Ejekt Festival: Florence + the Machine, Suede, Holly Humberstone, Elena Leoni @ ΟΑΚΑ P5, 14/07/26
Άλλη μία αποθεωτική εμφάνιση του μοναδικού Βασιλιά που θα αναγνωρίσουμε ποτέ
Το ότι στο στριφνό σύμπαν της μουσικής βιομηχανίας υπάρχουν και θριαμβεύουν καλλιτέχνιδες σαν τη Florence Welch δεν είναι κάτι που θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο. Το ότι εδώ και κάποια χρόνια, από εκείνες τις σπουδαίες εμφανίσεις στο Ηρώδειο και το Γαλάτσι, έχουμε την τύχη να την βλέπουμε τακτικά στα μέρη μας με τους Florence + The Machine, το ίδιο κι ακόμα περισσότερο. Δεν είναι δα μικρή η λίστα με ονόματα αντίστοιχου βεληνεκούς, από κάθε λογής χώρους και ιδιώματα, που ο δρόμος βγάζει σπάνια στο νοτιότερο άκρο των Βαλκανίων, αν τα φέρει έστω μία φορά. Οι προσδοκίες για την επιστροφή της βρετανίδας και του σχήματός της στο Ejekt, τρία χρόνια μετά το θριαμβευτικό πέρασμα από την Πλατεία Νερού, ήταν πολλές. Η επιτυχία έμοιαζε πρακτικά δεδομένη. Όπως και έγινε.
Ξεκινώντας από την αρχή, με τη θερμοκρασία να αγγίζει απολύτως αθηναϊκά επίπεδα βαθιού καλοκαιριού, ο δρόμος για την Έλενα Λεώνη έμοιαζε κάθε άλλο παρά στρωμένος με πέταλα. Κόντρα στα προγνωστικά, ή και όχι, δεδομένης της εμπειρίας που κουβαλάει η δημιουργός, οι δυσκολίες γύρισαν ανάποδα μέσα σε λίγα λεπτά. Οι εισαγωγικές ανισορροπίες στη μίξη διορθώθηκαν. Η άρπα έλαμψε. Το κέφι διατηρήθηκε στο μέγιστο. Οι ερμηνείες πετύχαιναν μόνο κέντρο. Τα ρυθμικά ακολουθούσαν από κοντά. Το χειροκρότημα στο «Έλα» έμεινε αναπάντεχα εντός μετρήματος. Το γύρισμα από τη γαλήνια «Μαργαριταρένια» στα λικνίσματα και τα χαμόγελα του «Βαριέμαι Πολύ» έδεσε με τον πιο γουστόζικο τρόπο τον φιόγκο στο ημίωρο σετ.

Μετά από ένα απαραίτητο σύντομο διάλειμμα ώστε να γίνουν οι ανακατατάξεις πάνω στη σκηνή και ενυδάτωση κάτω από αυτή, η Holly Humberstone με τη μπάντα της πήραν θέσεις ακριβώς στις 18:25 και τα πρώτα χτυπήματα του "To Love Somebody" έσκασαν θαρρείς βγαλμένα από το δισκάκι. Τι κι αν ο ήλιος συνέχιζε να καίει χωρίς έλεος. Τι κι αν μερίδα του κοινού συνέχιζε, διόλου παράλογα, να δείχνει αποσυντονισμένη ή/και δεν ξεκουνούσε από τις σκιές. Με τα μαθήματα που έχει πάρει η αγγλίδα περιοδεύοντας στο πλευρό ονομάτων επιπέδου Lewis Capaldi, Olivia Rodrigo (επί "Sour", επειδή γιατί όχι), Girl In Red και γιατί να το κρύψωμεν Taylor Swift, μπορεί να διαπρέψει ακόμα και στα δυσκολότερα τεστ.

Από τη μετρημένη-μεν-ολόσωστη-δε απόδοση των φωνητικών μέχρι την απλότητα στη στάση και την επικοινωνία με τον κόσμο, οι όποιες αμφιβολίες ίσως υπήρχαν για την παρουσία της μπροστάρισσας, εξαφανίστηκαν με συνοπτικές. Το στήσιμο με τα βάθρα πίσω της έβαλε μία όμορφη πινελιά. Τα σφιχτά παιξίματα πρόσθεταν μερικές επιπλέον. Η έμφαση στο υλικό του ολόφρεσκου "Cruel World" κρίνεται ως δικαιολογημένη. Οι βουτιές στο παρελθόν έβαλαν καλοδεχούμενες μικρές ανατροπές στη ροή. Τα στιγμιαία σκαμπανεβάσματα στην ενέργεια ήταν αναπόφευκτα λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες. Η συλλογή από hooks μεγάλωνε όσο περνούσε η ώρα. Στο "White Noise" η νίκη είχε κλειδώσει με κάθε επισημότητα. [Α.Μ.]

