Anthrax
Cursum Perficio
Persistence of... Anthrax
Από το ακατέργαστο ακόμη speed/thrash του "Fistful of Metal" μέχρι τη σημερινή τους εκδοχή, οι Anthrax υπήρξαν ανέκαθεν μια μπάντα που δυσκολευόταν -ευτυχώς- να χωρέσει απολύτως μέσα στα όρια του ίδιου της του ιδιώματος. Η έλευση του Joey Belladonna στα μέσα των '80s εγκαθίδρυσε μια αντίφαση που έμελλε να καταστεί ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα γνωρίσματά τους. Πάνω στις κοφτερές ρυθμικές του Scott Ian, στην χαρακτηριστική αίσθηση του groove του Charlie Benante και στο hardcore της νεοϋορκέζικης καταγωγής τους, η επιμεταλλωμένη hard rockin' φωνή του Belladonna άνοιγε έναν απροσδόκητο χώρο μελωδίας και αποδοχής. Από το "Spreading The Disease" έως το "Persistence Of Time", η αντίφαση αυτή γέννησε μια τετράδα δίσκων που δεν αναπαρήγαγε την ίδια φόρμουλα, αλλά μετακινούσε διαρκώς τα όριά της: από την εκρηκτική συνάντηση thrash και hardcore του "Among The Living" μέχρι τη σκοτεινότερη, βαρύτερη και σαφώς «σοβαρότερη» αισθητική του "Persistence Of Time".
Η περίοδος John Bush, αντιθέτως, με αφετηρία το ιδιαίτερο "Sound Of White Noise", μετέφερε τους Anthrax σ' ένα groove/alternative-oriented ηχητικό πεδίο, απολύτως εναρμονισμένο με τις μετατοπίσεις του metal των '90s. Γι' αυτό και η μεταγενέστερη επιστροφή του Belladonna δεν είχε νόημα ως απλή ανασύσταση της παλαιάς αίγλης. Τα "Worship Music" και For All Kings έδειξαν ότι η σύγχρονη εκδοχή των Anthrax μπορούσε να σταθεί πειστικά ακριβώς επειδή δεν επιχείρησε να πιθηκίσει τη δεκαετία του '80: οι μεσαίες ταχύτητες, τα βαριά/κοφτά riffs, οι εκτενέστερες φόρμες και η εντονότερη μελωδική διαβάθμιση είχαν πλέον καταστεί οργανικό τμήμα του ήχου τους. Το πρώτο εμφανίζεται περισσότερο μεταβατικό και κατά στιγμές υπερφορτωμένο, το δεύτερο σαφώς πιο κατασταλαγμένο, με τον Jon Donais να προσδίδει ουσιώδες lead κιθαριστικό αποτύπωμα και την μπάντα να ενδιαφέρεται λιγότερο να αποδείξει ότι «επέστρεψε» και περισσότερο να ορίσει ποια ακριβώς είναι στην ύστερη περίοδό της.
Κάπου εκεί έρχεται να τοποθετηθεί το "Cursum Perficio". Η σύντομη εισαγωγή του "Persistence of Memory" δύσκολα δεν ενεργοποιεί τους αυτονόητους συνειρμούς με το παρελθόν· περισσότερο, ωστόσο, λειτουργεί ως νεύμα προς την ίδια τους την ιστορία παρά ως μία στείρα άσκηση νοσταλγίας. Και ο ίδιος ο τίτλος του δίσκου -Cursum Perficio, ήτοι «ολοκληρώνω την πορεία» ή, πιο ελεύθερα, «φέρνω εις πέρας τη διαδρομή»- μοιάζει να συνοψίζει αυτή ακριβώς τη στάση: την επίγνωση μιας μακράς διαδρομής, των μεταμορφώσεων και των κατακτήσεών της, όχι απλώς μία δήλωση τέλους. Υπό αυτή την έννοια, ο τίτλος προϊδεάζει για έναν δίσκο που περισσότερο ανασυντάσσει δημιουργικά το παρελθόν του παρά το αναπαλαιώνει. Ήδη με το "The Long Goodbye" και ακόμη περισσότερο με το It's For the Kids, ο δίσκος εισέρχεται σε περιοχή κατεξοχήν Anthrax-ική: στακάτα και ογκώδη riffs, μεγάλα ομαδικά refrains, η χαρακτηριστική εκφορά του Belladonna και κιθαριστικά leads το λιγότερο εξαιρετικά. Ιδίως το δεύτερο κρύβει εν τω μέσω του μία άκρως πωρωτική γκρούβα όπου Ian, Bello και Benante συμπυκνώνουν μέσα σε ελάχιστα μέτρα ολόκληρη τη ρυθμική ιδιοσυστασία της μπάντας: το riff παύει να λειτουργεί διεκπεραιωτικά και μετατρέπεται σε εκείνο το χαρακτηριστικό σωματικό λίκνισμα που οι Anthrax ξέρουν όσο ελάχιστοι να εμφυτεύουν μέσα σε ένα thrash πλαίσιο. Και αμέσως μετά έρχεται ένα πραγματικά εξαίσιο solo, ευφάνταστο, και με ουσιαστική εσωτερική ανάπτυξη, από εκείνα που δεν «στολίζουν» απλώς τη σύνθεση αλλά μεταβάλλουν δραστικά το ειδικό της βάρος.
