Basement

Wired

Run For Cover Records (2026)
Από την Ειρήνη Τάτση, 10/08/2026
Η ευτυχία του να ζεις στην εποχή που η μουσική της εφηβείας σου περνά δεύτερη νιότη
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Οι Basement δεν ήταν σίγουρα από τα συγκροτήματα που έχτισαν τον emo / post-hardcore / alternative rock ήχο μιας που δημιουργήθηκαν λίγο αργότερα από τους μεγάλους πατέρες των στενάχωρων και στεναχωρημένων έφηβων των 00s. Ωστόσο, είναι σε αυτό το χώρο από αρκετά νωρίς ώστε να τους αποδώσουμε το χαρακτηρισμό αυτού του κουλ νεαρού θείου, που περνάς τέλεια μαζί του αλλά είναι και λίγο μεγαλύτερος. Παρά τη μεγάλη ασάφεια και ύφεση του ήχου αυτού την προηγούμενη δεκα(πεντα)ετία, οι Basement βρήκαν τον τρόπο να επιβιώσουν, λες και ήξεραν ότι η μουσική που αγαπούν θα κυριεύσει και πάλι τον πλανήτη.

Παρά τις πολλές διακοπές της πορείας τους, αυτές δεν υπήρξαν αρκετά μακροχρόνιες για να τους καταστήσουν πραγματικά ανενεργούς, κι έτσι τα αδέρφια Fisher και η παρέα τους, παρά το γεγονός ότι αναζητούσαν τρόπο να εκφραστούν και σε άλλα σχήματα, πάντοτε έβρισκαν το δρόμο πίσω στους Basement. Αν κάποιος βρίσκεται ήδη σε επαφή με τη μουσική τους, μάλλον εύκολα καταλαβαίνει το γιατί. Η πηγαία μελαγχολία τους είναι άμεσα συνυφασμένη με το σήμερα, αναπόφευκτα.

Μπορεί λοιπόν η προηγούμενη διακοπή των Basement να μην κράτησε πολύ και να παίζουν μαζί εδώ και χρόνια, ο νέος δίσκος όμως άργησε αρκετά, μιας που συμπλήρωσε την οκταετία. Το "WIRED", έρχεται και πιάνει τη μουσική των Basement ακριβώς εκεί που την αφήσανε, με το alternative / indie στοιχείο να κυριαρχεί λίγο περισσότερο σε σχέση με το παρελθόν. Δεν θα θεωρήσω αυτή την αλλαγή άσχετη με το γενικότερο softness που επικρατεί στο hardcore, η οποία έρχεται ως άμεσο αποτέλεσμα της δημοτικότητας του ήχου, και φυσικά της σταθερής ενασχόλησης του κιθαρίστα, Alex Henery, ως φωτογράφος και κινηματογραφιστής των Turnstile. Η δυναμική των κομματιών ωστόσο, δεν υστερεί πουθενά.

Μια γλυκιά νοσταλγία για εκείνο το χρυσό διάστημα late nineties - early zeros αχνοφαίνεται μέσα από το "WIRED", πράγμα αρκετά φανερό από τα πρώτα κιόλας στίγματα του ομώνυμου και του "Broken By Design". Η ονειρική φωνή του Andrew Fisher είναι ικανή να ημερεύσει μέχρι και τα πιο άγρια πνεύματα, παρά τους κατά τόπους θυμούς και εντάσεις του. Και οι στίχοι βοηθούν δραματικά. Το καρέ των singles και video clips συμπληρώνουν τα  "The Way I Feel" και "Head Alight", δύο κομμάτια που φέρνουν το δίσκο ακόμη πιο κοντά στο shoegaze ηχητικό πρότυπο. Σε αυτή την τελευταία δράση συμμετέχει έντονα και η παραγωγή, καθώς έρχεται πιο θολωμένη και απόμακρη απ’ ότι παλαιότερα να κάνει το "WIRED" να θυμίζει μια μακρινή ανάμνηση που παίζει σε λούπες, ανάμνηση της οποίας την ιστορία δεν τη θυμάσαι πια ποτέ ακριβώς με τον ίδιο τρόπο.

Με περισσότερη ορμή μας συστήνονται τα "Time Waster" και "Pick Up The Pieces" που διατηρούν αυτή την αγριάδα των παλαιότερων χρόνων, ενώ σωστά κατά τη γράφουσα, κρατούν για το τέλος το pop-punk στην ψυχή "Summer’s End", το τέλειο δηλαδή τραγούδι για να συντροφεύσει σύντομα το κλείσιμο του καλοκαιριού. Ο υπόλοιπος δίσκος ανακατεύει alt rock ραδιοφωνικές ιδέες και «δύσκολο» shoegaze μπλεγμένο με «εύκολα» ρεφρέν. Εκεί που όλα τα τραγούδια ανεβαίνουν σκαλιά όμως, είναι οι ζωντανές εμφανίσεις των Basement, όπου ο παλμός τους, αφήνει την αίσθηση ότι για εκείνη τη στιγμή, είναι το καλύτερο συγκρότημα στον κόσμο.

Παρότι οι Basement ακολουθούν πιστά τον ήχο τους και στη νέα δισκογραφική επιστροφή με το "WIRED", η προσπάθεια προσαρμογής τους στη νέα πραγματικότητα του αιθέριου (post) hardcore αφήνει κάποια κενά που αναζητούν περιεχόμενο. Με απόλυτη πίστη στη μελλοντική εύρεσή του, απολαμβάνουμε παρ’ όλα αυτά έναν δίσκο με υπέροχα τραγούδια, που είναι γραμμένος για το τελικό, δροσερό στάδιο του καλοκαιριού, ή μιας ανθρώπινης σχέσης.

Bandcamp

  • SHARE
  • TWEET