Scenious Sound 001: The Messthetics Αnd James Brandon Lewis κ.α. @ ΠΛΥΦΑ 24/10/26
Η εγχώρια πειραματική σκηνή σε διάλογο με διεθνή avant-garde και jazz-rock
Αvant-garde σε ενα βιομηχανικό αλλά ζεστό και φιλικό περιβάλλον πρώην πλεκτηρίων και υφαντηρίων της παλιάς Αθήνας. Ναι το ΠΛΥΦΑ απο εκεί βγαίνει.. Το πρώτο και φιλόδοξο Scenious Sound μας χάρισε μια βραδιά πειραματικής και αυτοσχεδιαστικής μουσικής, όμορφων performance και τέχνης με μια διαδρομή ανάμεσα στη διεθνή avant-garde και τη σύγχρονη σκηνή της χώρας. Μόνο καλά λόγια έχουμε να πούμε. Η διοργάνωση ήταν καλή. Η διαδικασία κύλησε απίθανα ομαλά και γρήγορα. Φιλική και παρεΐστικη διάθεση. Ευγένεια και κατανόηση. Και τα όποια ελάχιστα προβλήματα, τα κρατάμε για να μην συμβούν στα επόμενα που ελπίζουμε να έρθουν στο μέλλον. Μόνο μπράβο.
Με μισή ώρα καθυστερηση λόγω μικρών τεχνικών και ηλεκτρονικών δυσκολιών η σκηνή ζωντάνεψε. Οι FAUDUJUDU παρουσίασαν μια διαφορετική εκδοχή του αυτοσχεδιασμού, με το σαξόφωνο του Fausto Sierakowski που σε σημεία μας θύμισε ηπειρώτικες μελωδίες, τα τύμπανα του Δημήτρη Κλωνή και την ηλεκτρονικά επεξεργασμένη κιθάρα μπροστά απο πλήθος πεταλιών του Γιάννη Αναστασάκη να διαμορφώνουν ένα ηχητικό περιβάλλον που μετακινήθηκε ανάμεσα στην οργανική επικοινωνία και την καθαρά ηχητική εξερεύνηση. Το σαξόφωνο αποτέλεσε συχνά το σημείο αναφοράς με αρκετά balkan ήχο, χωρίς να κυριαρχήσει απαραίτητα, καθώς οι παρεμβάσεις της κιθάρας και τα ηλεκτρονικά επηρέασαν καθοριστικά τη μορφή που έπαιρνε κάθε ιδέα. Ο Αναστασάκης αξιοποίησε το ηχητικό οπλοστάσιό του για να μετατρέψει τον ήχο της κιθάρας σε κάτι πολύ ευρύτερο από αυτό που περιμένει κανείς από το συγκεκριμένο όργανο, ενώ ο Κλωνής κινήθηκε ανάμεσα σε πιο πυκνά ρυθμικά περάσματα και λεπτομερείς, αποσπασματικές παρεμβάσεις που θα τις έλεγα αρκετά δυνατές έως και rock. Το bass synth, αν το καταλαβα καλά, έδωσε επιπλέον βάθος στο σύνολο και ενίσχυσε την αίσθηση ότι η μουσική δεν περιοριζόταν σε μια συμβατική συνομιλία τριών οργάνων. Οι FAUDUJUDU δεν επιδίωξαν να κάνουν τον πειραματισμό αυτοσκοπό, αλλά άφησαν τις διαφορετικές ηχητικές τους προσεγγίσεις να συνυπάρξουν, αναζητώντας ισορροπίες που άλλοτε έμοιαζαν εύθραυστες και άλλοτε οδηγούσαν σε πιο συμπαγή αποτελέσματα. Για ένα νέο σχήμα, το ενδιαφέρον βρισκόταν κυρίως στη δυνατότητα να διαμορφώσει μια κοινή γλώσσα χωρίς να περιορίσει τις προσωπικές αναζητήσεις των μελών του. Ισως ήθελα την κιθάρα πιο δυνατά. Όμως το αποτελεσμα δεν απογοήτευσε κανέναν και έφερε σιγά σιγά τον κόσμο προς τα μπροστά.