Το Everybody's Got A Plan μετακινεί ελαφρώς τη γωνία προσέγγισης, φέρνοντας καθαρότερα στην επιφάνεια την ανέκαθεν παρούσα hardcore συνιστώσα των Anthrax. Mid-tempo κατά βάση, δεν στηρίζεται στην ταχύτητα όσο σε εκείνη τη χαρακτηριστική σύζευξη thrash και νεοϋορκέζικης core αγριάδας που αποτελούσε ανέκαθεν μέρος του γενετικού τους υλικού. Κι εδώ αρχίζει να διαφαίνεται ευκρινέστερα μία από τις βασικές επιλογές του άλμπουμ: αντί να αναζητούν τεχνηέντως την ιλιγγιώδη νεότητα του παρελθόντος τους, οι Anthrax προτιμούν να επεξεργαστούν εκ νέου, μέσα από μεσαίες κυρίως ταχύτητες, έναν ήδη εμπεδωμένο αλλά ακόμη λειτουργικό και αποδοτικό τρόπο .
Εκεί, ωστόσο, όπου το πράγμα αποκτά διαφορετικό ενδιαφέρον είναι στο The Edge Of Perfection. Η απαλή, παραπλανητικά ήρεμη εκκίνησή του ελάχιστα προϊδεάζει για την απότομη μεταμόρφωση που ακολουθεί: το riffing αποκτά μια τραχιά, ξυστική, blackened υφή, αρκετά ανοίκεια για τα συνήθη δεδομένα των Anthrax, ενώ ο Benante ωθεί στιγμιαία το ρυθμό προς μια λογική που προσεγγίζει το blast beat. Δεν έχουμε, ασφαλώς, κάποια αιφνίδια διολίσθηση της μπάντας προς το black metal - κάτι τέτοιο θα ήταν σχηματικό και παραπλανητικό. Έχουμε όμως μια ενδιαφέρουσα ιδιωματική ρωγμή, μία στιγμιαία διατάραξη της ασφάλειας του γνώριμου τους κόσμου, και ακριβώς γι' αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερη αξία: υπενθυμίζει ότι ακόμη και σήμερα οι Anthrax μπορούν να εισάγουν ανορθόδοξες υφές χωρίς να απολέσουν ούτε στιγμή την ταυτότητά τους, ήτοι να υπερβαίνουν την ζώνη άνεσής τους.
Οσο ο δίσκος ξεδιπλώνεται, οι κοφτές ιθάρες του Ian εξακολουθούν να αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των συνθέσεων, ο Bello παρεμβαίνει ενεργητικά κι όχι διακοσμητικά, ο Benante εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται ουσιωδώς τον ρυθμό, ενώ ο Donais κερδίζει σημαντικό χώρο μέσα από μια σειρά ευφάνταστων, συχνά εντυπωσιακών solos. Επάνω σε αυτή τη βάση στέκεται βέβαια ο Belladonna. Στα 65 του πλέον, η φωνή του φέρει αναπόφευκτα το αποτύπωμα του χρόνου: η χροιά έχει ελαφρώς σκουρύνει, η υψιφωνία δεν διαθέτει την ίδια νεανική αιχμή και ορισμένες φράσεις αντιμετωπίζονται διαφορετικά. Κι όμως, η φωνητική του προσωπικότητα παραμένει απολύτως αναγνωρίσιμη· εκείνη η ιδιότυπη, παράταιρα μελωδική φωνή πάνω από το τραχύ thrash υπόστρωμα εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις βασικότερες αιτίες για τις οποίες οι Anthrax ουδέποτε ακούστηκαν ακριβώς σαν κανέναν από τους συνοδοιπόρους τους.
