήταν αφαιρετικό και γεωμετρικό, αλλά έντονα θεατρικό και θύμιζε ορεινούς όγκους να ξεπροβάλλουν ξαφνικά μέσα στη νύχτα, καθώς πέφτει πάνω τους το φως των προβολέων ενός αυτοκινήτου που τρέχει προς άγνωστη κατεύθυνση. Με τη βοήθεια του φωτισμού άλλαζε σχεδόν ολοκληρωτικά χαρακτήρα από τραγούδι σε τραγούδι, λειτουργώντας όχι σαν απλό background αλλά σαν μέρος της δραματουργίας της συναυλίας.

Ο ίδιος ο Høyem εμφανίστηκε όπως συνήθως: φυσικά επιβλητικός, χωρίς να γίνεται ποτέ βαρύς ή σοβαροφανής. Βγήκε στη σκηνή με βήμα γεμάτο ενέργεια και εκείνη τη χαρακτηριστική ανυπομονησία ανθρώπου που δείχνει ειλικρινά χαρούμενος που βρίσκεται ξανά ανάμεσα σε φίλους.
Ο ήχος ήταν από την αρχή καθαρός και ισορροπημένος. Η φωνή, ενώ στα πρώτα τέσσερα-πέντε τραγούδια βρισκόταν υπερβολικά μπροστά στη μίξη και στις δυνατές κορυφώσεις έμοιαζε να «μπουκώνει» στιγμιαία τα ηχεία, έγινε γρήγορα το κέντρο αναφοράς της βραδιάς. Φωνητικά, ο Høyem είναι σε εξαιρετική κατάσταση.
Η μπάντα ήταν σφιχτή, αλλά όχι αποστειρωμένη. Όσο προχωρούσε η συναυλία, άφηνε όλο και περισσότερο χώρο σε μικρές ροκ παρεκκλίσεις και αυθόρμητες εξάρσεις. Ο Cato Salsa, ειδικά, έμοιαζε ασταμάτητος: έπαιζε με εμφανή απόλαυση, σόλαρε σχεδόν ακατάπαυστα, ακόμα και σε σημεία και τραγούδια που δεν είχαν σόλο, λειτουργώντας τελικά σαν μία από τις βασικές κινητήριες δυνάμεις της βραδιάς.
Πριν από αυτό, όμως, ήρθαν δύο από τις πιο εσωτερικές στιγμές του πρώτου μέρους.
Στο "Prisoner Of The Road", ο Høyem έμεινε αρχικά μόνος με την κιθάρα και στη συνέχεια μπήκε το πιάνο του Christer Knutsen. Η εικόνα που δημιουργούσε η εκτέλεση ήταν σχεδόν κινηματογραφική: σαν ένας μοναχικός διαβάτης που ολοένα απομακρύνεται στον ορίζοντα ενώ βραδιάζει.
Λίγο αργότερα, προλογίζοντας το λατρεμένο "Honey Bee", μίλησε για τον Leonard Cohen, ένα από τα μεγάλα του είδωλα, και για την ιδιαίτερη σχέση που είχε και εκείνος με την Ελλάδα. Εξήγησε ότι με το τραγούδι αυτό έψαχνε έναν τρόπο να μπορέσει ο ίδιος να πλησιάσει όσο περισσότερο μπορούσε τον Cohen. Η υποβλητική εκτέλεση που ακολούθησε δικαίωσε πλήρως την εισαγωγή του - κυρίως χάρη στο πιάνο.
Και μετά ήρθε το "Now You See Me / Now You Don't".
Εκεί η συναυλία άλλαξε επίπεδο.

Το τραγούδι ούτως ή άλλως είναι φτιαγμένο για τη σκηνή, αλλά ηχώντας στον Λυκαβηττό απέκτησε σχεδόν τρομακτικό βάθος. Το τέμπο του κάθεται ιδανικά στη βαθιά χροιά της φωνής του Høyem, η μπάντα κατάφερε να χτίσει ένταση χωρίς καμία βιασύνη και ο φωτισμός μετέτρεψε τα γεωμετρικά βουνά του φόντου σε κάτι πολύ σκοτεινότερο. Όλα λειτούργησαν μαζί άψογα.
Ήταν η πρώτη πραγματική απογείωση της βραδιάς και, τελικά, η μουσικά αρτιότερη εκτέλεσή της.
Στο "The Kids Are On High Street" η σχέση με το κοινό πήρε εντελώς διαφορετική μορφή. Ο Høyem κατέβηκε από τη σκηνή όπως το συνηθίζει και έγινε ένα με τον κόσμο. Η αντίδραση δεν θύμιζε τόσο υστερία απέναντι σε έναν rock star όσο ανθρώπους που αγκαλιάζουν έναν καλό φίλο που είχαν να δουν καιρό. Και ίσως αυτή να είναι η ακριβέστερη εικόνα για τη σχέση που έχει χτίσει με το αθηναϊκό κοινό: οικεία, τρυφερή και σχεδόν οικογενειακή.
Ακολούθησε το "Look Away Lucifer", ένα από τα αγαπημένα του. Εκεί συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Απόλυτη ησυχία. Από το κοινό και από την μπάντα. Η φωνή του Høyem έμοιαζε με ψαλμωδία και το τραγούδι πήρε τη μορφή μιας σκοτεινής, σιγανής προσευχής.
Το εμβληματικό "Majesty" δεν χρειάστηκε καμία ιδιαίτερη μεταχείριση για να προκαλέσει αντίδραση. Πριν παιχτεί, ο Høyem διηγήθηκε ότι το τραγούδι πρέπει σχεδόν να το έγραψε στον ύπνο του: θυμάται απλώς να ξυπνά και να το γράφει μονοκοπανιά, αστειευόμενος ότι είναι τόσο απλό, που η μπάντα δεν καταδέχεται να το παίξει γι’αυτό και λείπει από τη σκηνή. Μόλις ακούστηκαν όμως οι πρώτες νότες, η διήγηση έγινε περιττή. Ο κόσμος αναγνώρισε αμέσως ένα all-time classic.
Στις ευχάριστες εκπλήξεις του set βρέθηκε και το "January 3rd", μια λιγότερο αναμενόμενη επιστροφή από το παλιότερο solo υλικό του.
Όσο πλησίαζε το τέλος, γινόταν σαφές ότι η σειρά των τραγουδιών μόνο τυχαία δεν ήταν. Η συναυλία ήταν χτισμένη για να πηγαίνει μόνο προς τα πάνω.
Και πράγματι πήγε.

