Billy Cobham Quintet @ Ιωάννης Βελλίδης Συνεδριακό Κέντρο, 07/10/26
Το σώμα, ο χρόνος και η ακατάλυτη σχέση με τη μουσική
Περί ώρας 21:15, ο Billy Cobham εμφανίστηκε στη σκηνή του Συνεδριακού Κέντρου "Ιωάννης Βελλίδης" -δυστυχώς-, υποβασταζόμενος. Είναι θλιβερό να αντικρίζεις καλλιτέχνες τέτοιου βεληνεκούς να δυσκολεύονται ακόμη και με τις στοιχειώδεις κινήσεις της καθημερινότητας. Και τούτο, ασφαλώς, δεν αφορά αποκλειστικά όσους κάποτε μετέτρεψαν το ταλέντο τους σε καλλιτεχνικό μεγαλείο, αλλά τον καθένα μας: εκείνον που κάποτε έσφυζε από ενέργεια, ζωή και δύναμη και καλείται, αργά ή γρήγορα, να αναμετρηθεί με τη φθορά του σώματος. Αρκετά, όμως, με τους υπαρξιακούς προβληματισμούς· ας επιστρέψουμε στο προκείμενο.
Η πολυπληθής προσέλευση του κοινού αποτέλεσε μια εξαιρετικά ευχάριστη έκπληξη, μαρτυρώντας το ενδιαφέρον για έναν μουσικό που έχει αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στην ιστορία της jazz fusion, γεγονός, που, ομολογουμένως, δεν αποτελεί συνήθεια. Τι να πρωτοαναφέρει κανείς από τη διαδρομή του; Τη θητεία του στους Mahavishnu Orchestra, τη συνεργασία του με τον Miles Davis ή την προγενέστερη συμμετοχή του στους Dreams, το jazz-rock σχήμα στο οποίο συνυπήρξε, μεταξύ άλλων, με τους αδελφούς Brecker; Και, βεβαίως, τη σπουδαία προσωπική του δισκογραφία, με σημείο αναφοράς το "Spectrum", έργο που τον ανέδειξε του ως συνθέτη και bandleader. Λίγο αργότερα, καθισμένος πίσω από το drum kit, θα υπενθύμιζε ότι ορισμένες δεξιότητες αποτελούν καρπό μιας μακράς, αδιάλειπτης και, εν τέλει, ερωτικής σχέσης με το όργανο. Στα 82 του χρόνια, ο εμβληματικός drummer εξακολουθεί να διαθέτει την τεχνική ευχέρεια και αντίληψη που τον καθιέρωσαν, αποδεικνύοντας ότι η καλλιτεχνική του παρουσία δεν εξαντλείται στην ιστορική παρακαταθήκη του. Κι αν η εικόνα του, κατά την είσοδό του στη σκηνή, μαρτυρούσε τη σωματική δυσκολία, η απόδοσή του πίσω από το drum kit επιβεβαίωσε ότι αυτή δεν στάθηκε ικανή να ανακόψει την ορμή του.

Το "Spectrum", ως εικός, αποτέλεσε ένα από τα βασικά σημεία αναφοράς του προγράμματος, δίχως η συναυλία να περιοριστεί αποκλειστικά στο υλικό του. Από τις πρώτες συνθέσεις έγινε αντιληπτό ότι το κουιντέτο δεν επρόκειτο να περιοριστεί σε μια διεκπεραιωτική αναπαραγωγή. Τα πλήκτρα, το σαξόφωνο, η κιθάρα και το μπάσο διατηρούσαν τη διακριτή τους φυσιογνωμία, ενώ τα τύμπανα λειτουργούσαν ως άξονας αναφοράς γύρω από τον οποίο δομούταν η ανάπτυξη. Γίναμε μάρτυρες του χαρακτηριστικού fusion feeling των '80s, με στιλπνές ηχητικές επιφάνειες και έντονο groove, χωρίς να απουσιάζουν οι αυτοσχεδιαστικές παρεκβάσεις και οι αιφνίδιες μεταβολές.
Μια μικρή διακοπή ακολούθησε την πρώτη σύνθεση ("Times of My Life"), όταν ο Cobham διαμαρτυρήθηκε ότι δεν άκουγε επαρκώς την κιθάρα, τα πλήκτρα και το μπάσο. Ο επαγγελματισμός του εκδηλώθηκε εδώ ως αυτονόητη απαίτηση: η ηχητική ισορροπία έπρεπε να αποκατασταθεί, διαφορετικά, όπως κατέστησε σαφές, η συναυλία δεν θα επιτύγχανε το σκοπό της. Ευτυχώς, οι τεχνικοί ήχου έσπευσαν να διορθώσουν το πρόβλημα. Η παρέμβαση του Cobham ήταν σύντομη, αλλά απερίφραστη. Για τον ίδιο, η δεξιοτεχνία δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις συνθήκες μέσα στις οποίες καλείται να εκδηλωθεί· όσο υψηλό κι αν είναι το επίπεδο των μουσικών, η μεταξύ τους επικοινωνία προϋποθέτει ότι ο καθένας μπορεί να ακούει τους υπόλοιπους.