Οι KOPER8 ανέβηκαν στη σκηνή με τέσσερις μουσικούς (ο ένας παρέμεινε από πριν ok) που δεν χρειάστηκε να ακολουθήσουν κάποια συγκεκριμένη διαδρομή για να συναντηθούν. Τα δύο σαξόφωνα της Ingrid Laubrock και του Giuseppe Doronzo κινήθηκαν αρχικά σε διαφορετικές κατευθύνσεις, άλλοτε συμπληρώνοντας το ένα το άλλο και άλλοτε δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα ένταση, με τις φάσεις τους να διασταυρώνονται και να διαλύονται πριν προλάβουν να αποκτήσουν μια συμβατική μελωδική συνέχεια. Η κιθάρα του Γιάννη Αναστασάκη με το ίδιο σετάρισμα με πριν, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του συνολικού ήχου, με την επεξεργασία του σήματος να μετατρέπει το όργανο σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη πηγή θορύβου, βόμβου και παραμορφωμένων ηχοχρωμάτων. Πάλι μαλλον την ήθελα πιο δυνατα. Πίσω από όλα αυτά, ο Tom Rainey κινήθηκε με την ελευθερία που χαρακτηρίζει το παίξιμό του, αποφεύγοντας την εύκολη ρυθμική σταθερότητα και παρεμβαίνοντας με μικρές, συχνά απρόβλεπτες κινήσεις που άλλαζαν την κατεύθυνση του συνόλου. Είχε αυτό το παλιομοδίτικο jazz αεράτο στυλ που πραγματικά ταίριαζε. Τα χάιδευε ρε τα κρουστά του. Η μουσική δεν αναζήτησε ποτέ μια εύκολη κορύφωση, μπήκαν κι αλλα πνευστά στην πορειά και η τσαμπούνα/γκάιντα/ασκαυλος έφερε παλι κατι πιο folk και γιαννωτικο (!) στον ήχο και το όλο χτίστηκε μέσα από διαδοχικές εντάσεις, παύσεις και αλλαγές δυναμικής, με την (καλή) επικοινωνία των τεσσάρων να βρίσκεται διαρκώς στο προσκήνιο. Ηταν εμφάνιση που ανέδειξε τις δυνατότητες του ελεύθερου αυτοσχεδιασμού νομίζω και επίσης άρεσε στον ακόμα περισσότερο κόσμο που γέμιζε σιγά σιγα την αίθουσα.
Η εμφάνιση του Γιώργου «Ψαρογιώργη» Ξυλούρη με τον Ζιάρκα και τον Θεσσαλονικεύ έφερε την κρητική μουσική παράδοση σε ένα περιβάλλον όπου οι γνώριμες αναφορές συνυπήρξαν με την ελευθερία του αυτοσχεδιασμού. Ο χώρος τωρα γεμισε και ο κοσμός δικαιολογημένα πλησίασε πολύ μπροστα στην σκηνή. Το λαούτο του Ξυλούρη αποτέλεσε το κέντρο βάρους της συνάντησης, όχι όμως με την έννοια ενός οργάνου που καθοδηγούσε υποχρεωτικά τους υπόλοιπους, αλλά ως μια (κρητική - παραδοσιακή) φωνή που συνομιλούσε διαρκώς μαζί τους. Τα έλεγαν με τα μάτια. Ο ενας έπιανε τον αλλον. Οι μελωδικές του ιδέες άνοιξαν δρόμους για το κοντραμπάσο του Ζιάρκα, το οποίο κινήθηκε ανάμεσα στη ρυθμική υποστήριξη και σε πιο ελεύθερες παρεμβάσεις, ενώ τα τύμπανα του Θεσσαλονικεύ έδωσαν διαφορετικές αποχρώσεις στον παλμό, χωρίς να εγκλωβίσουν τη μουσική σε μια σταθερή μετρική. Η ιδιαίτερη γοητεία της σύμπραξης βρισκόταν στον τρόπο με τον οποίο το παραδοσιακό ιδίωμα και πραγματικά κρητικά τραγουδια, μεταμορφωνόταν χωρίς να χάνει την ταυτότητά του. Το παίξιμο του Ξυλούρη διατήρησε τον χαρακτηριστικό του δυναμισμό, ενώ η παρουσία των δύο μουσικών δίπλα του έδωσε στο λαούτο χώρο να κινηθεί έξω από τις αναμενόμενες φόρμες και το αποτελεσμα να είναι jazz-improv-folk στα τέρματα. Το αποτέλεσμα δεν αντιμετώπισε την παράδοση ως κάτι που χρειάζεται να προστατευτεί από το καινούργιο, αλλά ως ζωντανό υλικό που εξακολουθεί να γεννά νέες ιδέες μέσα από την αλληλεπίδραση. Αυτό είναι το πανέμορφο. Οτι το κάνουν μοντέρνο, χωρίς να κόβει τις ρίζες του. Σε σημεία ήταν εκπληκτικό.
Παραλληλα με τα τρία πρωτα σχήματα ο Ολλανδός εικαστικός και καλλιγράφος Vincent de Boer συνέδεσε την καλλιγραφία με την κίνηση, τον ρυθμό και τον ήχο. Γνωστός ως το ανεπίσημο πέμπτο, και μοναδικό μη μουσικό, μέλος των Ill Considered, εστησε με πινέλο και μελάνι λέξεις στο χαρτί-τοίχο.
