Songbook: Nick Cave & The Bad Seeds
Χαρτογράφηση μιας μεγαλειώδους καλλιτεχνικής διαδρομής 40 χρόνων μέσα από 30 τραγούδια
Λίγοι καλλιτέχνες έχουν καταφέρει να παραμείνουν τόσο αναγνωρίσιμοι αλλά, ταυτόχρονα, τόσο απρόβλεπτοι όσο ο Nick Cave και οι Bad Seeds. Από το post-punk χάος των πρώτων χρόνων μέχρι τον μινιμαλισμό των τελευταίων δίσκων, η πορεία τους χαρακτηρίζεται από διαρκείς μεταμορφώσεις χωρίς ποτέ να χάνεται το δημιουργικό νήμα που ενώνει το σύνολο του έργου τους. Παράλληλα, σε περισσότερα από σαράντα χρόνια δισκογραφίας, ο Nick Cave καταπιάστηκε στιχουργικά με τον έρωτα, τη βία, τη θρησκεία, την εξάρτηση, την απώλεια και, τελικά, την αναζήτηση νοήματος μέσα από όλες αυτές τις εμπειρίες, μέσα από την ίδια την ύπαρξη.
Με αφορμή την επιστροφή τους στην Αθήνα και την εμφάνιση τους στο Release Athens Festival, την Τετάρτη 24/06/2026, συγκεντρώσαμε αυτό το Songbook. Στόχος του δεν είναι, σε καμία περίπτωση, να συγκεντρώσει τις μεγαλύτερες επιτυχίες του συγκροτήματος. Αντίθετα, επιχειρεί να χαρτογραφήσει τη διαδρομή τους μέσα από 30 τραγούδια που φωτίζουν διαφορετικές περιόδους και ηχητικές - αισθητικές αναζητήσεις. Από το "From Her To Eternity" μέχρι το “Wild God”, πρόκειται για μια διαδρομή γεμάτη αλλαγές, αντιφάσεις, ρίσκα και μερικά από τα σημαντικότερα τραγούδια που παρήγαγε η εναλλακτική μουσική των τελευταίων δεκαετιών. (A.A.)

1. From Her To Eternity (From Her To Eternity, 1984)
Το ομώνυμο κομμάτι του ντεμπούτου ηχογραφήθηκε στα Trident Studios το 1984, με στίχους των Nick Cave και Anita Lane. Χτισμένο πάνω σε ένα επαναλαμβανόμενο, κλειστοφοβικό πιανιστικό μοτίβο του Mick Harvey, εξελίσσεται σε μια σύνθεση που χτίζεται σταδιακά, με την ένταση συνεχώς να συσσωρεύεται, χωρίς να εκτονώνεται ποτέ τελείως. Οι Blixa Bargeld και Hugo Race ξεδιπλώνουν τις προθέσεις τους, χρησιμοποιώντας τις κιθάρες ως πηγή θορύβου και όχι μελωδίας, ενώ ο έμπειρος Barry Adamson συγκρατεί συνεχώς το κομμάτι από το να παραδοθεί στο χάος. Από πολύ νωρίς, η εμμονή και η επιθυμία καθορίζουν τη θεματολογία του Cave, σηματοδοτώντας τη μετάβαση από τους Birthday Party σε ένα σαφέστατα πιο δομημένο αλλά εξίσου ακραίο πλαίσιο. (Α.Α.)

2. Tupelo (The Firstborn Is Dead, 1985)
Σε μια παράδοξη προοικονομία για τη δική του ζωή, ο Nick Cave με τους Bad Seeds κυκλοφορούν το 1985 το δεύτερο δίσκο τους, "The Firstborn Is Dead", εμπνευσμένοι από τα αμερικάνικα μπλουζ και τον Elvis Presley. Ο firstborn, αναφέρεται στο δίδυμο αδερφό του μεγάλο τραγουδοποιού που δεν τα κατάφερε. Μια φανταστική μεταφορά της γέννησής του αποτυπώνεται στο σκοτεινό "Tupelo", το εναρκτήριο του δίσκου. Ομώνυμο τόσο με την πόλη όπου γεννήθηκε ο Presley μια πολύ βροχερή μέρα, αλλά και με την περιοχή που εκτυλίσσεται η ιστορία του "Tupelo" του John Lee Hooker, το Tupelo αποτυπώνει με μαεστρία το σκοτάδι του αμερικάνικου νότου και τη southern gothic αισθητική. (Ε.Τ.)

