Deep Purple, Jayler @ Telekom Center Athens, 13/10/26
Συγκινητικά τίμιοι έως εξαιρετικοί, οι Βρετανοί classic rock θρύλοι παρέδωσαν μια εμφάνιση άξια της κληρονομιάς τους
Η πολυαναμενόμενη επιστροφή των Deep Purple στη χώρα μας αποτελεί μια συναυλία με τη δική της σημειολογία, αναλογιζόμενοι και το προχωρημένο της ηλικίας των περισσοτέρων μελών της θρυλικής classic rock μπάντας. Το 2023 και η προηγούμενη εν Ελλάδι εμφάνιση τους μοιάζουν ήδη αρκετά μακρινά και η προοπτική για μια μελλοντική επίσκεψη τους είναι αρκετά αμφισβητήσιμη, αν και προφανώς όχι εντελώς ουτοπική. Πριν αναλογιστούμε το μέλλον, ωστόσο, βιώσαμε στο παρόν μια συγκινητική εμφάνιση από ένα από τα σπουδαιότερα συναυλιακά acts που έχουν περπατήσει σε αυτόν τον πλανήτη, σε ένα χορταστικό set άνω της μιάμισης ώρας και με απόλυτο σεβασμό και βάρος και στα ύστερα χρόνια της πορείας του.

Πριν φτάσουμε, όμως, στα καθέκαστα της εμφάνισης των Deep Purple, οι Jayler θα είχαν τη σκηνή δική τους για να μας αποδείξουν τί ψάρια πιάνει και η νέα γενιά βρετανικών σχημάτων σε αυτό το παλιακό, το ‘70s hard rock ύφος. Με προφανείς επιρροές όλες τις αναμενόμενες μπάντες αυτής της συνομοταξίας, με τους Free, τους Bad Company και, προφανώς, τους Led Zeppelin να ξεχωρίζουν λίγο παραπάνω, οι νεαροί Βρετανοί από τα West Midlands κυκλοφόρησαν φέτος το ντεμπούτο τους, το οποίο αγκαλιάστηκε από τα charts της πατρίδας τους.

Αν και η ιστορία έχει δείξει πως σε αυτήν την αρμάδα Led κλώνων πρέπει να κρατάμε μικρό καλάθι για μακροημέρευση και πραγματική εδραίωση, το νεαρό κουαρτέτο κέρδισε τις εντυπώσεις συναυλιακά. Γεμάτοι ενέργεια, πάθος και νεανική άγνοια κινδύνου, προσπάθησαν το δυνατόν να δώσουν και το δικό τους στίγμα στη βραδιά, με τραγούδια που έχουν το πλεονέκτημα να αναδεικνύουν περισσότερο τις δυναμικές τους σε μια ζωντανή εμφάνιση. Το αν τα κατάφεραν, το αποδεικνύει περίτρανα το χειροκρότημα του κοινού στο τέλος, ενός κοινού που μόνο εξοικειωμένο δεν το έλεγες με τα τραγούδια του “Voices Unheard” – παρά μόνο με το mini Black Sabbath πέρασμα (βλ. “War Pigs”) του καταληκτικού “The Rinsk”.
Down Below
The Getaway
No Woman
Alectrona
Riverboat Queen
Need Your Love
Over Τhe Mountain
The Rinsk
Ό,τι και να λέμε, πάντως, η βραδιά άνηκε δικαιωματικά στους Deep Purple, οι οποίοι, αναντίρρητα, αποτελούν μια από αυτές τις μπάντες που θεωρούνται κλασικότερες των κλασικών. Με μια τεράστια ιστορία πίσω τους και δίσκους που καθόρισαν και διαμόρφωσαν το σκληρό ήχο, οι Βρετανοί, με οποιαδήποτε σύνθεση και υπό τους ήχους οποιουδήποτε setlist κι αν επιλέξουν, στέκουν από συγκινητικά τίμιοι έως εξαιρετικοί ακόμη και σε αυτά τους τα πολύ ύστερα χρόνια, τίποτα λιγότερο.

Με εκκίνηση το αειθαλές “Highway Star” και ήδη τις jam διαθέσεις να δίνουν και να παίρνουν, η επόμενη μιάμιση ώρα θα ήταν μοιρασμένη σε κλασικούς ύμνους του σπουδαίου Purple παρελθόντος και σε άσματα από πολύ καλό, πρόσφατο “Splat!” και το αμέσως προηγούμενο “=1”. Μια επιλογή που δίχασε, αφού το προ τριετιας set της μπάντας απαρτιζόταν από περισσότερα τραγούδια του ιστορικού τους back catalogue, κομμάτια που το κοινό πάντοτε θέλει να ακούσει ζωντανά, μα δείχνει πως η μπάντα λειτουργεί βρισκόμενη συνειδητά και στο παρόν της, υποστηρίζοντας εμπράκτως τη νέα της κυκλοφορία κατά το δοκούν.

Η διαφορά ανάμεσα σε ένα “Diablo” κι ένα “Perfect Strangers” είναι χαώδης, ακόμη και ανάμεσα σε άσματα όπως το “Arrogant Boy” και το “Sometimes I Feel Like Screaming”, κι αυτό φάνηκε και στις αντιδράσεις του κόσμου. Αυτό, όμως, δεν λέγεται με καμία διάθεση κριτικής, αφού το συναίσθημα και το θυμικό δύσκολα συναγωνίζονται από τη φρεσκάδα του οριακά άγνωστου. Οι Purple, σε κάθε περίπτωση, απέδωσαν και στις εκάστοτε περιπτώσεις το ίδιο πειστικά, τουλάχιστον σε καθαρά μουσικό επίπεδο, με τον Simon McBride να αποδεικνύεται, για άλλη μια φορά, ως ιδανική προσθήκη για αυτό το back to basics ύφος που θέλει το σχήμα να προσεγγίζει ξανά τον ‘70s ήχο του.

