Acid Reign
Daze Of The Week
Το thrash statement της χρονιάς
Οι Acid Reign σχηματίστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του ’80 στο Harrogate της Αγγλίας και συγκαταλέγονται ανάμεσα στα δημοφιλέστερα σχήματα του βρετανικού thrash metal, δίπλα στους Onslaught, Sabbat και Xentrix. Εν αντιθέσει με τους συνοδοιπόρους τους, καλλιέργησαν εξαρχής έναν ήχο που συνέδεε την αμιγώς thrash επιθετικότητα με crossover/punk εκρήξεις ενέργειας με τον ιδιότυπο βρετανικό σαρκασμό, στοιχεία άρρηκτα συνυφασμένα με τη συνολική ταυτότητα της μπάντας και αποτυπωμένα ιδανικά στα δύο πρώτα έργα της αρχικής περιόδου τους, κυρίως στο "The Fear" και λιγότερο στο "Obnoxious". Παρά τη διαρκώς αυξανόμενη αναγνώριση που γνώριζαν τότε στην ευρωπαϊκή σκηνή -έχοντας μάλιστα στο παρελθόν στις τάξεις τους και τον μετέπειτα Cathedral riff architect Gaz Jennings- η μπάντα διαλύθηκε το 1991, αφήνοντας πίσω της ένα δισκογραφικό κενό σχεδόν τριών δεκαετιών. Η επιστροφή τους το 2019 λειτούργησε ως πειστική επανεκκίνηση ενός σχήματος που εξακολουθούσε να διαθέτει ταυτότητα και ουσιαστικό λόγο ύπαρξης μέσα στο σύγχρονο thrash τοπίο. Παρότι συγκαταλέγονται δικαιωματικά ανάμεσα στα σχήματα της Big Four του βρετανικού thrash, η δισκογραφική τους πορεία χαρακτηρίζεται από ένα σχεδόν χαοτικό χρονικό κενό. Μετά το "Obnoxious" του 1990 -δίσκος που με τα χρόνια απέκτησε cult υπόσταση- η μπάντα οδηγήθηκε ουσιαστικά σε διάλυση, παραμένοντας δισκογραφικά ανενεργή έως την επιστροφή της με το αξιόλογο "The Age of Entitlement", καλύπτοντας έτσι ένα κενό 28 ετών.
Αναφορικά με το υπό παρουσίαση "Daze of the Week", η τρέχουσα σύνθεση αποτελείται από τους Matt Smith (lead κιθάρα), Darren Mcgillivary (ρυθμική κιθάρα), Pete Dee (μπάσο), Johnny Grimley (τύμπανα) και φυσικά τον Howard H. Smith στα φωνητικά, το μοναδικό εναπομείναν αυθεντικό μέλος από την ιστορική σύνθεση της μπάντας και τη βασική οργανική γέφυρα με το παρελθόν της. Στις επιμέρους συμμετοχές ξεχωρίζει η παρουσία του Charlie Griffiths των Haken στα τρομερά guest solos του πρώτου single Fantastic Passion -σύνθεση που σχοινοβατεί μεταξύ mid tempo και ταχύτατου thrash- ενώ το εικαστικό κομμάτι επιμελήθηκε ο Dan Goldsworthy, όνομα συνυφασμένο με τη σύγχρονη αισθητική του ακραίου metal. Το ειδοποιό χαρακτηριστικό του δίσκου, που λειτουργεί ως αισθητική δήλωση αρχής, είναι η εμφατική επιλογή της καθαρά αναλογικής ηχογράφησης, με τη μπάντα να τονίζει χαρακτηριστικά πως: «no digital sounds were used in this recording; it is all analogue». Και πράγματι, ο δίσκος αποπνέει εκείνη τη ζεστή και οργανική υφή που μόνο η αναλογική προσέγγιση μπορεί να προσφέρει, μακριά από τη sterile υπερ-επεξεργασία που συχνά απονευρώνει τις σημερινές metal παραγωγές. Έτσι, οι Acid Reign επιμένουν πεισματικά σε μία αντισυμβατική για την εποχή μεθοδολογία παραγωγής, καθώς ο δίσκος ηχογραφήθηκε εξ ολοκλήρου αναλογικά υπό την επιμέλεια του Jayce Lewis στα Northstone και CWRW Studios. Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί φτηνό φετιχισμό παλαιάς κοπής, αλλά ένα ουσιώδες αισθητικό εργαλείο που προσδίδει στο άλμπουμ όγκο και φυσικότητα.
Το άλμπουμ αφιερώνεται στη μνήμη του Ian Gangwer, αυθεντικού μπασίστα της μπάντας και ένα από τα ιδρυτικά της μέλη που συμμετείχε στις πρώτες ηχογραφήσεις των demos, του EP και του πρώτου full-length, και συγκεκριμένα από το 1985 έως το 1989. Το γεγονός αυτό προσδίδει επιπλέον συναισθηματικό βάρος σε μια κυκλοφορία που μοιάζει να ισορροπεί ανάμεσα στο παρελθόν και στην εξέλιξη της μπάντας.