3. The Carny (Your Funeral… My Trial, 1986)
Θέλετε και καμπαρέ ή τσίρκο; Έχει κι απ’ αυτό ο κατάλογος του Cave. Στον οριακό τέταρτο δίσκο των Bad Seeds υπάρχει αυτό το οκτάλεπτο spoken word με την αλλόκοτη και ελαφρώς μακάβρια ατμόσφαιρα που χτίζεται από το glockenspiel και το ξυλόφωνο. Είναι μια οπτική της περιπλανώμενης ζωής των μελών ενός τσίρκου και του γκροτέσκου και ιδιαίτερου περιβάλλοντος γύρω από αυτό. Η ιστορία του εξαφανισμένου τσιρκολάνου μάλιστα άρεσε τόσο πολύ στον Wim Wenders που χρησιμοποίησε το κομμάτι στην εξαιρετική του ταινία "Wings Of Desire", έναν χρόνο μετά. Όπως, άλλωστε, χρησιμοποίησε και την ίδια τη μπάντα! (Π.Κ.)
4. Your Funeral My Trial (Your Funeral… My Trial, 1986)
Το ομώνυμο κομμάτι του δίσκου ανήκει στην περίοδο που ο Cave βρισκόταν βαθιά μέσα στην εξάρτηση, κάτι που αποτυπώνεται στην βαριά ατμόσφαιρα όλου του δίσκου. Παράλληλα όμως, το άλμπουμ, συμπυκνώνει καλύτερα από οποιαδήποτε κυκλοφορία τους μέχρι τότε, το ηχητικό όραμα του συγκροτήματος και το που οδεύουν στο μέλλον. Η παραγωγή του Flood και οι πειραματισμοί δημιουργούν ένα ιδιότυπο ηχητικό τοπίο με το " Your Funeral My Trial" να κινείται κάπου ανάμεσα σε blues, gothic, και μπαλάντα, χωρίς τα ξεσπάσματα ή τις θορυβώδεις πινελιές που μας είχε συνηθίσει το συγκρότημα. Ο ίδιος ο Cave το έχει ξεχωρίσει ως μία από τις πιο ολοκληρωμένες στιγμές της περιόδου, αποτυπώνοντας μια φάση όπου η μπάντα έβρισκε τη δική της σαφή ταυτότητα. (Α.Α.)

5. The Mercy Seat (Tender Prey, 1988)
Οι θρησκευτικοί συμβολισμοί και παραβολές στη δουλειά του Cave και των Bad Seeds υπάρχουν με διαφορετικά χρώματα και σημασίες. Ιδιαίτερα, στα πρώτα χρόνια της πορείας τους κι εντός του "Tender Prey", ο Cave τότε σίγουρα όχι εν γνώσει του, συνθέτει το "The Mercy Seat", ένα κομμάτι που μιλά για την πορεία προς την ηλεκτρική καρέκλα με τη θανατική ποινή ως σύμβολο τελειωτικής τιμωρίας, μιας τιμωρίας που άγνωστο παραμένει πως θα αναχαιτιστεί αν η καταδίκη είναι άδικη. "And anyway, I told the truth, and I’m not afraid to die". Το επαναλαμβανόμενο βασικό μέρος του ‘The Mercy Seat" αποτελεί ιδανική αγχωτική παράλληλο της πορείας προς το θάνατο. Χιλιοδιασκευασμένο και ποτέ απόν από τις συναυλίες του, ίσως να πρόκειται για ένα από τα καλύτερα τραγούδια στον κόσμο. (Ε.Τ.)
6. Deanna (Tender Prey, 1988)
Ένα απλοϊκό και ίσως και λίγο ξεκούρδιστο Hammond κυριαρχεί σε αυτό το garage στην ψυχή κομμάτι που, τι περίεργο, εξιστορεί άλλη μια γνωριμία του Cave με μια γυναίκα. Για την οποία ιστορία, την αλήθεια πίσω από τις 100 εκδοχές που έχουμε διαβάσει την ξέρει φυσικά μόνο ο ίδιος. Το "Deanna" είναι σαν να έχει καταφέρει να περικλείσει την ταυτότητα και την νεανική ενέργεια της εποχής των The Birthday Party στους Bad Seeds, καταφέροντας μάλιστα ταυτόχρονα να ακούγεται και οριακά εμπορικό. Κι ας λένε οι στίχοι πως ο φόνος οδηγεί την Καντιλλάκ και στο πίσω κάθισμα ταξιδεύει ο θάνατος! (Π.Κ.)
7. City Of Refuge (Tender Prey, 1988)
Οι παλιοί bluesmen ήταν πηγή έμπνευσης για πληθώρα μουσικών και ο Cave μας δύσκολα θα ξέφευγε από αυτόν τον άτυπο κανόνα. Ειδικά εφ’ όσον «ακουμπάει» και σε αυτό το στυλ μουσικής, έστω και υπό το προσωπικό του πρίσμα. Εδώ έχουμε μια πολύ ελεύθερη μετάφραση ενός κομματιού του Blind Willie Johnson, του οποίου η κεντρική ιδέα μετασχηματίζεται σε απειλητικό, καυτό post-punk με καυστικούς στίχους. Η φυσαρμόνικα και οι φωνητικές αρμονίες δεν καταφέρνουν να κατευνάσουν την αγριάδα του κι έτσι έχουμε ένα από τα highlights του "Tender Prey". Αστείρευτη η επιρροή των bluesmen των αρχών του προηγούμενου αιώνα. (Π.Κ.)

