Moonspell
Far From God
Gothic κατά είδος, metal κατά περίσταση, Moonspell κατ’ ουσία
Όταν γίνεται λόγος περί gothic metal, η ιστορία συνήθως καταγράφει τους Paradise Lost ως τη δεσπόζουσα δύναμη και τους φυσικούς ηγέτες ενός ιδιώματος που, κατά τη δεκαετία του '90, γνώρισε αξιοσημείωτη άνθηση. Ωστόσο, η πραγματική γενεαλογία του ήχου οδηγεί αναπόφευκτα αρκετά χρόνια νωρίτερα, στο εμβληματικό Into the Pandemonium των Celtic Frost, έναν δίσκο που διεύρυνε τα όρια του ακραίου metal και υπέδειξε νέες δυνατότητες συνύπαρξης σκοταδιού, ατμόσφαιρας και πειραματισμού. Δε θα πρέπει, ωστόσο, να παραγνωριστεί η καθοριστική επίδραση της goth rock παράδοσης. Οι Sisters of Mercy και οι Fields of the Nephilim, με τους The Mission να ακολουθούν, συνέβαλαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση του αισθητικού και συναισθηματικού οπλοστασίου του gothic metal, μεταβολίζοντας στοιχεία του post-punk/dark wave. Περαιτέρω ιστορικές λεπτομέρειες ενδεχομένως περισσεύουν.
Εντός του ως άνωθεν πλαισίου, λοιπόν, αναδείχθηκαν οι Moonspell, οι οποίοι μαζί με τους Paradise Lost και τους Type O Negative συγκρότησαν την πλέον εμβληματική τριανδρία του 90s gothic metal (αν και καμία εξ αυτών των σχημάτων δεν προέκυψε ως εξαρχής ακραιφνής φορέας του gothic metal, αλλά κατέληξε να το ορίσει μέσα από την εκ των υστέρων διαμόρφωση της ταυτότητάς του). Οι Πορτογάλοι δεν έκρυψαν ποτέ τον θαυμασμό τους για τους τελευταίους, δανειζόμενοι κατά τόπους αισθητικά και μουσικά στοιχεία, χωρίς ωστόσο να απεμπολήσουν το δικό τους χαρακτήρα.
Τα Wolfheart και "Irreligious" υπήρξαν οι πρώτοι μεγάλοι σταθμοί της πορείας τους, οι θεμέλιοι λίθοι πάνω στους οποίους οικοδομήθηκε ολόκληρος ο μύθος του συγκροτήματος. Με το φοβερό και τρομερό "Sin/Pecado", οι Moonspell αποκάλυψαν μια διαφορετική όψη του εαυτού τους, περισσότερο εκλεπτυσμένη, μελαγχολική και εσωστρεφή, χωρίς να απολέσουν ούτε στιγμή τη γοτθική τους κλίση. Αργότερα, το τολμηρό (και κατά τη γνώμη μου εξαιρετικό) "The Butterfly Effect" κατέδειξε ότι το σχήμα δεν ήταν διατεθειμένο να εγκλωβιστεί στις βεβαιότητες της επιτυχίας του, επιλέγοντας έναν δρόμο πειραματισμού που μπορεί να δίχασε, πλην όμως δικαιώθηκε καλλιτεχνικά με το πέρασμα του χρόνου.
Έκτοτε, η δισκογραφική τους διαδρομή εξελίχθηκε ως μια διαρκής αναζήτηση νέων εκφάνσεων του σκοτεινού ήχου, άλλοτε με περισσότερη metal-ικότητα (The Anditote, Memorial, Night Eternal, Alpha Noir, 1755) και άλλοτε με έμφαση στο goth rock/metal, τα ραδιοφιλικά τραγούδια και τη μελωδία (Darkness and Hope, Omega White, Extinct). Και μέσα σ’όλη αυτή την εκτενή δισκογραφία έρχεται να τοποθετηθεί και το "Far from God", ένας δίσκος που ήδη από τα πρώτα του δείγματα μοιάζει να συνομιλεί ευθέως με ορισμένες από τις πλέον γοτθικές και χαρακτηριστικές στιγμές της μακράς πορείας των Moonspell. Και τα πρώτα του δείγματα, οι συνθέσεις που είναι εδώ και καιρό κοινοποιημένες στο διαδίκτυο είναι δύο εκπληκτικά Moonspell κομμάτια, με όλες τις εμμονές των εξαιρετικών αυτών μουσικών, της τριάδας που δε σπάει ποτέ. Η τριάδα των Fernando Ribeiro, Ricardo Amorim και Pedro Paixão συγκροτεί έναν σταθερό και αμετάβλητο άξονα από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 έως σήμερα, λειτουργώντας ως ο διαρκής φορέας της συνθετικής τους ποιότητας και διασφαλίζοντας τη συνέχεια ενός ύφους που, παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, παραμένει αναγνωρίσιμο και συνεκτικό.