Η συνολική εντύπωση, εντούτοις, παραμένει προς το παρόν περισσότερο συγκρατημένη παρά ανεπιφύλακτα ενθουσιώδης. Το "Cursum Perficio" επί συνόλου είναι κατά βάση mid-tempo, στιβαρό, ογκώδες και εκτελεστικά επιβλητικό, δίχως να επιδιώκει συστηματικά εκείνη την αίσθηση κατεπείγοντος που χαρακτήριζε τις πλέον φρενήρεις στιγμές της μπάντας. Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι κατά πόσο «ακούγεται Anthrax» - επ' αυτού ελάχιστη αμφιβολία μπορεί να υπάρξει. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο κατά πόσο αυτή η παγιωμένη πλέον ηχητική τάση εξακολουθεί να γεννά τραγούδια με δική τους αναγκαιότητα κι όχι απλώς άρτιες εφαρμογές μιας ήδη κατακτημένης φόρμουλας. Μέχρι στιγμής, ο δίσκος μοιάζει να ισορροπεί ακριβώς επάνω σε αυτή τη λεπτή γραμμή: αρκετά οικείος ώστε να φέρει ανεξίτηλη τη σφραγίδα των δημιουργών του, αλλά με αρκετές επιμέρους παρεκκλίσεις ώστε να μη μετατρέπεται σε στυγνή αναπαράσταση του εαυτού τους.
Το δεύτερο μισό του δίσκου, πάντως, φιλοξενεί τουλάχιστον δύο εξαίσιες συνθέσεις. Η πρώτη είναι το φερώνυμο, που διαθέτει ένα από τα πλέον καλοδουλεμένα refrains του άλμπουμ: άμεσο χωρίς να γίνεται απλοϊκό, μελωδικό χωρίς να εκπίπτει στο εύπεπτο και, το κυριότερο, από εκείνα που εγκαθίστανται αμέσως στη μνήμη και επανέρχονται ασυναίσθητα μετά το τέλος της ακρόασης. Δίπλα του, το "Infectious" κινείται εκ νέου σε μεσαίες ταχύτητες, αλλά κατορθώνει να μετατρέψει το γνώριμο mid-tempo πάτημα σε πλεονέκτημα, χάρη στη στιβαρότητα του riffing που δεν χρειάζεται να επιταχύνει για να αποκτήσει ένταση. Είναι από εκείνες τις περιπτώσεις όπου οι Anthrax δείχνουν ότι η δύναμή τους δεν εξαρτάται υποχρεωτικά από την ταχύτητα, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο οικοδομούν το groove, αφήνουν το riff να «κάθεται» σωστά και προσδίδουν στη σύνθεση εκείνη τη χαρακτηριστική ώθηση που τους συνοδεύει εδώ και δεκαετίες. Το "NYC 93" είναι ίσως η πλέον απερίφραστα thrashy στιγμή του δεύτερου μισού του δίσκου, μία σύνθεση φτιαγμένη καθ' όλα the Anthrax way: η ταχύτητα επανέρχεται σε πρωταγωνιστικό ρόλο, τα riffs αποκτούν πιο αιχμηρή και επιθετική φορά και η μπάντα ξαναβρίσκει εκείνη την αίσθηση κατεπείγοντος που στις μεσαίες ταχύτητες του άλμπουμ εμφανίζεται περισσότερο υπαινικτικά. Και, φυσικά, κάπου εν τω μέσω παρεμβάλλεται η σχεδόν «απαραίτητη» Anthrax-ική γκρούβα, ωσάν μία ρυθμική εκτροπή που για λίγες στιγμές ανακόπτει την ευθύγραμμη thrash ορμή, προτού το κομμάτι επανέλθει στην αρχική του ταχύτητα. Δεν πρόκειται για κάποια ριζική αναδιατύπωση του τρόπου τους· είναι όμως μία από εκείνες τις συνθέσεις που υπενθυμίζουν πόσο φυσικά εξακολουθούν οι Anthrax να χειρίζονται το thrash όταν αποφασίζουν να το αφήσουν να βγει μπροστά.