8. The Ship Song (The Good Son, 1990)
Λίγο η ζωή στη Βραζιλία, λίγο ο έρωτας με την Viviane Carneiro, λίγο η απεξάρτηση, το πρώτο single από το "The Good Son", παίρνει απόσταση από τις δύο προηγούμενες δουλειές των Bad Seeds και φανερώνει μια πρωτόγνωρη αισιοδοξία. Βασισμένο στο πιάνο, το κομμάτι εξελίσσεται σταδιακά, οδηγώντας σε μια έντονη αλλά απολύτως ελεγχόμενη κορύφωση, καθώς το συγκρότημα λειτουργεί υποστηρικτικά σε μια από τις πιο καθαρές μελωδικές γραμμές του Cave. Ρομαντικό χωρίς υπερβολές, αποτέλεσε σημείο καμπής στη δισκογραφία του, αναδεικνύοντας πιο ξεκάθαρα το εύρος της συνθετικής του ικανότητας. (Α.Α.)
9. The Weeping Song (The Good Son, 1990)
Ίσως να μην υπάρχει πιο εμβληματική εικόνα στα 90s από αυτή των Cave και Blixa Bargeld να κωπηλατούν σε μια ξύλινη βάρκα χωρίς θάλασσα. Παρμένη από το εξώφυλλο του single αλλά και το video clip που συνόδευσε το "The Weeping Song" από το "The Good Son", οι δυο επιβλητικές φιγούρες αυτών των ανθρώπων υποδύονται τον διάλογο μεταξύ πατέρα (Blixa) και γιου (Cave), για το κλάμα και πως αυτό το προκαλεί. Ευρύτερα ο δίσκος είναι εμπνευσμένος από τη ζωή του Cave στη Βραζιλία, ενώ προκαλεί ένα ρίγος η έντονη ενασχόλησή του από τόσο νωρίς στη ζωή του με το ζήτημα της πατρότητας. (Ε.Τ.)

10. Papa Won’t Leave You, Henry (Henry’s Dream, 1992)
Το εναρκτήριο κομμάτι του "Henry’s Dream" μας βάζει μονομιάς στο κλίμα των ανησυχιών ενός φρέσκου πατέρα με τις οποίες πραγματεύεται ο δίσκος. Μάλιστα ο Cave είχε τότε αποκτήσει δύο παιδιά από δύο διαφορετικές γυναίκες μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα, οπότε τα συναισθήματα αυτού του τύπου μάλλον είχαν χτυπήσει κόκκινο. Εδώ έχουμε την εξομολόγησή του για τους φόβους που νιώθει όταν βρίσκεται μακριά από το σπλάχνο του μέσω ενός κομματιού που συνδυάζει το blues με το punk, όσο κι αν αυτό ακούγεται παράταιρο. Ποιός ξέρει τι είδε στα χρόνια της Βραζιλίας και τον ενέπνευσε μουσικά! (Π.Κ.)
11. Brother, My Cup Is Empty (Henry’s Dream, 1992)
Κάπου μεταξύ αφήγησης και αυτοβιογραφίας, το "Henry’s Dream" πατά τόσο στην πραγματικότητα των άλλων όσο και του ίδιου του Cave. Εμπνευσμένος τόσο από την εικόνα των ζητιάνων στη Βραζιλία και της επαιτείας της παρακινούμενης από την εξάρτιση, όσο και από τους προσωπικούς του δαίμονες, ο Cave καταλήγει στο "Brother, My Cup Is Empty". Το ποτήρι αλλά και η τσέπη άδειασαν και για να κυλήσει η ζωή, χρειάζεται κάτι να πάρει το μυαλό από τα προβλήματα της. Σε μια έκλαμψη νηφαλιότητας ο ανώνυμος πρωταγωνιστής αναλογίζεται τα φταιξίματα για την κατάστασή του, και γιατί άραγε πρέπει να πονάει τόσο η ρημάδα η ζωή. Να υπάρχει άραγε καλύτερο τραγούδι για τις μεγάλες ώρες στο μπαρ; (Ε.Τ.)