Παρά τον αφιερωματικό της χαρακτήρα, ο δίσκος κοιτάζει καθαρά προς τα εμπρός, καθώς εδώ συναντά κανείς ίσως την πιο ταχύρρυθμη εκδοχή των Acid Reign μέχρι σήμερα. Πολλές από τις συνθέσεις δομούνται πάνω σε καταιγιστικές ταχύτητες, με ρυθμικές επιταχύνσεις που συνοψίζουν σχεδόν υποδειγματικά τον ορισμό του thrash στην πιο καθαρή και ανελέητη μορφή του. Τα πρώτα κομμάτια του δίσκου λειτουργούν ως μία πραγματική καταιγίδα αδρεναλίνης και επιθετικότητας, με τους Acid Reign να εξαπολύουν έναν αδιάκοπο thrash ορυμαγδό ήδη από τα πρώτα λεπτά του The Who of You. Οι κιθάρες των Matt Smith και Darren Mcgillivary βρίσκονται διαρκώς στην πρώτη γραμμή, είτε μέσα από καταιγιστικά riffs είτε μέσω εξαιρετικά δουλεμένων solos (Daze of the Week, No Truth). Θα τολμούσε μάλιστα κανείς να υποστηρίξει πως οι Acid Reign ουδέποτε στο παρελθόν είχαν επιδείξει έναν τόσο αμείλικτο και συνεχόμενο ηχητικό καταιγισμό· ακόμη και στις πλέον κλασικές στιγμές της πρώτης περιόδου τους, η μπάντα σπάνια ακουγόταν τόσο ταχύτατη, τόσο σφιχτοδεμένη και τόσο αποφασισμένη να ωθήσει το thrash ιδίωμά της στα όρια της εκρηκτικότητας. Να σημειωθεί επίσης ότι ο θυμός και η οργή λειτουργούν ως συνειδητοποιημένη ένταση με σαφές κοινωνικό, πολιτικό και προσωπικό υπόβαθρο. Στιχουργικά δηλαδή ο δίσκος κινείται σε ένα πεδίο έντονα φορτισμένης κοινωνικής και πολιτικής παρατήρησης, με τη μπάντα να εγκαταλείπει κάθε αφαιρετική ή αλληγορική υπεκφυγή υπέρ ενός λόγου ευθύ, δηκτικού και συχνά ανελέητα επιθετικού. Οι θεματικές του δίσκου περιστρέφονται γύρω από τη μετα-σύγχρονη κουλτούρα της παραπληροφόρησης, τον δογματισμό, την ψυχολογική αποσύνθεση, τη διάρρηξη της εμπιστοσύνης, τον κοινωνικό ναρκισσισμό και τη σταδιακή αποσάθρωση της συλλογικής λογικής. Ο Howard H. Smith προσεγγίζει τα ζητήματα αυτά με έναν λόγο ωμό, άμεσο και βιωματικό, ο οποίος ναι μεν διατηρεί την παραδοσιακή thrash οργή, την εμπλουτίζει όμως ταυτόχρονα με μία εμφανώς πιο ώριμη και συνειδητοποιημένη υπαρξιακή διάσταση:
Almost religious in your blindness
Belief without proof is a fools paradise
You’ve always had a flair for the dramatic
That’s why you are now Nazisistic
Συνθέσεις όπως τα φοβερό και τρομερό Alonely, το αξιολογότατο, με τα εξαιρετικά σόλος, μεσαιών ταχυτήτων Conniption King με το ημι-ρυθμοαπαγγελτικό refrain του, το οποίο προσδίδει στο κομμάτι μία τρόπον τινά urban νευρικότητα, καθιστώντας το άμεσα αναγνωρίσιμο, ενώ το καταιγιστικό "Blind Lies" εκκινεί με σχεδόν death metal riffs. Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί το βραδυκίνητο μεσαίο μέρος της σύνθεσης, προτού η μπάντα επιστρέψει εκ νέου στη thras-ώδη βιαιότητα των riffs. Το "Sorrowsworn" λειτουργεί ως η πιο ευδιάκριτη punk παρένθεση του δίσκου, μετατοπίζοντας προσωρινά το βάρος από το καθαρό thrash σε μία ευθύβολη hardcore εκτόνωση, χωρίς όμως να χάνεται η επιθετική συνοχή του άλμπουμ. Σε στιχουργικό επίπεδο, το κομμάτι σκιαγραφεί μία σκοτεινή τυπολογία ανθρώπων που ενσαρκώνουν και αναπαράγουν αρνητικά συναισθήματα, τρεφόμενοι από τον ψυχικό πόνο των άλλων και λειτουργώντας ως φορείς απαισιοδοξίας και συναισθηματικής απομύζησης. Η ειρωνική καταγραφή