Ο Fernando Ribeiro περιγράφει το "Far from God" ως προϊόν μιας μακράς περιόδου ενδότερης επεξεργασίας που ακολούθησε το Hermitage, έναν δίσκο άρρηκτα συνδεδεμένο με το συλλογικό τραύμα της πανδημίας και την αίσθηση μίας παγκόσμιας υπαρξιακής αποσταθεροποίησης. Στο μεταξύ διάστημα, η ίδια η αναγκαιότητα της δημιουργίας τέθηκε υπό αμφισβήτηση, όχι λόγου ελλείψεως έμπνευσης -κάθε άλλο- αλλά ως στοχασμός πάνω στο νόημα της συνέχισης ενός έργου σε έναν κόσμο που μοιάζει ολοένα και πιο κατακερματισμένος από ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και ηθικούς διχασμούς. Μέσα από αυτή τη διεργασία, ο Ribeiro φαίνεται να εγκαταλείπει συνειδητά τις πιο άμεσες κοινωνικοπολιτικές και ιστορικές αναφορές προηγούμενων έργων, στρεφόμενος εκ νέου προς τη γοτθική εικονοποιία της μπάντας ως αναζήτηση ενός πιο άμεσου και συναισθηματικά καθαρού τρόπου έκφρασης. Έτσι, το νέο άλμπουμ τοποθετείται ως μια πράξη δημιουργικής επανασύνδεσης με τον πυρήνα της ταυτότητας του συγκροτήματος, όπου το φανταστικό, το σκοτεινό και το μυθικό λειτουργούν ως μέσο υπαρξιακής προσέγγισης αλλά και ως αισθητική επίφαση.
Υπό αυτό το πρίσμα, ο υπό παρουσίαση δίσκος δεν αποτελεί το διάδοχο του "Hermitage", αλλά μία συνειδητή επαναπροσέγγιση των θεμελιωδών συστατικών της αισθητικής των Moonspell. Αυτό που καθίσταται εμφανές ήδη από τις πρώτες ακροάσεις είναι πως οι Moonspell επιστρέφουν σε γνώριμα αισθητικά μοτίβα, επαναδιεκδικώντας το ίδιο το γοτθικό τους αφήγημα. Οι μορφές που στοιχειώνουν το νέο δίσκο -βρικόλακες, λύκοι, θρησκευτικοί συμβολισμοί και οι σκιές μιας χαίνουσας μεταφυσικής βεβαιότητας- δεν λειτουργούν ως διακοσμητικές αναφορές σε μια παλαιότερη εποχή του είδους, ως απλό «vintage» περίβλημα ή αισθητική ανακύκλωση του παρελθόντος. Αντιθέτως, μετατρέπονται σε αλληγορίες της ανθρώπινης αποξένωσης, της ενοχής, της επιθυμίας για λύτρωση και της διαρκούς αναμέτρησης με το θείο. Υπό αυτή την έννοια, το "Far from God" μοιάζει λιγότερο με άσκηση νοσταλγίας και περισσότερο με υπενθύμιση ότι το gothic metal, όταν υπηρετείται με ειλικρίνεια και καλλιτεχνική αυτογνωσία, εξακολουθεί να διαθέτει βάθος και ουσιαστικό περιεχόμενο. Το μόνο που απομένει να φανεί είναι αν η έμπνευση θα σταθεί στο ύψος της υπό περιγραφή πρόθεσης.
Ίσως το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο να είναι ότι δεν ακούγεται σαν μια απόπειρα αναβίωσης του παρελθόντος. Παρά τις εμφανείς γέφυρες με την κλασική περίοδο του συγκροτήματος (αλλά και με πλευρές της post-10s περιόδου τους) οι Πορτογάλοι αντιμετωπίζουν την ιστορία τους ως ζωντανό δημιουργικό κεφάλαιο. Με την αρωγή του Jaime Gomez Arellano, ο ήχος αποκτά καθαρότητα και όγκο αναδεικνύοντας τις συνθέσεις μέσα σε ένα σκοτεινό και επιβλητικό ηχητικό περιβάλλον. Το αν το "Far from God" θα αποδειχθεί το "Irreligious" της σύγχρονης εποχής είναι κάτι που μόνο ο χρόνος μπορεί να κρίνει· ωστόσο, ήδη από τις πρώτες του στιγμές καθίσταται σαφές ότι πρόκειται για album που διεκδικεί θέση στο ανώτερο κλιμάκιο της δισκογραφίας των Πορτογάλων και όχι απλώς μία ακόμη προσθήκη σε αυτήν.