12. Do You Love Me? (Part 1) (Let Love In, 1994)
Εδώ στεκόμαστε στην ευαίσθητη πλευρά ενός δισυπόστατου δίσκου που τα μισά του κομμάτια είναι εκρηκτικά και τα άλλα μισά μελαγχολικά. Το μπάσο «χτίζει» μια τρομερή ατμόσφαιρα, αποτελώντας ταυτόχρονα και τη ραχοκοκαλιά αυτού του τραγουδιού που εξερευνά τις πιο σκοτεινές πλευρές του ανθρώπινου ερωτικού πάθους. Η φράση του τίτλου και κυρίως το "like I love you" που την ακολουθεί ακούγονται απειλητικά και όχι αγαπησιάρικα με τον τρόπο που τις ξεστομίζει ο Cave, το βάθος της φωνής του οποίου αναδεικνύεται στο έπακρο. Ένας crooner τραγουδάει για τον αρρωστημένο έρωτα με μια creepy μουσική προσέγγιση που τρομάζει. Αριστούργημα. (Π.Κ.)
13. Red Right Hand (Let Love In, 1994)
Αυτός ο λάγνος ρυθμός που δεν μπερδεύεται με κανέναν άλλον, έχει αναχθεί σε φαινόμενο πολύ περισσότερο από τραγούδι. Ο λόγος αυτής της αναγωγής, είναι η άμεση σύνδεση και επαναφορά στο προσκήνιο του "Red Right Hand" λόγω της χρήσης του στην εισαγωγή της πολυεπιτυχημένης σειράς "Peaky Blinders". Σίγουρα όμως δεν είναι και ο μοναδικός. Τα μεγάλα τραγούδια βρίσκουν το δρόμο τους για την αιωνιότητα. Λίγο η γνώριμη κατατρεγμένη φωνή του Cave, λίγο οι βιβλικές αναφορές μέσω της γραφής του John Milton στο "Paradise Lost", η φανταστική φιγούρα της οργισμένης θείας δίκης που εκπροσωπεί το "Red Right Hand", καθόλου άδικα έγινε σύμβολο και σημείο αναφοράς της κουλτούρας μας. (Π.Κ.)
14. …I Let Love In (Let Love In, 1994)
Ο συγκεκριμένος δημιουργός είναι ένας άνθρωπος που έχει ερωτευτεί πολύ στη ζωή του, δηλαδή είναι ένας ζωντανός άνθρωπος. Αυτό φαίνεται και στα δημιουργήματά του και το "…I Let Love In" είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Είναι ένας ιδιαίτερος και συμβολικός τρόπος για να εκφράσει το ρίσκο του πόνου που αναλαμβάνεις όταν ερωτεύεσαι. Αλλά δεν κάθεσαι να σκεφτείς ότι μπορεί να πληγωθείς – αφήνεις τον έρωτα να μπει μέσα σου και τον ζεις, επιτρέποντάς του να κυριαρχήσει πάνω σου χωρίς να σκέφτεσαι το «αύριο». Αν δεν είναι αυτό ποιητικό, τότε τι είναι ποιητικό πια; (Π.Κ.)