To Love Somebody
The Walls Are Way Too Thin
Cruel World
Blue Dream
Die Happy
Paint My Bedroom Black
Down Swinging
Falling Asleep At The Wheel
Dive
Drunk Dialing
White Noise
Red Chevy
Scarlett
Δέκα χρόνια μετά την τελευταία τους εμφάνιση στην Ελλάδα, οι Suede επέστρεψαν στη σκηνή του Ejekt Festival με μια εμφάνιση που επιβεβαίωσε γιατί παραμένουν ένα από τα σημαντικότερα συγκροτήματα που ανέδειξε η βρετανική alternative σκηνή των τελευταίων τριάντα (και βάλε) ετών. Αν και μεγάλο μέρος του κοινού είχε βρεθεί στο ΟΑΚΑ κυρίως για τους Florence & The Machine, από τα πρώτα λεπτά του set τους έγινε σαφές ότι οι Βρετανοί δεν θα περιορίζονταν σε έναν τυπικό υποστηρικτικό ρόλο.

Ισορροπώντας ιδανικά ανάμεσα στο πρόσφατο – εξαιρετικό από κάθε άποψη - υλικό τους και στα τραγούδια που τους καθιέρωσαν τη δεκαετία του '90, οι Suede κατάφεραν να τραβήξουν την προσοχή ακόμη και όσων δεν είχαν ιδιαίτερη εξοικείωση με τη δισκογραφία τους. Το εναρκτήριο “Disintegrate” λειτούργησε ως ιδανική εισαγωγή πριν η ένταση ανέβει γρήγορα με το “Trash”, ενώ οι πρώτες νότες του “Animal Nitrate” ενεργοποίησαν αμέσως τη μερίδα του κοινού που είχε βρεθεί εκεί για αυτούς, οδηγώντας στο πρώτο ξεσάλωμα της εμφάνισης τους.

Κεντρική φιγούρα αποδείχθηκε φυσικά ο Brett Anderson, ο οποίος, στα 58 του χρόνια, εξακολουθεί να διαθέτει μια σπάνια σκηνική παρουσία. Αεικίνητος από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή, διέσχισε αμέτρητες φορές το πλάτος της σκηνής, δεν σταμάτησε να επικοινωνεί με το κοινό, ενώ το χαρακτηριστικό του λευκό πουκάμισο δεν άργησε να ποτιστεί από τον ιδρώτα του, συνθέτοντας μια εικόνα που, από όπου και αν το πιάσουμε, ξεκάθαρα θύμιζε headline εμφάνιση.

Τα “Personality Disorder”, “June Rain”, και “She Still Leads Me On” ανέδειξαν τη δύναμη του σύγχρονου υλικού τους, τα «Everything Will Flow» και «Can't Get Enough» μας θύμισαν πόσο υποτιμημένο είναι το “Head Music”, ενώ τα “So Young” και “The Wild Ones” – το οποίο, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Brett δεν τραγουδήθηκε όσο του άρμοζε από το κοινό- λειτούργησαν ως σημεία κορύφωσης για τους παλαιότερους φίλους του συγκροτήματος.

Αναμενόμενα, μέσα στους πολλούς και τις πολλές που βρέθηκαν στη συναυλία για την Florence, αρκετοί θεατές είχαν έρθει ειδικά για τους Suede και το έδειξαν τραγουδώντας κάθε στίχο των κομματιών. Όμως, εξίσου ενδιαφέρον ήταν το γεγονός ότι, σταδιακά, παρασύρθηκαν και πολλοί από τους υπόλοιπους, με αποτέλεσμα, στο κλείσιμο της ωριαίας εμφάνισής τους, οι αντιδράσεις να είναι αισθητά θερμότερες. Έτσι, στο φινάλε, με το υπέροχο “Beautiful Ones”, άνθρωποι που λατρεύουν το συγκρότημα εδώ και δεκαετίες παρέα με άλλους που, πριν την συναυλία, δεν ήξεραν ούτε ένα τραγούδι τους, ένωσαν τις φωνές τους με το συγκρότημα και όλοι μαζί τραγουδήσαμε ένα από τα κορυφαία hits της δεκαετίας του ’90.