αυτής της "φυλής" ανθρώπων, με όρους που κινούνται ανάμεσα στην κοινωνιολογική παρατήρηση και την ωμή καθομιλουμένη σάτιρα, ενισχύει τον punk πρόσημο του κομματιού, προσδίδοντάς του έναν σαφή χαρακτήρα καταγγελίας και αποδόμησης. Το ακροτελεύτιο Centre of Everything λειτουργεί ως ιδανικό κλείσιμο του δίσκου, ξεκινώντας σε πιο αργό και σκοτεινό τέμπο που παραπέμπει στις υποβόσκουσες σκοτεινές στιγμές των Grip Inc., πριν η σύνθεση εκραγεί σε καταιγιστικά riffs που επαναφέρουν τη thrash ένταση στο προσκήνιο. Ξεχωρίζει το εξαιρετικά ταχύ thrash-core μεσαίο σημείο, το οποίο λειτουργεί ως αιφνίδια έκρηξη έντασης μέσα στη σύνθεση, συμπυκνώνοντας σε λίγα δευτερόλεπτα όλη την επιθετικότητα και τη ρυθμική αιχμή του κομματιού, πριν αυτό επανέλθει στις πιο βαριές και σκοτεινές του φόρμες. Πρόκειται για ένα φινάλε που συνδυάζει βαρύτητα, κορύφωση και αίσθηση αποσυμπίεσης, λειτουργώντας ως αποτύπωση ενός δίσκου που συνολικά διεκδικεί με αξιώσεις μία από τις κορυφαίες θέσεις στις φετινές thrash κυκλοφορίες - σίγουρα την πρώτη έως τώρα. Οι στίχοι, από την άλλη, κινούνται σε ένα υπαρξιακό και κοινωνιολογικό πεδίο αποσύνθεσης και επαναληπτικής φθοράς, με εικόνες όπως η υπερκατανάλωση, η διάβρωση των εμπειριών και η αίσθηση εγκλωβισμού σε μία πραγματικότητα που μοιάζει ταυτόχρονα οικεία και αλλοιωμένη, αποδίδοντας έτσι ένα κλείσιμο που είναι καθαρά ψυχολογικό.
Γενικότερα οι συνθέσεις φανερώνουν ένα συγκρότημα απολύτως προσηλωμένο στον σκληροπυρηνικό πυρήνα του thrash metal, με τους Acid Reign να αποδεικνύουν πως εξακολουθούν να κατέχουν εις βάθος την τέχνη της σύνθεσης γνήσιων thrash οδοστρωτήρων, τραγουδιών δηλαδή που συμπυκνώνουν με αξιοθαύμαστη ακρίβεια την ταχύτητα, τη βιαιότητα και την εκρηκτική δυναμική που ανέκαθεν καθόριζαν το ιδίωμα στις πλέον αμιγείς και αδιαπραγμάτευτες εκφάνσεις του. Το "Daze of the Week" αποδεικνύει πως το συγκρότημα όχι μόνο δεν έχει απολέσει την επιθετικότητά του, αλλά αντιθέτως μοιάζει αποφασισμένο να παίξει ταχύτερα και αγριότερα από ποτέ. Ακόμη πιο εντυπωσιακό, ωστόσο, παραμένει το γεγονός πως η φωνή του Howard H. Smith ακούγεται σχεδόν ανατριχιαστικά αναλλοίωτη στον χρόνο· η χαρακτηριστική χροιά, η ειρωνική δηκτικότητα και εκείνος ο υστερικός τρόπος εκφοράς παραμένουν παρόντα με τρόπο που δύσκολα συναντά κανείς σε τραγουδιστή του χώρου έπειτα από τέσσερις δεκαετίες παρουσίας.
Συνολικά, το "Daze of the Week" πιστοποιεί ότι οι Acid Reign αντιμετωπίζουν την επιστροφή τους ως ενεργή επανατοποθέτηση μέσα στο σύγχρονο thrash τοπίο, με ένταση, ταχύτητα και συνείδηση της ιστορικής τους διαδρομής. Πρόκειται για έναν δίσκο που ενώνει το παρελθόν με το παρόν χωρίς συμβιβασμούς, διατηρώντας ακέραιη την επιθετικότητα του ιδιώματος. Έτσι, η κυκλοφορία λειτουργεί ως δήλωση συνέχειας - απόδειξη ότι το thrash, όταν υπηρετείται με συνέπεια και αυθεντικότητα, εξακολουθεί να έχει λόγο ύπαρξης και σήμερα. Αναμένετε ευσύνοπτα και άμεσα προσλήψιμα refrains, βαρύγδουπες mosh ενότητες με σαρωτικούς ρυθμούς και εκτεταμένα σημεία υψηλής ταχύτητας, τα οποία επιβεβαιώνουν την εμμονή της μπάντας στη διαρκή επιτάχυνση και στην ωμή, ανεπεξέργαστη εκτόνωση.