15. Stagger Lee (Murder Ballads, 1996)
O Nick Cave δεν κάνει διασκευές συχνά, μα κυρίως τον διασκευάζουν. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιλέγει να προσεγγίσει με άλλο τρόπο ένα ήδη υπάρχουν τραγούδι, το επανεφευρίσκει. Όμοια και η περίπτωση του "Stagger Lee", ενός τραγουδιού που γεννήθηκε ήδη το 1911 και περιγράφει τη στυγερή δολοφονία του Billy Lyons από τον "Stagger Lee" Shelton για ένα κλεμμένο καπέλο (κι ας συμβολίζει αυτός ο αμερικάνικος θρύλος πολλά περισσότερα). Η εκδοχή του Nick Cave στο δικό του "Stagger Lee" δεν πρόκειται για επανεκτέλεση του κλασικού. Ο Cave ξαναγράφει την ιστορία χωρίς εκπτώσεις στην αυθεντικότητά της. Οι ήχοι του πυροβολισμού στο μπαρ κρατιούνται ατόφιοι. Ο Stagger Lee ξαναγεννήθηκε και ο θρύλος του θα ζήσει άλλα εκατό χρόνια. (Ε.Τ.)
16. Where The Wild Roses Grow (Murder Ballads, 1996)
Ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα κομμάτια του Νικόλα είναι αυτό το αναπάντεχο και φαινομενικά αταίριαστο ντουέτο με την συμπατριώτισσά του Kylie Minogue. Από έναν δίσκο με τραγούδια που μιλάνε για εγκλήματα πάθους, στο βίντεο του συγκεκριμένου η Kylie εμφανίζεται ως Οφηλία και στο τέλος, ενώ βρίσκεται νεκρή σε ένα ποτάμι, ο Cave της βάζει ένα τριαντάφυλλο στο στόμα και της κλείνει τα μάτια. Υποτίθεται ότι ο δολοφόνος σκότωσε την κοπέλα για να διατηρηθεί η ομορφιά της και να μη μαραθεί όπως μαραίνεται το τριαντάφυλλο. Αρρωστημένο θέμα με το οποίο δεν έχουμε ξεμπερδέψει ακόμα ως κοινωνία, αλλά πήραμε τραγουδάρα. (Π.Κ.)
17. Song Of Joy (Murder Ballads, 1996)
Εγκλήματα πάθους: μια φράση που εγείρει πολλά κοινωνιολογικά φρύδια στο σήμερα, μα ανέκαθεν αποτελούσε πηγή υλικού για τη λογοτεχνία και τη μουσική. Μια ανθολογία τέτοιων ιστοριών συγκεντρώνεται στο εμβληματικό "Murder Ballads". Η εισαγωγή στον διεστραμμένο κόσμου του ένατου δίσκου των Nick Cave And The Bad Seeds γίνεται με το επικό ποίημα του "Song Of Joy". Σαν σε σκοτεινό μιούζικαλ, ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας τoυ ανώνυμου αφηγητή ερωτεύεται, οδηγεί σε κατάθλιψη και τελικά δολοφονεί την αγαπημένη του Joy και τις κόρες τους, όπως εξομολογείται στον άνθρωπο που τον φιλοξενεί. Μαεστρικά ο Cave γεμίζει την τραγική ιστορία παραδοχής του "Song Of Joy"με αναφορές σε προηγούμενα τραγούδια του, προσδίδοντας μια παράδοξη ομορφιά στις αποκρουστικές σκέψεις ενός άρρωστου μυαλού. (Ε.Τ.)

18. As I Sat Sadly By Her Side (No More Shall We Part, 2001)
Τέσσερα χρόνια μετά το "Boatman’s Call", στις 19/03/2001 κυκλοφόρησε το πρώτο single από το εκπληκτικό "No More Shall We Part", δίσκο που σηματοδοτεί την επιστροφή του Cave μετά την απεξάρτηση από την ηρωίνη. Το κομμάτι ξεχωρίζει για τη λογοτεχνική του δομή, λειτουργώντας ως μια αφήγηση πάνω στην ομορφιά και τη σκληρότητα του κόσμου. Η ενορχήστρωση παραμένει λιτή, δίνοντας έμφαση στη φωνή και το πιάνο, ενώ η ερμηνεία του Cave είναι σπαραχτική αλλά, παράλληλα, ήρεμη. Μέσα από αυτή την ηρεμία, ωστόσο, αναδεικνύεται μια στοχαστική προσέγγιση ενός καλλιτέχνη που ωριμάζει σαν καλό κρασί. (Α.Α.)
19. Fifteen Feet Of Pure White Snow (No More Shall We Part, 2001)
Στις αγωνιώδεις προσπάθειες του Nick Cave για απεξάρτηση λίγο πριν την αλλαγή της χιλιετίας, φυσικά γεννήθηκαν και οι αντίστοιχες μουσικές ιδέες οι οποίες δεν άργησαν να βρουν το σπίτι τους στο "No More Shall We Part". Σημαντικό κομμάτι του δίσκου αναδύεται το "Fifteen Feet Of Pure White Snow", μια αλληγορία για την κατάθλιψη μέσα σε μια σκηνή ισχυρής χιονόπτωσης όπου όλοι μεταξύ τους χάνουν την εμπιστοσύνη τους και η επιβίωση μα και το άγνωστο λόγω ανυπαρξίας επικοινωνίας επισκιάζουν το συναίσθημα. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι το χιόνι και ο αποκλεισμός εντός του έχει οδηγήσει σε απάνθρωπες πράξεις, τόσο στο φαντασιακό των τεχνών, όσο και στην πραγματικότητα. Το τέλος όμως, ηχεί αισιόδοξο, αφού προτρέπει στην σωτηρία του εαυτού. (Ε.Τ.)