Η τελική ευθεία του δίσκου περνά μέσα από τα "T.O.M.B"., "Watch It Go" και "My Victory", τρεις συνθέσεις οι οποίες ολοκληρώνουν παρά ανατρέπουν όσα ο δίσκος έχει ήδη προλάβει να καταθέσει. Εδώ, άλλωστε, η φυσιογνωμία του δίσκου έχει αποκρυσταλλωθεί επαρκώς ώστε να διακρίνονται καθαρότερα και οι επιμέρους συγγένειες που διατρέχουν το υλικό του. Κατά τούτο, η tremolo υφή, τα blast-beat ξεσπάσματα και η blackgaze απόχρωση του "The Edge of Perfection" δύνανται να ανακαλέσουν στο νου τους Deafheaven, την ίδια στιγμή που η ρυθμική του αγριότητα ανακαλεί, από διαφορετική ασφαλώς αφετηρία, κάτι από την παλαιότερη thrashy hardcore κληρονομιά των S.O.D. και, κατ' επέκταση, μια πλευρά του Benante που ουδέποτε έπαψε να υπολανθάνει στο παίξιμό του. Στο "Watch It Go", αντιθέτως, το βάρος μετατοπίζεται προς μία Pantera-ική αντίληψη της γκρούβας -όχι αυθαίρετα, αφού ο ίδιος ο Benante έχει αναφερθεί στο αποτύπωμα του Dimebag- ενώ τόσο αυτό όσο και το "T.O.M.B". ομοιάζουν κατά στιγμές να συνομιλούν με τη βαρύτερη, groove-oriented περίοδο των "Sound of White Noise" και "Stomp 442", δίχως βεβαίως να αναπαριστούν την εποχή Bush. Στο ίδιο ευρύτερο '90s φάσμα μπορούν να ενταχθούν και ορισμένες alternative/groove ή ακόμη και στιγμιαία nu-metal αποχρώσεις των "Infectious" και "Watch It Go" όπως γράψαμε παραπάνω, οι οποίες ενδέχεται να ανακαλέσουν Prong ή Helmet περισσότερο ως προς τη ρυθμική οικονομία και τη διαχείριση του βάρους παρά ως προς κάποια ευθεία υφολογική συγγένεια. Υπό αυτή την έννοια, το υπό παρουσίαση νέο Anthrax album δεν επιχειρεί να ετεροκαθοριστεί μέσω εμφανών δανείων· προτιμά να συναιρέσει διαφορετικές ιστορικές εκδοχές των ίδιων των Anthrax, επιτρέποντας ταυτόχρονα σε εξωγενείς αναφορές να παρεισφρήσουν διακριτικά στις ρωγμές του ήχου τους.
Εν κατακλείδι, το "Cursum Perficio" αποδεικνύεται μία καθ' όλα αξιόλογη προσθήκη στη μακρά δισκογραφική διαδρομή των Anthrax και, κατά την εκτίμησή μου, αισθητά πληρέστερη από τις δύο προηγούμενες καταθέσεις της περιόδου Belladonna. Δεν επιχειρεί να επανεφεύρει τους Anthrax ούτε να τους μεταμφιέσει σε κάτι που δεν είναι· αντιθέτως, τους βρίσκει σε μια φάση αξιοσημείωτης αυτογνωσίας, όπου η εμπειρία καθορίζει εν πολλοίς το δρόμο. Οι καλές συνθέσεις είναι αρκετές, οι εκτελέσεις παραμένουν υψηλότατου επιπέδου, τα κιθαριστικά μέρη, lead και ρυθμικά, διαθέτουν συχνά πραγματική έμπνευση και, κυρίως, ο δίσκος διατηρεί την αίσθηση ότι εξακολουθούν να υπάρχουν τραγούδια. Δεν έχουμε, βεβαίως, μπροστά μας ένα νέο "Among the Living" ή "Perststence of Time" - ούτε θα είχε ιδιαίτερο νόημα να αναζητούμε κάτι τέτοιο το 2026. Έχουμε όμως έναν δίσκο που δικαιολογεί απολύτως την ύπαρξή του και, το σημαντικότερο, δεν ακούγεται ως ακόμη μία υποχρεωτική προσθήκη στη δισκογραφία μιας ιστορικής και μεγάλης μπάντας, αλλά ως έργο που έχει λόγο να απαιτεί την προσοχή μας.
