Arabs In Aspic

Sorgens Kapittel

Karisma Records (2026)
Από τον Θωμά Σαρακίντση, 05/11/2026
Το πένθος δεν αστειεύεται, οι Νορβηγοί όμως...
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Οι εκ Trondheim ορμώμενοι Arabs in Aspic, με αφετηρία το 1997, αποτελούν μία από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις αναβίωσης του παλιακού heavy prog, έχοντας οικοδομήσει μέσα από την πολυετή διαδρομή τους μια ταυτότητα που συνομιλεί ευθέως με την 70s παρακαταθήκη. Με τις καταβολές τους να εκτείνονται από το βαρύ, οργανοκεντρικό hard rock των Deep Purple και των Uriah Heep έως τους Black Sabbath, τις mellotron-ικές απολήξεις των αρχαίων King Crimson και του ερεβώδους εκλεκτικού progressive των Van der Graaf Generator, οι Νορβηγοί συναρθρώνουν επιβλητικά hammond, heavy κιθάρες, δωδεκάχορδες ακουστικές, funky μπασογραμμές και πολυεπίπεδες φωνητικές αρμονίες, πλάθοντας ένα κράμα retro-prog, heavy rock και hard rock. Από τις πρώιμες Purple/Sabbath αναζητήσεις τους έως την ωριμότερη vintage prog έκφρασή τους, οι Νορβηγοί ισορροπούν ανάμεσα στη μουσική στιβαρότητα, τις σύνθετες δομές και τις παιγνιώδεις διαθέσεις, αποφεύγοντας να μετατρέψουν την αγάπη τους για το παρελθόν σε ανούσια μουσειακή αναπαράσταση. Παράλληλα, η επιλογή τους να καταφεύγουν στη μητρική τους γλώσσα, όπως συμβαίνει και στο υπό παρουσίαση άλμπουμ, προσδίδει στις συνθέσεις τους ένα πρόσημο εντοπιότητας ενισχύοντας τον δεσμό ανάμεσα στην 70s προσήλωσή τους και την πολιτισμική τους ταυτότητα.

Επί του "Sorgens kapittel", οι Arabs in Aspic καταπιάνονται με τις αντιφάσεις του σύγχρονου βίου, επιστρατεύοντας το μαύρο χιούμορ, τον σαρκασμό και μία, θα λέγαμε, γκροτέσκα θεατρικότητα. Η θεματολογία κινείται ανάμεσα στην κοινωνική σάτιρα, τις ανθρώπινες ιδιοτροπίες και την αποδόμηση της επιτηδευμένης σκοτεινότητας, με τις αναφορές στο σατανισμό, στα αποκρυφιστικά σύμβολα και στις αλλόκοτες συμπεριφορές να αντιμετωπίζονται με εμφανή ειρωνική διάθεση. Το σχήμα μοιάζει να απολαμβάνει την αποδόμηση της ανθρώπινης ματαιοδοξίας και του παραλογισμού, επιστρατεύοντας την υπερβολή και το παράδοξο, χωρίς να στερούν από τις συνθέσεις τους τη σοβαρότητα. Η σκωπτική αυτή προσέγγιση, άλλωστε, αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στιχουργικής συνέχειας, την οποία μπορεί κανείς να ανιχνεύσει και σε δύο από τις προηγούμενες κυκλοφορίες τους, το "Syndenes Magi" (διόλου τυχαία η Syndenes Magi Del II σύνθεση, ένα από τα highlights του δίσκου, όπου διασταυρώνεται το σκοτεινό feeling, η ψυχεδέλεια και το κλασικό heavy/hard hammond rock) και το "Madness And Magic". Αν στο πρώτο η θεματική περιστρέφεται περισσότερο γύρω από το άγχος του αστικού τρόπου του βίου, την εσωτερική αστάθεια και την ανθρώπινη ανασφάλεια, ενώ στο δεύτερο επεκτείνεται στην τεχνολογική εξάρτηση και στις επιδράσεις της σύγχρονης κοινωνίας, στο καινούργιο τους έργο η ίδια διάθεση παρατήρησης των ανθρώπινων αδυναμιών αποκτά εντονότερα σατιρικά χαρακτηριστικά. Διαφορετικές θεματικές αφετηρίες, λοιπόν, αλλά ένας κοινός συνδετικός κρίκος: η διαρκής ενασχόληση με τις αντιφάσεις των ανθρώπινων καταστάσεων, άλλοτε μέσα από υπαρξιακές αναζητήσεις και άλλοτε με όχημα την ειρωνεία και το μαύρο χιούμορ. Πίσω, ωστόσο, από την παιγνιώδη και ενίοτε σαρκαστική επιφάνειά του υποβόσκει μια βαθύτερη μελαγχολία, άρρηκτα συνδεδεμένη με την απώλεια του Stig Arve Kvam-Jørgensen, του επί χρόνια οργανίστα και τραγουδιστή του συγκροτήματος, ο οποίος έφυγε αιφνιδίως από τη ζωή το 2025. Η κυκλοφορία του άλμπουμ στις 21/10, ημερομηνία κατά την οποία θα συμπλήρωνε τα πενήντα του χρόνια, προσδίδει στη συγκεκριμένη συνθήκη ακόμη μεγαλύτερη συναισθηματική βαρύτητα. Η θλίψη δεν εκτοπίζει το χιούμορ, ούτε η ειρωνεία ακυρώνει το πένθος· αντιθέτως, αμφότερα συνυπάρχουν, προσδίδοντας στο δίσκο μία συναισθηματική πολυπλοκότητα, όπου το τραγικό και το γελοίο, η απώλεια και η δημιουργική έκφραση, συνυφαίνονται σε ένα βαθιά ανθρώπινο σύνολο.