Χωρίς να βασιστούν στη νοσταλγία, οι Suede παρουσίασαν ένα συγκρότημα που εξακολουθεί να βρίσκεται σε πολύ καλή δημιουργική και συναυλιακή κατάσταση. Η εμφάνισή τους στο Ejekt Festival 2026 αποτέλεσε μια σπουδαία επιστροφή μετά από μια δεκαετία απουσίας από την Ελλάδα και μια υπενθύμιση ότι το συγκρότημα εξακολουθεί να γράφει σπουδαία τραγούδια, να κυκλοφορεί αξιόλογους δίσκους, και καταφέρνει να κερδίζει νέους ακροατές ακόμη και μέσα σε ένα φεστιβαλικό περιβάλλον όπου ο ανταγωνισμός για την προσοχή του κοινού έγερνε ξεκάθαρα προς την Florence. Όμως, οι Suede, ύστερα από αυτή την υποδειγματική εμφάνιση, είναι βέβαιο πως αποχώρησαν από το ΟΑΚΑ με περισσότερους φίλους απ' όσους είχαν στην Ελλάδα όταν ανέβηκαν στη σκηνή. [Α.Α.]
Disintegrate
Trash
Animal Nitrate
Filmstar
Personality Disorder
June Rain
Everything Will Flow
She Still Leads Me On
Can't Get Enough
The Wild Ones
So Young
Metal Mickey
Beautiful Ones
Αν έχεις ξαναβρεθεί σε live της Florence Welch (η οποία εμφανίζεται σ’ αυτό το tour δίχως τους “the Machine”, αλλά με supporting μουσικούς), τότε ξέρεις ότι πρόκειται για μία υψηλής τεχνικής και συναισθηματικής αξίας συναυλία, όπου η σχέση κοινού και καλλιτέχνιδας φτάνει σε επίπεδα λατρείας. Μία λατρεία που η Welch όχι μόνο δεν προσπαθεί να γειώσει, αλλά αντιθέτως την αγκαλιάζει και την τροφοδοτεί, σε μία χορογραφημένη μεν, επιδέξια δε επικοινωνιακότητα. Με το σύνολο της παράστασης να στρέφεται γύρω από εκείνη και την απαστράπτουσα προσωπικότητά της, η είσοδός της με το γοτθικό κόκκινο φόρεμα, μέσα στην πόζα και το στυλ ήταν απολύτως αναμενόμενη. Και φυσικά, «iconic».

Το setlist ήταν (πιο) εστιασμένο στο νέο της δίσκο, το περσινό “Everybody Scream”, και ήταν κλειδωμένο απ’ τη στοιχηματική πως το live θα ξεκινούσε με το πλέον συναυλιακό και ερεθιστικό, ομώνυμο opener, που έστειλε κύματα παροξυσμού στο αλαλάζον κοινό. Με την συνοδεία της “Witch Choir”, της τετραμελούς χορευτικής ομάδας που είχαμε ήδη δει στο video clip, η αισθητική του τελευταίου δίσκου χρωμάτισε μεγάλο μέρος της συναυλίας, με τις τέσσερις φιγούρες να λειτουργούν άψογα στο γενικότερο θέαμα, δίνοντας ρέστα με την αισθησιακή κινησιολογία τους, ενώ αλλού έδειχναν πιο bourlesque, ή περιστοίχιζαν την Welch σαν σε παγανιστική καταληψία.