Η στάση του απέναντι στους τέσσερις νεότερους συνεργάτες του υπήρξε υποδειγματική, τόσο ως προς την ευγένεια όσο και ως προς τον σεβασμό με τον οποίο αντιμετώπιζε τη συνεισφορά τους. Τους παραχωρούσε τον απαιτούμενο χώρο και εκείνοι ανταποκρίνονταν, αναδεικνύοντας τις εκφραστικές και δεξιοτεχνικές τους αρετές. Ο Jorge Vera στα πλήκτρα κινήθηκε με αξιοσημείωτη ενεργητικότητα, ενώ ο Carl Mörner στην κιθάρα και ο Victor Cisternas στο μπάσο προσέφεραν στιβαρή υποστήριξη, παρεμβαίνοντας με φειδώ και ουσία όπου το απαιτούσε η σύνθεση. Ο Bjorn Arko, με το σαξόφωνο και το ηλεκτρονικό πνευστό του, εμπλούτισε την ηχητική παλέτα του κουιντέτου. Ο Cobham, από την πλευρά του, δεν επιχείρησε να επισκιάσει τους συνεργάτες του ούτε να μετατρέψει τη συναυλία σε μονόλογο. Αντιθέτως, τους άφηνε να αναπτύσσουν τις ιδέες τους και δεν παρέλειπε να εκφράζει δημοσίως την εκτίμησή του για τη συνεισφορά τους.
Εν συνεχεία το "A Little Travelin’ Music" με το σχήμα να πιστοποιεί το προφανές: Το ζητούμενο ήταν η διατήρηση του χαρακτηριστικού fusion ήχου, με τις εναλλαγές ανάμεσα στο ρυθμό και την ελευθερία του αυτοσχεδιασμού. Όπερ και εγένετο. Γενικότερα, η μπάντα εκτελούσε με χαρακτηριστική άνεση, ωσάν να βρισκόταν σε πρόβα και όχι μπροστά σε ένα σχεδόν γεμάτο ακροατήριο. Δεν υπήρχε η αίσθηση ότι κάθε φράση έπρεπε να υπογραμμιστεί με μια θεαματική χειρονομία ή να καταλήξει υποχρεωτικά σε ένα εντυπωσιακό φινάλε. Η μουσική προχωρούσε με φυσικότητα, με τους πέντε μουσικούς να αφήνουν τις συνθέσεις να αναπτύσσονται χωρίς να επιβαρύνουν κάθε στιγμή με περιττή επίδειξη.

Κάπου εκεί ήρθε και το σόλο των τυμπάνων, διάρκειας σχεδόν πέντε λεπτών. Ο Cobham κρατούσε δύο μπαγκέτες σε κάθε χέρι, μετατρέποντας το drum kit σε πεδίο διαδοχικών ρυθμικών σχηματισμών και τονικών αντιθέσεων. Το ενδιαφέρον δεν βρισκόταν απλώς στην ταχύτητα ή στην πυκνότητα των χτυπημάτων, αλλά στην καθαρότητα με την οποία διακρίνονταν οι επιμέρους κινήσεις και στην αίσθηση ότι ακόμη και οι πιο σύνθετες ακολουθίες χαρακτηρίζονταν από οργάνωση.
Όταν οι υπόλοιποι μουσικοί επανήλθαν ("Stratus") η σύνθεση επέστρεψε στο γνώριμο fusion groove. Ιδιαίτερα απολαυστική υπήρξε η συνομιλία ανάμεσα στην κιθάρα και τα τύμπανα: όχι μια απλή διαδοχή σόλο, κατά την οποία ο ένας μουσικός περιμένει να ολοκληρώσει ο άλλος, αλλά μια ανταλλαγή φράσεων, με τις αποκρίσεις να γεννούν νέες κατευθύνσεις. Εκεί φάνηκε καθαρά ότι η δεξιοτεχνία του Cobham δεν περιορίζεται στην αυτοδύναμη ανάπτυξη ενός εντυπωσιακού σόλο. Εκδηλώνεται εξίσου στην ικανότητά του να παρακολουθεί, να απαντά και να μεταβάλλει τη δυναμική του συνόλου.