Και πράγματι, τα δύο πρώτα singles πιστοποιούν του λόγου το αληθές: ευμνημόνευτο, εξόχως ελκτικό gothic metal, με το Sisters of Mercy πρόσημο να αναδύεται ιδιαιτέρως έντονα στο ομώνυμο τραγούδι. Το Cross Your Heart αρθρώνεται γύρω από τη συνύπαρξη έρωτα και θανάτου, δύο θεματικών που ανέκαθεν αποτελούσαν τον πυρήνα της γοτθικής μυθολογίας των Moonspell. Μέσα από εικόνες μνήμης, απώλειας και μεταφυσικής αποξένωσης, ο Ribeiro σκιαγραφεί μια σχέση που επιβιώνει μακριά από τον Θεό, αλλά όχι μακριά από την ανάγκη για λύτρωση. Το ομώνυμο Far From God πραγματεύεται έναν έρωτα τρόπον τινά βιβλικό ως προς την ένταση και ταυτόχρονα αιρετικό ως προς τη φύση του, τοποθετώντας τον άνθρωπο ανάμεσα στην επιθυμία και τη σωτηρία. Μέσα από βαμπιρικές αναφορές και θρησκευτικούς συμβολισμούς, ο Ribeiro επαναφέρει μία από τις διαχρονικές θεματικές των Moonspell: την αναζήτηση του νοήματος μέσω του θείου, αλλά κυρίως δια της ίδιας της ανθρώπινης ένωσης.
Το "Biblical" συνιστά ακόμη μία υποδειγματική άσκηση στο ιδίωμα που οι ίδιοι οι Moonspell συνέβαλαν αποφασιστικά να διαμορφώσουν συνδυάζοντας την υπέροχη βαθύφωνη ερμηνεία του Ribeiro με τις γνώριμες σκληρότερες φωνητικές αιχμές του, πάνω σε ένα μελωδικό, ρομαντικά σκοτεινό και χαρακτηριστικά Moonspell-ικό υπόστρωμα. Εδώ ο τραγουδιστής μας αντιπαραθέτει τη βιβλική γλώσσα με μία σχέση που κινείται στα όρια του εφάμαρτου πάθους, της επιθυμίας και της υπερφυσικής αποξένωσης, μετατρέποντας τον έρωτα σε πεδίο όπου η πτώση και η λύτρωση συνυπάρχουν αξεδιάλυτα.
Στο σημείο αυτό αξίζει να υπογραμμιστεί η διαχρονικά υποτιμημένη συμβολή του Ricardo Amorim, ενός κιθαρίστα του οποίου η προσφορά παραμένει δυσανάλογα υποτιμημένη σε σχέση με το πραγματικό της μέγεθος. Από την εποχή ήδη του ‘Irreligious", ο Πορτογάλος κιθαρίστας κραδαίνει την εξάχορδη με μία ιδιότυπη, άκρως συναισθηματική, ευαισθησία στοιχεία που εξακολουθούν να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητας των Moonspell.
Στο "The Great Wolf in the Sky", ένα ακόμη πολύ καλό κομμάτι, επιστρατεύεται ο λύκος ως αρχετυπική μορφή πίστης - γεγονός που παραπέμπει στις θεματικές του Wolfheart. Υπό το πέπλο του γοτθικού φανταστικού, το τραγούδι αναδεικνύεται σε έναν στοχασμό πάνω στην απώλεια και την ελπίδα, εκεί όπου οι νεκροί μετασχηματίζονται σε αστερισμούς που εξακολουθούν να φωτίζουν την πορεία των ζωντανών.
We had a dream, like Nosferatu
We could be lovers, my hand in yours
But we forgot to draw the curtain
Sunlight burnt our final words
Το σκοτεινό και ανεπαισθήτως ανατολίζον "Your Promise of Light" αποτελεί μία από τις πλέον ατμοσφαιρικές στιγμές του δίσκου, καθώς η σύνθεση δομείται περισσότερο πάνω στην υποβλητικότητα παρά στην άμεση εκτόνωση. Απέναντι στη μνήμη της καταστροφής, τοποθετείται η αχνή υπόσχεση μιας μελλοντικής λύτρωσης, επιστρατεύοντας τη μυθολογία λύκων, εσωτερικών θηρίων και πνευματικών δοκιμασιών που λειτουργούν ως μεταφορές της ανθρώπινης αναμέτρησης με τις πιο σκοτεινές όψεις του εαυτού.