Μπορεί να χάσαμε τα τέσσερα παραπάνω κομμάτια που παίζει εκτός φεστιβάλ, μαζί με κάποια στοιχεία της θεατρικότητας που ντύνουν την παράσταση, όμως στο επίκεντρο ήταν και παραμένει η ίδια η Florence, για την οποία ίσως και να ισχύει αυτό που λένε «και τον τηλεφωνικό κατάλογο να τραγουδήσει, θα κλαίω από συγκίνηση». Η ικανότητά της να διατηρεί τη φωνή της κρύσταλλο σε απαιτητικά κομμάτια, να προσδίδει όλο το συναισθηματικό βάρος που απαιτείται, να διατηρεί νότες όσο γουστάρει, ενώ ίπταται πάνω απ’ τη σκηνή σαν αερικό, χοροπηδάει σαν παιδί, και τρέχει πάνω κάτω με αστείρευτη ενέργεια, είναι αυτό που τη μετατρέπει από ταλαντούχα καλλιτέχνιδα σε απόλυτη περφόρμερ. Είναι, όμως, και μικρά τελετουργικά, όπως η καθιερωμένη κάθοδος στο κοινό, ή το κατέβασμα (επιτέλους!) των κινητών για να ζήσουμε τη στιγμή στο “Dog Days Are Over”, που μετατρέπουν την συναυλία σε εμπειρία.

Όχι χωρίς τη συμβολή ενός εκστασιασμένου πλήθους (πήραμε και το κοπλιμέντο ότι ήμασταν το πιο ενεργητικό κοινό της τουρνέ), που ήταν προετοιμασμένο να προσφέρει τις θυσίες του στο “Rabbit Heart (Raise It Up)” σηκώνοντας διάφορα άτομα στους ώμους, να μην αφήνει το “Never Let Me Go” να τελειώσει σε μία απ’ τις πιο τρυφερές στιγμές της βραδιάς, να αγκαλιάσει την ευαλωτότητα του “Buckle” για τα αναπάντητα sms (προσωπικά δεν με τρελαίνει, όμως φυσικά και σήκωσα τον φακό του κινητού όταν έπρεπε), ή να κάνει χαμό με το “Spectrum” που αφιερώνεται στην LGBTQ+ κοινότητα, ή κάθε άλλη αντίδραση στα πολλά διάσημα τραγούδια που παίχτηκαν.

Αν πρέπει να ξεχωρίσω ένα highlight απ’ τα πολλά που ζήσαμε, θα ήταν μάλλον η στροφή απ’ το “Heaven Is Here” στο “One Of The Greats”, που ήταν όνομα και πράγμα, τόσο για τη συλλογική εμπειρία της στιγμής, όσο και για το status της Florence Welch στο καλλιτεχνικό και συναυλιακό στερέωμα. Το αργόσυρτο έπος που ολοένα και επιταχύνει για να εκραγεί στο τέλος με μία αποστομωτική ερμηνεία, την οποία η Welch έφερε εις πέρας με εκνευριστική άνεση, ήταν η απόλυτη στιγμή της βραδιάς και παρ’ όλο που δεν είναι τόσο ραδιοφωνικό ή συναυλιακό, νομίζω έδειχνε την άνεση της Welch με το νέο της υλικό, αλλά και την ανανεωμένη της αυτοπεποίθηση.

Στο τέλος, αφού είχαμε κι εμείς χτυπηθεί για τα καλά στους άλλοτε θλιμμένους και άλλοτε ανατατικούς ρυθμούς των Florence + the Machine, με τα rainbow πυροτεχνήματα να φωτίζουν τον νυχτερινό αττικό ουρανό, τα χαμόγελα ήταν απόδειξη πως δεν υπήρξε περιθώριο για απογοήτευση, παρά μόνο η επιθυμία όλο αυτό να κρατούσε περισσότερο. Η Florence Welch κέρδισε κάθε άτομο που για πρώτη φορά την είδε, και επιβεβαίωσε κάθε πλάσμα που την είχε ξαναδεί στο παρελθόν. Θα μπορούσε να έχει επιλέξει άλλα κομμάτια; Σίγουρα. Θα μπορούσε να έχει ζωντανά δεύτερα φωνητικά αντί για ηχογραφημένα; Σαφώς. Άλλαξε ουσιαστικά κάτι σ’ αυτό που ειδαμε; Όχι. Για ένα ακόμη βράδυ, η Florence Welch ήταν ο μοναδικός βασιλιάς που θα αναγνωρίσουμε ποτέ. [Μ.Κ.Ο.]
Φωτογραφίες: Άρτεμις Ανδρουλάκη
Everybody Scream
Shake It Out
Which Witch
Spectrum
Rabbit Heart (Raise It Up)
You Got The Love (Candi Stanton cover)
Hunger
King
Howl
What Kind Of Man
Heaven Is Here
One Of The Greats
Buckle
Never Let Me Go
Sympathy Magic
Dog Days Are Over
Free