20. Bring It On (Nocturama, 2003)
Το "Nocturama", στο μυαλό μου τουλάχιστον, λειτουργεί ως το τέλος ενός μεγάλου κεφαλαίου των Bad Seeds καθώς αποτελεί την τελευταία δουλειά τους με τον Blixa Bargeld. Παράλληλα, σηματοδοτεί και το τέλειο κλείσιμο ενός κύκλου και την επιστροφή στην αρχή καθώς το συγκρότημα, εδώ, δούλεψε με τον Nick Launay, παλιό τους συνεργάτη από τα χρόνια των The Birthday Party. Το πρώτο single του άλμπουμ δεν είναι άλλο από το "Bring It On", μια από τις κορυφαίες συνθέσεις του δίσκου, στην οποία συμμετέχει και ο τεράστιος Chris Bailey των Saints. Αμφιλεγόμενο στιχουργικά καθώς ισορροπεί μεταξύ πατερναλισμού και εφησυχασμού, το κομμάτι διατηρεί μια άμεση, σχεδόν ακατέργαστη, αίσθηση, πετυχαίνοντας να είναι, συγχρόνως, σκοτεινό, rock’n’roll, και αισιόδοξο, δείγμα της εξαιρετικής τραγουδοποιίας του Nick Cave και των Bad Seeds. (A.A.)

21. Get Ready For Love (Abattoir Blues / The Lyre Of Orpheus, 2004)
Συνεχίζοντας τη συνεργασία τους με τον Nick Launay, οι Bad Seeds σε αυτόν τον δίσκο αποκαλύπτουν, πιο ξεκάθαρα από ποτέ, τα δυο τους πρόσωπα ενώ, συγχρόνως, επαναπροσδιορίζονται και διευρύνουν τα όρια του ήχου τους. Το "Get Ready For Love" που ανοίγει το "Abattoir Blues" μας εισάγει άμεσα στη νέα, πιο εξωστρεφή φάση του συγκροτήματος, συνδυάζοντας, με τέλειο τρόπο, rock ενέργεια και gospel στοιχεία, καθιστώντας σαφές πως το γκρουπ, παρά την αποχώρηση του Bargeld, παραμένει, όχι απλώς συμπαγές, αλλά ικανό να ακούγεται πιο larger than life από ποτέ. Κομμάτι που, όποτε παίζεται ζωντανά, συνεπαίρνει τους πάντες και τα πάντα. (Α.Α.)
22. There She Goes, My Beautiful World (Abattoir Blues / The Lyre Of Orpheus, 2004)
Η δημιουργικότητα του Cave με τους Bad Seeds βρισκόταν σε τέτοιο κρεσέντο που το 2004 έβγαλαν διπλό δίσκο. Ο πρώτος από τους δύο δίσκους, ονόματι "Abattoir Blues", έχει τα πιο ανεβαστικά, εξωστρεφή και rock κομμάτια και τούτο εδώ είναι χαρακτηριστικό. Τα χορωδιακά μέρη του δίνουν αρκετούς πόντους και είναι επηρεασμένα από το gospel – μια επιρροή που τον ακολουθεί μέχρι και σήμερα. Λίγο αχρείαστο ως επίκληση στη Μούσα της έμπνευσής του θεματολογικά, αλλά πολύ όμορφο μουσικά, το κομμάτι είναι ακόμα μια από τις δυνατές στιγμές των συναυλιών στις οποίες το παίζει. (Π.Κ.)
23. O’ Children (Abattoir Blues / The Lyre Of Orpheus, 2004)
Κλείνοντας το "The Lyre Of Orpheus", το "O’ Children" αποτελεί τον τέλειο επίλογο του διπλού 13ου άλμπουμ τους. Βασισμένο σε μια φαινομενικά απλή ιδέα, μέσα από την επαναληπτική δομή και την gospel χορωδία, το κομμάτι μετατρέπεται σε κάτι γιγάντιο που σε παραλύει και σε παρασέρνει με την αφοπλιστική ομορφιά του. Ισορροπώντας μεταξύ απελπισίας κι ελπίδας, το τραγούδι απέκτησε ευρύτερη αναγνωρισιμότητα κάποια χρόνια αργότερα μέσω του "Harry Potter and the Deathly Hallows" (δεν κλαίω, εσείς κλαίτε), επαναπροσδιορίζοντας τη θέση του στη δισκογραφία του γκρουπ και, δικαίως, αποτελεί σήμερα, ένα από τα πιο δημοφιλή τους κομμάτια. (Α.Α.)