Η όποια ένσταση θα μπορούσε να υπάρξει, έκλινε προς τον αγαπημένο Ian Gillan, κυρίως λόγω των όσων δυσθεώρητων μας χάρισε τα πολλά προηγούμενα χρόνια σε επίπεδο ερμηνειών. Ο πανδαμάτορας χρόνος, όμως, δεν κάνει εξαιρέσεις σε κανέναν, αν και στην περίπτωση του τεράστιου ερμηνευτή αυτό το γνωρίζουμε χρόνια τώρα. Με βάση τα αναμενόμενα και αναλογιζόμενοι ότι μιλάμε για έναν άνθρωπο στην ένατη δεκαετία της ζωής του, ο Gillan υπήρξε αγέρωχος, βασιζόμενος στην τεράστια εμπειρία του, στην γοητευτική του αύρα και στην γνώριμη χροιά του, αποδίδοντας έτσι όπως θα όφειλε, έστω και με μικρές παραδοχές.

Επικοινωνιακότατος όπως πάντα, είχε το set στημένο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ώστε στην τελική ευθεία της βραδιάς, να έχει τις αντοχές και την πυγμή να ερμηνεύσει το σερί σπουδαίων τραγουδιών όπως θα του άρμοζε. Ένα set που βασιζόταν στην απόλυτη δεξιοτεχνία των υπολοίπων παικταράδων μουσικών, καθώς τόσο ο «κρουστός» Ian Paice όσο και ο ογκόλιθος Roger Glover υπήρξαν αξιοπρόσεκτοι, αλλά ιδιαίτερη μνεία να αξίζει στον μαέστρο Don Airey, αυτόν τον βιρτουόζο των πλήκτρων, στον οποίο βασίζεται ένα τεράστιο μέρος της σύγχρονης ύπαρξης των Deep Purple.

Το διαπιστώσαμε, άλλωστε, και σε αυτήν την εμφάνιση τους, με τη ροή τραγουδιών να διακόπτεται τόσο για ένα κιθαριστικό βιρτουοζιτέ του McBride, όσο και για δύο keyboard solos του Airey, στο medley των οποίων έκαναν την εμφάνιση τους θέματα από το “Mr Crowley” έως και το “Ζορμπά” και τα “Παιδιά του Πειραιά”, με τις αναμενόμενες αντιδράσεις από το κοινό. Τρομερός μουσικός, με το δικό του ειδικό βάρος να είναι τέτοιο που δεν χρειάζονται συγκρίσεις με τον αξέχαστο Jon Lord για να του αποδοθούν τα οποιαδήποτε εύσημα.

Η αγαπημένη, jamming φύση της μπάντας δεν άργησε να δώσει τα δικά της όμορφα παιχνιδίσματα μεταξύ πλήκτρων και κιθάρας, ενώ ευφάνταστη προσθήκη υπήρξε ο… σερβιτόρος που προσέφερε ένα ποτήρι κρασί στον Airey, κατά τη διάρκεια του πρώτου του πρωταγωνιστικού solo μέρους. Γενικά, οι στιγμές ήταν πολλές και ξεχωριστές, με τους Glover και McBride να πλαισιώνουν τον Gillan στο “Sometimes I Feel Like Screaming”, το Guinnesis” να μπαίνει σαν instrumental σφήνα πριν το ανατατικό “Hush” και το “Black Night” να προσφέρει, επιτέλους, ευκαιρία για sing along από τον κόσμο, σε ένα ιδανικό κλείσιμο μιας χορταστικής εμφάνισης.

Με ήχο σεμιναριακό και visual show που εκμεταλλεύτηκε πλήρως την παρουσία των οθονών ώστε να παρουσιάζει μια ευρύτερη οπτική των όσων συνέβαιναν επί σκηνής – ή να τα συνεπικουρεί με απόλυτα υποστηρικτικό τρόπο, οι Deep Purple παρέδωσαν μια κορυφαία εμφάνιση, άξια της κληρονομιάς τους. Σε τέτοια μεγέθη, άλλωστε, αξίζει ο απόλυτος σεβασμός όχι μόνο για τα όσα έχουν προσφέρει ιστορικά, αλλά για το γεγονός ότι ακόμη και στο παρόν, μοχθούν για να αποδώσουν το καλύτερο δυνατόν για το κοινό τους. Κι αν αυτή ήταν η τελευταία φορά που στάθηκαν ενώπιον του ελληνικού κοινού, ίσως να μην υπάρχει πιο ταιριαστός τρόπος να κλείσει αυτό το κεφάλαιο από εκείνον που μόνο η μουσική γνωρίζει: χωρίς υποσχέσεις για το αύριο, χωρίς βεβαιότητες, μονάχα με τις αναμνήσεις μιας ζωής κι έναν αποχαιρετισμό που ελπίζουμε να πάρει παράταση για λίγο αργότερα.
Φωτογραφίες: Γιώργος Κρίκος
Highway Star
A Bit on the Side
Into the Fire
Guitar Solo
Arrogant Boy
Diablo
Keyboard Solo
Lazy
Sometimes I Feel Like Screaming
Sacred Land
Lazy Sod
Keyboard Solo
Perfect Strangers
Space Truckin'
Smoke on the Water
Guinnesis
Hush
Black Night