Feed the wolf who cries inside
Slay the dragon - tame the beast that lives inside
Στο "For the Love of Mortals" ο ακροατής βυθίζεται σε έναν διάχυτο αισθησιασμό, με τη σύνθεση να αναδεικνύεται σε μία από τις πλέον γοητευτικές goth στιγμές του άλμπουμ. Ο Ribeiro ερμηνεύει τους στίχους υπό μία ερωτική εγκατάλειψη, ενώ το λυρικό σόλο του Amorim προσδίδει στη σύνθεση συναισθηματική ανάταση παραπέμποντας στις πλέον εμπνευσμένες στιγμές της μπάντας.
Το προτελευταίο τραγούδι είναι "Our Freedom to Fall". Η σύνθεση επαναφέρει τους Moonspell σε βαρύτερα και περισσότερο μεταλλικά μονοπάτια, φέροντας τα ίχνη της σχολής των Paradise Lost. Η χαρακτηριστική πυκνότητα των κιθαρών, με εκείνο το γνώριμο Mackintosh-ικό βάρος που καθόρισε τον gothic metal τρόπο, διατρέχει τη σύνθεση, ενώ ακόμη και η άρθρωση των γραμμών του Ribeiro παραπέμπει στιγμές-στιγμές στην ερμηνευτική προσέγγιση του Nick Holmes. Τα σκληρότερα φωνητικά επανέρχονται στο προσκήνιο και το αποτέλεσμα είναι ένα υπέροχο τραγούδι, το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να έχει βρει τη θέση της στο "Memorial" λόγου χάρη.
Με το "Reconquista", οι Moonspell υπενθυμίζουν ότι πίσω από τον γοτθικό χαρακτήρα εξακολουθεί να υπάρχει ένας σκληρός μεταλλικός πυρήνας. Ογκώδες, και επιβλητικό, το κομμάτι συνομιλεί με τις σκληρότερες στιγμές της δισκογραφίας τους και προσφέρει στο δίσκο ένα φινάλε αντάξιο των υψηλών του αξιώσεων.
Κάπως έτσι, λοιπόν, ολοκληρώνεται το νέο πόνημα των Πορτογάλων, ενός συγκροτήματος που εξακολουθεί να δημιουργεί πρωτίστως από καλλιτεχνική αναγκαιότητα και όχι από δισκογραφική υποχρέωση. Αρκεί κανείς να παρατηρήσει τις τρεις τελευταίες δουλειές τους για να διαπιστώσει πόσο διαφορετικές υπήρξαν μεταξύ τους ως προς τη θεματική, την αισθητική και τη μουσική τους κατεύθυνση. Οι Moonspell δεν επαναλαμβάνουν μηχανικά επιτυχημένες συνταγές ούτε ανακυκλώνουν το ίδιο δημιουργικό κεφάλαιο· αντιθέτως, κάθε δίσκος τους συνιστά μια νέα απόπειρα για κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι προηγείται.
Το πραγματικό επίτευγμα του "Far From God" έγκειται στο ότι καταφέρνει να συνομιλεί με ολόκληρη σχεδόν τη δισκογραφική διαδρομή των Moonspell χωρίς να μετατρέπεται σε μουσείο του εαυτού του. Εδώ συνυπάρχουν ο γοτθικός ρομαντισμός, η σκοτεινή μελαγχολία και o metal ήχος διαφορετικών περιόδων του συγκροτήματος, αφομοιωμένα όμως σε ένα ενιαίο σώμα. Δεν αρκούνται απλώς στο να διευρύνουν τα όρια του gothic metal - κάτι που ασφαλώς εξακολουθούν να πράττουν. Εκείνο που τους διαφοροποιεί είναι ότι ακολουθούν με συνέπεια την καλλιτεχνική λογική της έμπνευσής τους, και κατ’επέκταση την εσωτερική τους ανάγκη, ακόμη και όταν αυτή τους οδηγεί σε απρόβλεπτες κατευθύνσεις. Γι’ αυτό και κάθε άλμπουμ τους αποτελεί πρωτίστως αντανάκλαση αυτού που αισθάνονται πως οφείλουν να εκφράσουν τη συγκεκριμένη στιγμή της διαδρομής τους.
Το "Far From God" δεν διεκδικεί την αξία του μέσω μίας κάποιας επιφανειακής επιστροφής στο παρελθόν. Τη διεκδικεί επειδή αποδεικνύει ότι τριάντα και πλέον χρόνια μετά την ίδρυσή τους, οι Moonspell εξακολουθούν να έχουν κάτι ουσιαστικό να πουν - και, το κυριότερο, γνωρίζουν ακόμη πώς να το εκφράσουν μέσα από μία ηχητική γλώσσα που παραμένει αποκλειστικά δική τους.
Υ.Γ. Το κείμενο αφιερώνεται στον Jim "Holmes", εράσμιο ακροατή των Moonspell, στον άνθρωπο που το 1996 σύστησε στον γράφοντα το ολοκαίνουριο τότε "Irreligious"...
