Χαμένος ανάμεσα σε όρια και συναρτήσεις αναζητά το σταθερό του σημείο στη μουσική που ακούει. Θαυμαστής μοναχά της μελωδίας, αδιαφορεί μεν για το είδος του πλαισίου που την παρέχει, όχι όμως και για...
Lamb Of God
Into Oblivion
Δεν υπάρχει καμία περίπτωση οι Lamb Of God να χαθούν στη λήθη. Ότι και να γίνει, όπως και να γίνει.
Όταν μπαίνει στο τραπέζι το όνομα Lamb Of God πρέπει λίγο να το στηρίζουμε καλά, γιατί κινδυνεύει σοβαρά να πέσει. Το τραπέζι. Με άλλα λόγια, δισκογραφικά η ομάδα του Blythe ήταν για χρόνια εντελώς ισοπεδωτική. Ουσιαστικά με εξαίρεση τα δύο τελευταία άλμπουμ τους το σερί που έτρεχαν για μια δεκαπενταετία ήταν σαρωτικό. Ταυτόχρονα οι ζωντανές εμφανίσεις τους ήταν και είναι εμπειρίες γεμάτες πόνο, μελανιές, ενέργεια και πόρωση. Τελευταία όμως είχαν λίγο χάσει τη συνθετική φρεσκάδα τους και έδειχναν να εγκλωβίζονται στο ύφος και τις αρχές του songwriting που τόσα χρόνια εκπροσωπούν. Προσωπικά μια ανάγκη ανανέωσης την έβλεπα, μιας διαφορετικής προσέγγισης, χωρίς πάντως οι δίσκοι να είναι για πέταμα.
Έτσι το "Into Oblivion" είναι μάλλον ο σημαντικός δίσκος της ύστερης περιόδου της πολύ μεγάλης μπάντας από τη Virginia. Είναι αυτός που είτε θα κλείσει μια μικρή παρένθεση ή θα μονιμοποιήσει το δισκογραφικό στάτους της μπάντας σε πιο χαμηλά επίπεδα από τα πρώτα δεκαπέντε χρόνια, αυτό που λέμε «οι Lamb Of God κάποτε βγάζανε δισκάρες, αλλά παραμένουν τρομεροί live».
Το πρώτο single του δίσκου, "Sepsis", ανέβασε τα επίπεδα της προσμονής στα ύψη. Για μένα είναι το κορυφαίο κομμάτι τους εδώ και χρόνια. Είναι διαφορετικό, έχει ένα βάρος που σέρνεται στα όρια του sludge, μια μαυρίλα και την αλλαγή που το κάνει σχεδόν όσο πορωτικό όσο ένα "Omerta". Σχεδόν είπα μωρέ μην ταράζεσαι! Είναι όλος ο δίσκος τόσο ενδιαφέρον όμως; Όχι! Είναι όμως ένα σίγουρα μεγαλύτερης αξίας από τα δύο προηγούμενα.
Να ξεκινήσουμε από την παραγωγή. Ο ήχος έχει σημαντικές διαφορές από τις προηγούμενες δουλειές τους. Είναι πιο ωμός, λίγο πιο βρώμικος, αλλά εξυπηρετεί ταυτόχρονα την πηγαία ανάγκη της μπάντας για groove και όγκο στο απόλυτο. Νομίζω ότι είναι η παραγωγή που με έπιασε περισσότερο από την εποχή του "Wrath" (αυτό το ταμπούρο στο "Set To Fail", αυτός ο ήχος των DiMarzio, έχουν στοιχειώσει τα μουσικά μου γούστα εδώ και 17 χρόνια).
Μετά υπάρχει ακόμα αυτός ο ελέφαντας στο δωμάτιο, η εδώ και χρόνια απουσία του Chris Adler. Ο Cruz είναι πολύ καλός ντράμερ και δεν κάνει κακό στα κομμάτια των LoG, αλλά ο Chris δεν ήταν απλά ένας πολύ καλός ντράμερ. Τα παιξίματα του ήταν γεμάτα ιδέες και χαρακτήρα, άλλαζαν με τον τρόπο τους τη ροή των κομματιών, διαμόρφωναν τα riff και τελικά έδιναν άλλη μια διάσταση στις συνθέσεις. Αυτό δεν είναι πια εδώ, όσο κι αν στο φετινό άλμπουμ ο Cruz προσπαθεί να ακουστεί όσο πιο κοντά μπορεί στο στυλ του Adler.
Για τους τρεις στα έγχορδα, Campbell, Morton και Willie Adler δεν υπάρχει κανένας αστερίσκος. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, πρέπει να μην ξέρει κάποιο για ποια μπάντα μιλάμε για να είχε έστω και τις παραμικρές αμφιβολίες. Το εντυπωσιακό όμως, είναι ότι ακούγεται διαφορετικά ο Randy Blythe. Μου δίνει την αίσθηση ότι έχει προσπαθήσει περισσότερο να εντάξει διαφορετικά πράγματα στον τρόπο που χρησιμοποιεί τη φωνή του. Χωρίς να χάνει τα βασικά χαρακτηριστικά του, υπάρχουν σημεία που οριακά τον αναγνώρισα.
Όλα αυτά όμως από μόνα τους δεν λένε τίποτα. Οι συνθέσεις είναι που έχουν όλη την αλήθεια. Ωραία, άσε με να ξεκινήσω με δύο ερωτήσεις εδώ. Πρώτη: υπάρχει κακό τραγούδι στο δίσκο; Όχι. Κανένα τραγούδι δεν είναι χαμηλού επιπέδου. Υπάρχουν παντού μεγάλα, πορωτικά riff, τόνοι από groove και αυτά τα χαρακτηριστικά κοψίματα που σηκώνουν μεγάλα ξυλίκια. Ακόμα και στις πιο επίπεδες συνθέσεις, σκάει κάποιο σημείο που πετάει ο Randy ένα go και γίνεται πόλεμος. Δεύτερη: Υπάρχουν όμως εξαιρετικά τραγούδια; Κι όμως ναι! Και όχι μόνο ένα! Για το "Sepsis" τα είπαμε ήδη, είναι όμως και το "El Vacio" που σε πνίγει με τα πηχτά του (περίπου Alice In Chains) σκοτάδια, το "St. Catherine's Wheel" με μια ακρότητα που πάει σε πολύ παλιά χρόνια της μπάντας και το επίσης βουτηγμένο στον βούρκο των Neurosis "A Thousand Years". Τέσσερα στα δέκα τρομερά κομμάτια δεν το λες κι άσχημα. Αν προσθέσεις και τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα "Parasocial Christ" - ίσως το πιο metalcore/hardcore punk κομμάτι που έχουν γράψει εδώ και καιρό - και τα πολύ ωραία riff του "Bully" έχεις ένα πραγματικά καλό σύνολο.
Με λίγα λόγια είμαστε στην ευχάριστη θέση να πούμε ότι οι Lamb Of God βγάλανε έναν δίσκο που είναι καλύτερος και από τους δύο προηγούμενους. Αλλά ως εκεί. Αρκεί αυτό; Ναι για να μην καταλήξει δεύτερης σημασίας νέο το ότι βγάζουν δίσκο. Ναι για να περιμένουμε πως και πως να τους ξαναδούμε live και μάλιστα να ζητήσουμε να έχει κομμάτια κι από αυτό το δίσκο το setlist. Όχι για να ξαναπάρουν τα ηνία του groove metal στα χέρια τους. Διάολε υπήρχε εποχή που διαπραγματεύονταν τα ηνία όλου του μοντέρνου metal.