Μουσικά, οι Νορβηγοί εξακολουθούν να κινούνται στο γνώριμο, παλαιότροπο heavy prog, με το hammond να δεσπόζει, τις κιθάρες να κραδαίνουν εξαιρετικά riffs, ακόμη και σε πιο heavy bluesy στυλ (ακούστε λ.χ. το Kyuss-ικό riff του Det Er Deg!) και τις πολυφωνικές αρμονίες να παραπέμπουν ευθέως στην προσέγγιση των Uriah Heep. Η συνθετική κατεύθυνση που διαμορφώθηκε σταδιακά με το "Syndenes Magi" εξακολουθεί να αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς, όπως καταδεικνύει και το δεκάλεπτο εναρκτήριο έπος "Avgrunnen Kaller". Ακόμη κι αν δεν ακούσετε το άλμπουμ στην ολότητά του, αξίζει οπωσδήποτε να του αφιερώσετε την προσοχή σας: πρόκειται για ένα άσμα που συμπυκνώνει ιδανικά τις Purple, Heep, Sabbath και progressive rock/psychedelic καταβολές τους, μπολιάζοντάς τες με prog αναπτύξεις, για να καταλήξει σε ένα σπαραξικάρδιο κιθαριστικό φινάλε, όπου το συναίσθημα αναλαμβάνει τελικά τα ηνία. Μία σύνθεση που προοιωνίζεται, ήδη από τα πρώτα λεπτά, το εύρος και τη συναισθηματική πλεύση του άλμπουμ. Ωστόσο, παρά την αναγνωρίσιμη ηχητική τους ταυτότητα και την προσήλωσή τους στον ογκώδη, αναλογικό ήχο, οι Νορβηγοί διαφοροποιούνται αισθητά από τις προηγούμενες δουλειές τους. Ο δίσκος είναι διανθισμένος με ιντερλούδια και ευσύνοπτες συνθέσεις μικρής διάρκειας, οι οποίες παρεμβάλλονται ανάμεσα στις εκτενέστερες μουσικές αναπτύξεις, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση της ενιαίας θεματικής αφήγησης και προσδίδοντας στο σύνολο έναν ξεκάθαρο θεατρικό χαρακτήρα. Αυτή ακριβώς η εναλλαγή, σε συνδυασμό με την εντονότερη παρουσία του σαρκασμού και της γκροτέσκας διάθεσης, καθιστά το "Sorgens kapittel" την πιο ιδιαίτερη στιγμή της δισκογραφίας τους.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στη συμβολή των δύο εξαιρετικών μουσικών που επωμίζονται τα τύμπανα και τα κρουστά, καθώς η μεταξύ τους σύμπραξη αποδεικνύεται πραγματικά εντυπωσιακή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το "King Size Brynje": πρόκειται για μία από τις ελάχιστες στιγμές στην ιστορία του σχήματος όπου οι Arabs in Aspic διανοίγονται τόσο ολοκληρωτικά στην ουσιαστική φιλοσοφία του progressive, όχι ως ένα ακόμη μουσικό ιδίωμα (ουδέποτε ήταν) ή μία αναγνωρίσιμη αισθητική κατηγορία, αλλά ως ένας διαφορετικός τρόπος αντίληψης της μουσικής, ως διαρκής αναζήτηση του επόμενου μέσα από την υπέρβαση του ήδη υπάρχοντος. Υπό αυτή την έννοια, το εν λόγω μοιάζει να συμπυκνώνει την ίδια την προοδευτική διάσταση της δημιουργίας, εκεί όπου η σύνθεση δεν περιορίζεται στην αναπαραγωγή γνώριμων σχημάτων, αλλά αναζητά διαρκώς νέες εκφραστικές διεξόδους. Γενικότερα, οι δύο μουσικοί που επωμίζονται το ρυθμικό μέρος αποτελούν, θα λέγαμε, τον άσο στο μανίκι της μπάντας.