Στο encore η ταχύτητα συνέχισε να αυξάνεται. Η μπάντα έδειχνε πλέον να έχει παρασυρθεί από την ίδια της την ορμή. Στο "Lioness", ένα ακόμη ξαφνικό solo του Cato μπήκε τόσο αυθόρμητα ώστε σχεδόν εμπόδισε το δεύτερο κουπλέ — μια μικρή έκπληξη που αντί να χαλάσει τη στιγμή, επιβεβαίωσε ότι βλέπαμε μια μπάντα που εκείνη την ώρα πραγματικά απολάμβανε αυτό που συνέβαινε.
Το "My Thieving Heart" ήταν ίσως το μοναδικό σημείο του encore που δεν λειτούργησε το ίδιο καλά. Όχι επειδή παίχτηκε άσχημα. Το αντίθετο. Αλλά επειδή το συγκεκριμένο είναι χτισμένο πάνω στη δυναμική ενός πραγματικού ντουέτου. Με τον Christer να αναλαμβάνει τα γυναικεία μέρη, η εκτέλεση ήταν λειτουργική, χωρίς όμως να διαθέτει την τρομερή δραματουργική ένταση αυτού του ερωτικού τραγουδιού.
Από εκεί και πέρα, η συναυλία συνέχισε να επιταχύνει μέχρι λίγο πριν από το τέλος.
Και τότε σταμάτησε.
Αντί αποχαιρετισμού, ο Høyem μίλησε στο κοινό για τους παράξενους καιρούς που ζούμε. Θυμήθηκε πως, όταν έπεσε το Τείχος, πίστευε ότι ο κόσμος έμπαινε σε μια Χρυσή Εποχή· όμως, όπως είπε χαμογελώντας πικρά, «από τον θάνατο του Bowie και μετά» τα πράγματα άρχισαν να γίνονται όλο και πιο περίεργα. «Πρέπει να κάνουμε κάτι. Κάποιος πρέπει να κάνει κάτι.»
Παραδέχτηκε πως είναι στη φύση του να απελπίζεται, να μελαγχολεί και να βυθίζεται στο σκοτάδι, αλλά όταν βλέπει πώς αντιδρούν οι άνθρωποι στη μουσική, ξαναβρίσκει την ελπίδα.
Και μετά, ξεκίνησε να παίζει το "Hollow".
Έπειτα από σχεδόν δύο ώρες συνεχούς κλιμάκωσης, το τελευταίο τραγούδι δεν επιχείρησε να πάει ψηλότερα. Στράφηκε προς τα μέσα.

Χωρίς καμία προτροπή από τη σκηνή, άρχισαν να ανάβουν οι φακοί των κινητών στις εξέδρες του Λυκαβηττού. Όχι σε κάποιο τεράστιο hit, όχι σε ένα τραγούδι που «απαιτεί» αντίδραση με τον ήχο ή με τη μνήμη, αλλά αυθόρμητα, στο τόσο πρόσφατο και τόσο προσωπικό "Hollow".
Ο Høyem δεν είπε τίποτα άλλο. Απλώς κοίταζε το κοινό και φαινόταν να απολαμβάνει τη στιγμή, εμφανώς συγκινημένος. Ίσως τελικά αυτή να ήταν και η επιβεβαίωση όσων είχε πει λίγα λεπτά νωρίτερα, για την ελπίδα.
Δέκα λεπτά πριν τις έντεκα, το encore τελείωσε μέσα σε ένα παρατεταμένο χειροκρότημα. Ο Sivert Høyem έμεινε στη σκηνή για έναν μακρύ χαιρετισμό και έκλεισε τη βραδιά γονατίζοντας μπροστά στο κοινό.
Μπροστά σε ένα κοινό που, εδώ και χρόνια, έχει μάθει να τον ακολουθεί για να βρέχεται στις μπόρες του και να περιμένει μαζί του να δει το ουράνιο τόξο.
Ή, τουλάχιστον, τους προβολείς να χορεύουν…
Φωτογραφίες: Γιώργος Κρίκος
Blown Away
Dancing Headlights
Two Green Feathers
January 3rd
Going For Gold
Into The Sea
Honey Bee (Madrugada)
Prisoner Of The Road
Now You See Me / Now You Don't
The Boss Bossa Nova
The Kids Are On High Street (Madrugada)
Look Away Lucifer (Madrugada)
Majesty (Madrugada)
Give It A Whirl
Encore:
Lioness
Black & Gold
My Thieving Heart
Nobody Loves You Like I Do (Madrugada)
Sleep Walking Man
Moon Landing
Hollow