Το "Bombay Chill" αποτέλεσε ένα από τα χαρακτηριστικά σημεία της βραδιάς και το μακροσκελέστερο κομμάτι του προγράμματοw. Η μουσική διατηρούσε το groove της, ενώ ο Cobham παρενέβαινε με τρόπο που ανανέωνε διαρκώς την έντασή της. Δεν επρόκειτο για μια αδιάκοπη συσσώρευση χτυπημάτων, αλλά για εναλλαγές, τονισμούς και μικρές μετατοπίσεις που κρατούσαν το ενδιαφέρον ζωντανό.
Ακολούθησε το "Total Eclipse". Η παρουσία του έφερνε στο πρόγραμμα ένα σαφέστερο σημείο αναφοράς. Οι παλαιότερες συνθέσεις δεν αντιμετωπίζονταν ως κειμήλια που όφειλαν απλώς να αναγνωριστούν από τους ακροατές. Εντάσσονταν στη ζωντανή λειτουργία της μπάντας, μέσα από την οποία το γνώριμο υλικό αποκτούσε εκ νέου υπόσταση.

Ταυτόχρονα, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, μετσξύ των κομματιών, ο Cobham δεν παρέλειπε να επαινεί τους συνεργάτες του. Η επιμονή του να αναγνωρίζει δημόσια τη συνεισφορά τους είχε εξέχουσα σημασία, ακριβώς επειδή ο ίδιος θα μπορούσε εύκολα να "καταλάβει" ολόκληρο τον διαθέσιμο χώρο της σκηνής. Δεν το έκανε. Άφηνε τους νεότερους μουσικούς να αναπτύξουν τις ιδέες τους και αντιμετώπιζε τις παρεμβάσεις τους ως οργανικό μέρος του show, κι όχι ως διαλείμματα ανάμεσα στα δικά του κατορθώματα.
Το "Tinseltown", ένα από τα εκτενέστερα κομμάτια της βραδιάς, έκλεισε το πρόγραμμα. Η επιλογή του έδωσε στη συναυλία ένα φινάλε που δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στην προσδοκία ενός τελευταίου, εντυπωσιακού σόλο, αλλά στην ανάπτυξη της ίδιας της σύνθεσης. Το κουιντέτο είχε πλέον αποσαφηνίσει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε: χώρος για ατομικές πρωτοβουλίες και μια διαρκή εναλλαγή ανάμεσα στη συλλογική συνοχή και την προσωπική έκφραση.

Από τη βραδιά αποθηκεύουμε, εν τέλει, δύο πράγματα. Το πρώτο ήταν το κατεξοχήν ουσιώδες, ήτοι η ίδια η μουσική. Το δεύτερο ήταν η στάση του Cobham απέναντι στους συνεργάτες του. Παρά την αδιαμφισβήτητη πρωταγωνιστική του θέση, δεν επιχείρησε να μετατρέψει κάθε στιγμή σε προσωπική επίδειξη. Αντιθέτως, η παρουσία του λειτουργούσε συχνά ως αφετηρία για να αναδειχθούν οι υπόλοιποι.
Και ίσως αυτή να είναι μία από τις ουσιαστικότερες διαπιστώσεις που άφησε η συναυλία στο Βελλίδειο: η δεξιοτεχνία ενός μουσικού δεν μετριέται μόνο με όσα μπορεί να κάνει ο ίδιος, αλλά και με όσα επιτρέπει στους άλλους να κάνουν δίπλα του. Στην περίπτωση του πελώριου Billy Cobham -ενός από τους καλύτερους drummers στην ιστορία της μουσικής- η γενναιοδωρία αυτή δεν ήταν μια αφηρημένη αρετή ούτε ένα φιλοφρονητικό συμπέρασμα. Φάνηκε στην πράξη, στον χρόνο που παραχώρησε στους συνεργάτες του, στην προσοχή με την οποία τους άκουγε και στην επιμονή του να τους αναγνωρίζει το μερίδιο που τους αναλογούσε.
Φωτογραφίες: Γιάννης Βόλκας
Times of My Life
A Little Travelin' Music
Bombay Chill
Red Moon
Stratus
Total Eclipse
Fragolino
Spe]ctral Wheel
Spectrum
Tinseltown
Red Baron
Crosswind