24. Dig, Lazarus, Dig!!! (Dig, Lazarus, Dig!!!, 2008)
Σε έναν από τους πιο groovy δίσκους του, ο Nick Cave συνδυάζει τη βιβλική ιστορία της ανάστασης του Λαζάρου με αυτή του επαγγελματία trickster Harry Houdini, σε έναν σύγχρονο ήρωα στην Νέα Υόρκη που προσπαθεί να «ξεφύγει», από το θάνατο, από τις παγίδες, από τα προβλήματα. Ομώνυμο και εισαγωγικό του δίσκου, το "Dig, Lazarus, Dig!" εγκαινιάζει μια διαφορετική ηχητική προσέγγιση για τον Cave, τουλάχιστον φαινομενικά πιο αισιόδοξη, αλλά και την πρώτη εμφάνιση του iconic μυστακίου της περιόδου των late zeroes. Πράγμα βέβαια τρόπων τινά αναμενόμενο αφού υπήρξε και ο πρώτος δίσκος των Nick Cave And The Bad Seeds μετά την σύσταση των Grinderman. (Ε.Τ.)

26. Push The Sky Away (Push The Sky Away, 2013)
Η μετάβαση από τη μανία των Grinderman στον μινιμαλισμό του "Push The Sky Away" ήταν απότομη, αλλά και αναμενόμενη. Ποτισμένο από την ατμόσφαιρα των τελευταίων κυκλοφοριών του Cave, το ομότιτλο κομμάτι έχει αργή, σινεματική ροή και εσωστρεφή και ενδοσκοπικό χαρακτήρα που είναι αντιπροσωπευτικά της ύστερης περιόδου των Bad Seeds. Η απουσία της κιθάρας (και του Mick Harvey, που αποχώρησε πριν από αυτόν τον δίσκο μετά από 25 χρόνια στο συγκρότημα) μπορεί να ξενίζει λίγο αλλά τα πλήκτρα δημιουργούν το κατάλληλο απλό, υπνωτιστικό και απέριττο κλίμα που ντύνει τον επίλογο του δίσκου. (Π.Κ.)
25. Jubilee Street (Push The Sky Away, 2013)
Δεύτερο single από το "Push The Sky Away", που κάποιοι κακεντρεχείς (από το χωριό δεν τους ξέρετε) θα πούνε πως αποτελεί την τελευταία, μέχρι σήμερα, πραγματικά σπουδαία στιγμή των Bad Seeds, το "Jubilee Street" γράφτηκε από τους Cave και Ellis και αποτελεί μια κατάμαυρη ιστορία μεταμφιεσμένη σε γλυκόπικρη μπαλάντα, με τον τρόπο που μόνο ο Cave μπορεί να δημιουργήσει. Στο πρώτο τους άλμπουμ χωρίς τον Harvey, το τελευταίο με τον Conway Savage, και το πρώτο μετά από δεκαετίες με τον Barry Adamson, οι Bad Seeds ασπάζονται τον μινιμαλισμό χωρίς να εξαφανίζονται από το κάδρο και λειτουργούν αφαιρετικά χωρίς να μοιάζουν ξεδοντιασμένοι. Ειδικά, εδώ, το συγκρότημα λειτουργεί σαν μια απολύτως καλοκουρδισμένη μηχανή που χτίζει υπομονετικά την ένταση, και όταν τελικά την ελευθερώνει, καταφέρνει να κάνει τον κόσμο να σταματήσει γύρω τους, θέτοντας τους στο επίκεντρό του. Το αποτέλεσμα είναι μια από τις πιο ολοκληρωμένες στιγμές της σύγχρονης περιόδου τους. (Α.Α.)