Η εμφάνιση των Messthetics ξεκίνησε σε μία μισοάδεια αίθουσα, όσο το κοινό έπαιρνε ανάσες (κάποιες γεμάτες καπνό) μετά την εξαιρετική εμφάνιση του σχήματος του Γιώργου Ξυλούρη. Και είναι πραγματικά κρίμα για όσους ήταν έξω που έχασαν την καταιγιστική έναρξη του "Deface The Currency", όπως μπαίνει δηλαδή το σαξόφωνο του James Brandon Lewis σαν να το έχεις πιάσει καταμεσής ενός free jazz σόλο. Ευτυχώς όμως θα είχαν την ευκαιρία κατά τη διάρκεια της βραδιάς να απολαύσουν πολύ από αυτό το δυναμικό punk jazz στυλ του κουαρτέτου από την Washington DC. Και φυσικά η αίθουσα όχι μόνο γέμισε αρκετά, αλλά και το κοινό αποδείχτηκε ιδιαίτερα ένθερμο και εκδηλωτικό, αντιδρώντας με το καλύτερο τρόπο σε όσα οι μουσικοί τού έδιναν, οι οποίοι με τη σειρά τους φαίνονταν ξαφνιασμένα χαρούμενοι και ανταπέδιδαν με χαμόγελα και ασυνήθιστη, τουλάχιστον για τα δεδομένα του JBL, εξωστρέφεια.
Όσοι ήταν εξοικειωμένοι με τους δίσκους τους δεν πρέπει να ξαφνιάστηκαν καθόλου από το τι άκουσαν, αλλά ίσως ότι το άκουσαν μεγαλύτερο, δυνατότερο, (ακόμα) καλύτερο. Οι υπόλοιποι δεν μπορεί να μην υποκλίθηκαν στην riff-άτη jazz που δεν κρύβει τις rock καταβολές της (η ρυθμική βάση αποτελείται από τον μπασίστα και τον ντράμερ των Fugazi). Σίγουρα μετά το τέλος της συναυλίας τα riff συνθέσεων όπως "That Thang", "Clutch" ή "Serpent Tongue" ακόμα θα έπαιζαν στα αυτιά των θεατών. Μη νομίζετε όμως ότι έχουμε να κάνουμε με μία νερωμένη εκδοχή της jazz προορισμένη να χαϊδεύει (rock) αυτιά. Τίποτα δε χάνεται από τον fusion χαρακτήρα και την avant garde περιπέτεια που ένας οπαδός της jazz μπορεί να περιμένει, ενώ φυσικά οι δύο σολίστ, τόσο ο αναμενόμενος Lewis στο σαξόφωνο, όσο και το outsider για τους λιγότερο μυημένους Pirog στην κιθάρα, έδωσαν πολλές στιγμές αυτοσχεδιασμού και μουσικότητας στα solo τους. Η αξία πάντως του αποτελέσματος δε γίνεται να μην αποδοθεί στη χημεία και το δέσιμο που έχει αποκτήσει αυτή η τετράδα που είθε να μείνει για πολύ καιρό ακόμα μαζί, και με κάποια νέα δουλειά να μας επισκεφθεί και πάλι. Δεν μπορώ να σκεφτώ ούτε έναν από όσους ήταν αυτό το Σαββατόβραδο στο ΠΛΥΦΑ να μην θέλει να τους δει ξανά. Και ξανά. Και ξανά.
Η έμπνευση για κλείσιμο της βραδιάς με μία πρωτοποριακή, ξαπλωμένη συναυλία, των Stoma ήταν ομολογουμένως απόλυτα εύστοχη. Μετά την ένταση των Messthetics η οριζόντια χαλάρωση στην διαμορφωμένη για αυτό το λόγο αίθουσα ήταν ό,τι έπρεπε. Παρότι πολλοί έφυγαν μετά το κυρίως μενού της βραδιάς, όσοι έμειναν τήρησαν σε μεγάλο βαθμό την πρόσκληση για μία διαφορετικού τύπου «θέαση», ξαπλωμένοι και με κλειστά μάτια (ούτε συζήτηση για κινητά και φωτογραφίες). Αυτό μας έδωσε την ευκαιρία να αφομοιώσουμε κάθε νότα του post-rock/ψυχεδελικού σχήματος και πότε αλήθεια ακούσατε μουσική τόσο απερίσπαστοι από οτιδήποτε άλλο; Φυσικά αυτό οδήγησε και σε μία αρκετά προσωπική εμπειρία του πώς βίωσε ο καθένας αυτή τη συναυλία, οπότε είναι δύσκολο να περιγράψω μία κοινή κατάσταση. Η μουσική των Stoma, ξεκινώντας αργά και ατμοσφαιρικά και σταδιακά ανεβάζοντας ένταση και ρυθμό αλλά και φωτισμό, φαινόταν σχεδιασμένη να σε πάρει μαζί της σε ένα ταξίδι παρέα με τις σκέψεις σου. Από μία υπνωτική κατάσταση σε ένα φρέσκο ξύπνημα. Δεν απαιτούσε αποκλειστικότητα αλλά συμμετοχή. Σίγουρα το έντονο χειροκρότημα στο τέλος δείχνει πως ο περισσότερος κόσμος απόλαυσε το ταξίδι, αλλά κι αν κάποιοι εγκλωβίστηκαν σε αδιέξοδα, ίσως να πρέπει να κατηγορήσουν για αυτό τις σκέψεις τους ή απλά τα άβολα ρούχα που φορούσαν.