Εκείνο, πάντως, που προσδίδει επιπλέον ενδιαφέρον στην ταυτότητά τους είναι η δυνατότητα να διασταυρώνουν την επιβλητικότητα του παλιακού prog με μία σαρκαστική και σουρεαλιστική διάθεση. Έτσι, η υπερβολή δεν λειτουργεί ως μέσο συνθετικής δεξιοτεχνίας, αλλά γίνεται το κατάλληλο όχημα για την ανάπτυξη μίας σκωπτικής, απρόβλεπτης και αυτοσαρκαστικής προσέγγισης. Οι Arabs in Aspic εξακολουθούν, εν ολίγοις, να αντιμετωπίζουν την κληρονομιά των 70s ως ένα ζωντανό πεδίο έκφρασης, μέσα στο οποίο η μεγαλοπρέπεια δύναται να συνυπάρχει με το παράλογο, η μελαγχολία με την ειρωνεία και η ανθρώπινη αδυναμία με μια γενναία δόση μαύρου χιούμορ.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και το εικαστικό περιτύλιγμα, το οποίο μοιάζει να αποτελεί οργανική προέκταση του αλλόκοτου, γκροτέσκου σύμπαντος. Η σύνθεση, με την πυκνή εικονογραφία, τις δαιμονικές μορφές, τα συμπλεκόμενα σώματα, τις ανατρεπτικές φιγούρες και τις αναφορές σε έναν κόσμο που ακροβατεί ανάμεσα στο εφιαλτικό και το παράλογο, παραπέμπει σε μια εικονογραφική πανδαισία, όπου το μακάβριο συναντά τη θεατρικότητα και η αποφορά του σκοτεινού αποκτά σαρκαστική/παιγνιώδη διάσταση. Η κυριαρχία του ερυθρού, σε αντιδιαστολή με τις ασπρόμαυρες, απόκοσμες ανθρώπινες και τερατόμορφες παρουσίες, εντείνει την αίσθηση εικαστικής αναστάτωσης, ενώ η πληθώρα των συμβολικών λεπτομερειών προσκαλεί τον θεατή σε μια περιπλάνηση δίχως σαφή αφηγηματική αφετηρία. Το εξώφυλλο κατορθώνει να συμπυκνώσει με αξιοσημείωτη ευστοχία την αισθητική και συναισθηματική ατμόσφαιρα του album: τον σαρκασμό, την υπερβολή, την αποδόμηση της σκοτεινής εικονογραφίας, αλλά και την υπόγεια μελαγχολία που διατρέχει το δίσκο. Υπό αυτή την έννοια, δεν λειτουργεί απλώς ως ένα εντυπωσιακό εικαστικό συμπλήρωμα, αλλά ως μια εύστοχη οπτική προέκταση του δίσκου

Εν κατακλείδι, το "Sorgens kapittel" συγκαταλέγεται, κατά την προσωπική μου εκτίμηση, στις τρεις κορυφαίες στιγμές της δισκογραφίας τους, δίπλα στα ήδη προαναφερθέντα ‘Syndenes Magi" και "Madness and Magic". Πρόκειται, αναμφίβολα, για το πλέον ιδιαίτερο, θεατρικό, σκωπτικό και συνάμα σκοτεινό έργο τους, καθώς η γνώριμή τους ταυτότητα επιστρατεύεται εδώ για να υπηρετήσει ένα θέμα εξαιρετικά προσωπικό για το ίδιο το συγκρότημα: την απώλεια και τον θάνατο ενός προσφιλούς τους προσώπου. Το αξιοσημείωτο είναι πως οι Νορβηγοί κατορθώνουν να προσεγγίσουν μια τόσο επώδυνη συνθήκη χωρίς να απεμπολούν την εκκεντρικότητα, το μαύρο χιούμορ και την παιγνιώδη διάθεση. Αντιθέτως, τα μετατρέπουν σε μέσα διαχείρισης και έκφρασης του πένθους, παραδίδοντας ένα άλμπουμ που, πέρα από την αδιαμφισβήτητη μουσική του αξία, διαθέτει μία κατεξοχήν ανθρώπινη διάσταση.

Bandcamp

  • SHARE
  • TWEET