27. Girl In Amber (Skeleton Tree, 2016)
Μετά τον τραγικό θάνατο του γιου του, Arthur, ο Nick Cave βρέθηκε αντιμέτωπος με μια πραγματικότητα που δεν χωρούσε εύκολα σε λέξεις. Το "Skeleton Tree", παρόλο που το μεγαλύτερο μέρος του είχε γραφτεί πριν το συμβάν, είναι ο δίσκος που προέκυψε μέσα από αυτή τη συντριβή και το "Girl In Amber" αποτελεί μία από τις πιο σπαρακτικές στιγμές του. Η λιτή ενορχήστρωση με τις ambient πινελιές ξεδιπλώνεται στοιχειωτικά και σε καθηλώνει εντός μιας θλίψης που δεν κορυφώνεται ποτέ αλλά είναι διαρκώς παρούσα. Αντί για κάθαρση, το "Girl In Amber" προσφέρει μια σπάνια και ειλικρινή αποτύπωση του πένθους και της αίσθησης ενός κόσμου που συνεχίζει να κινείται, ενώ εσύ έχεις μείνει ακίνητος. "Some go and some stay behind, Some never move at all". (Α.Α.)

28. Hollywood (Ghosteen, 2019)
Έχει γραφτεί συχνά πως δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος από το να χάνεις το παιδί σου. Για τον Cave είναι ένας πόνος που τον έχει ζήσει δύο φορές, και αντί να βυθιστεί στην ανυπαρξία προσέφερε πίσω, δημιουργώντας αριστουργήματα. Χωρίς τότε να γνωρίζει πως αυτός ο εφιάλτης θα είχε επανάληψη, λίγο μετά το θάνατο του γιού του, Arthur, συνθέτει το "Ghosteen", ένα δίσκο που αξιοποιεί πολλά πληκτροφόρα όργανα, με έντονα ambient στοιχεία και ελάχιστη παρουσία κρουστών, διοχετεύει όλο το ζόφο της απώλειας στο καταληκτικό μέρος της τριλογίας του. Κλείνει το "Ghosteen", το δωδεκάλεπτο, ανατριχιαστικό "Hollywood", εξερευνά νέες περιοχές για τον εμβληματικό καλλιτέχνη, φωνητικά, στιχουργικά και συνθετικά, βαρώντας αλύπητα στο μεδούλι. (Ε.Τ.)
29. Vortex (B-Sides & Rarities Part II, 2021)
Παρότι γράφτηκε και ηχογραφήθηκε το 2006 από τους Cave, Ellis, Casey και Sclavunos, το "Vortex" παρέμεινε για χρόνια αδημοσίευτο, βρίσκοντας τελικά τη θέση του στο "B-Sides & Rarities Part II" το 2021. Και αυτό γιατί υπήρχε μια έντονη αβεβαιότητα γύρω από το αν ταίριαζε περισσότερο στους Bad Seeds ή στους Grinderman. Ακούγοντάς το σήμερα, καταλαβαίνει κανείς πως πρόκειται για ένα κομμάτι που κουβαλά τα καλύτερα στοιχεία και από τις δύο πλευρές του δημιουργικού σύμπαντος του Cave εκείνης της περιόδου. Η εκτέλεση του στην Πλατεία Νερού το 2022, παραμένει μια από τις πιο όμορφες στιγμές που έχω βιώσει σε συναυλία του Nick Cave, και, ίσως, και γενικώς. (Α.Α.)

30. Wild God (Wild God, 2024)
Εδώ έχουμε πια έναν Cave που έχει αντιμετωπίσει εμπόδια και φρικτά ορόσημα στη ζωή που θα μπορούσαν να είχαν λυγίσει κάθε άνθρωπο. Αφού πέρασε από την ενδοσκοπική του φάση, στο "Wild God" η μουσική βρίσκεται πάλι σε πρώτο πλάνο σε σχέση με το υπερβολικά απογυμνωμένο "Ghosteen" και το ομότιτλο κομμάτι είναι από αυτά που ξεχωρίζουν. Λυρικό και πλούσιο ενορχηστρωτικά στα όρια του πομπώδους, με ενδιαφέρουσες gospel φωνητικές αρμονίες, φορτισμένο συναισθηματικά, είναι κάτι σαν μια δήλωση ότι το συγκρότημα παραμένει ζωντανό. Ίσως όχι άγριο ζώο, αλλά σίγουρα απολύτως ενεργό και δημιουργικό. (Π.Κ.)
