Oren Ambarchi, Tropical Geometry, Savvas Metaxas @ ΠΛΥΦΑ, 18/10/26
Μια ηλεκτρική κιθάρα που έπαψε να ακούγεται σαν κιθάρα, σε ένα εγκεφαλικό ηχητικό ταξίδι!
H Κυριακή δεν είναι η μέρα που, ειδικά το βράδυ, αρκετός κόσμος βρίσκει την όρεξη να κάνει κάτι προς διασκέδαση. Τελικά όμως αν σηκώσεις τα πόδια σου και το κουφάρι σου, μπορεί να ανταμειφθείς.
Την αρχή στην Πλυφα έκανε ο Σάββας Μεταξάς, με modular synths, πετάλια και λούπες να αποτελούν τα βασικά εργαλεία του. Μέσα από τη ζωντανή επεξεργασία των ήχων, έστησε ένα αρκετά καλά δομημένο ηχητικό περιβάλλον, με σταθερή ατμόσφαιρα και χωρίς να παρασύρεται σε άσκοπες εξάρσεις. Η προσέγγισή του έδωσε έμφαση στη σταδιακή διαμόρφωση του ήχου, διατηρώντας το ενδιαφέρον μέσα από τις μικρές μεταβολές και τις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις.

Οι Tropical Geometry, ήταν δύο, κινήθηκαν σε ένα πεδίο πειραματισμού με πιανάκι, μίκτες, πετάλια και ηλεκτρονικά, αναζητώντας διαφορετικές υφές και ρυθμικές κατευθύνσεις. Παρότι υπήρχαν ενδιαφέρουσες ιδέες και στιγμές με πιο έντονο ρυθμικό χαρακτήρα, οι εναλλαγές δεν έμοιαζαν πάντα να υπηρετούν μια ενιαία συνθετική λογική, με αποτέλεσμα η συνολική ροή να χάνει κάπως τη συνοχή της. Έλαβαν δυνατό χειροκρότημα και γρήγορα μετεφεραν το τραπέζι τους για να μπει στο κέντρο αυτό του Αυστραλού, γεμάτο πεταλια και μπλεγμένα καλώδια!

Ο Oren Ambarchi ανέβηκε στη σκηνή, όχι ενταξει, κάθισε στην καρέκλα πίσω απο το τραπέζι με τα πετάλια του... με μια ηλεκτρική κιθάρα και πολλά καλώδια. Μόνο που, για τα πρώτα λεπτά τουλάχιστον, δύσκολα θα μπορούσες να αναγνωρίσεις το όργανο που βρισκόταν στα χέρια του. Με αφετηρία τους ήχους των χορδών, άρχισε να χτίζει λούπες, να επεξεργάζεται διαρκώς το υλικό του και να δημιουργεί ένα ηχητικό περιβάλλον που έμοιαζε να έχει όλο και λιγότερη σχέση με την παραδοσιακή έννοια της κιθάρας. Ε προφανώς. Κάνει χρόνια πειραματικούς αυτοσχεδιασμούς. Ε μα!
Η αφετηρία ήταν χαμηλόφωνη και υπομονετική, με τον Ambarchi να προσθέτει σταδιακά στρώσεις ήχου, μέχρι η σύνθεση να αποκτήσει όγκο, ένταση και μια σχεδόν σωματική διάσταση. Δεν θα πω ψέματα, στην αρχή δεν με έπεισε ιδιαίτερα. Υπήρχε μια απόσταση ανάμεσα σε αυτό που έβλεπα και σε αυτό που άκουγα, με την εξέλιξη να μοιάζει περισσότερο με μια διαδικασία παρατήρησης παρά με κάτι που μπορούσε να με τραβήξει άμεσα μέσα του. Κάπου στην πορεία, όμως, άρχισε να συμβαίνει αυτό που κάνει τη μουσική του Ambarchi τόσο ενδιαφέρουσα. Οι επαναλήψεις, οι μικρές μεταβολές και οι συνεχείς παρεμβάσεις πάνω στον ήχο έπαψαν να λειτουργούν ως μεμονωμένα στοιχεία και άρχισαν να αποκτούν μια δική τους, σχεδόν υπνωτική λογική.

Η αίθουσα, τα φώτα που τον χτύπαγαν από πίσω και αφηναν τις σκιές του αριστερα και δεξιά στους τοίχους έπαιξαν το ρόλο τους. Βοήθησαν. Η σύνθεση ανέβηκε σταδιακά σε εντάσεις, με το βουητό, τους βόμβους και τον θόρυβο να καταλαμβάνουν όλο και περισσότερο χώρο, χωρίς να χάνεται η αίσθηση ότι όλα αποτελούν μέρος μιας ενιαίας διαδικασίας. Δεν υπήρχε ανάγκη για μια συμβατική κορύφωση, κάποιο εντυπωσιακό κιθαριστικό ξέσπασμα ή μια εύκολη λύση που θα έδινε στον ακροατή την ικανοποίηση της αναμενόμενης κατάληξης. Ο Ambarchi έμοιαζε περισσότερο να εξετάζει πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ένας ήχος όταν τον αποσυνδέσεις από την αρχική του ταυτότητα και τον αφήσεις να εξελιχθεί με τους δικούς του όρους.
Και όταν η ένταση έφτασε στο ψηλότερο σημείο της, άρχισε να υποχωρεί, αρκετά πιο γρήγορα απ' όσο είχε χτιστεί, μέχρι που όλα έσβησαν περίπου σαρανταπέντε λεπτά μετά την έναρξη. Μια διαδρομή που δεν προσπαθούσε να γίνει εύκολη, αλλά κατάφερε να γίνει άμεση, σχεδόν παρά την ίδια της την αφαιρετικότητα. Γιατί εκεί βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της μουσικής του. Οτι μπορεί να είναι εγκεφαλική, απαιτητική και βαθιά πειραματική, χωρίς να χάνει την ικανότητα να σε παρασύρει σε ένα καθαρά βιωματικό επίπεδο.
Το σχεδόν παραληρηματικό χειροκρότημα που ακολούθησε, με τον κόσμο να φωνάζει και να αποθεώνει τον Αυστραλό μουσικό, έδειξε ότι η συγκεκριμένη διαδρομή δεν ήταν μια υπόθεση μόνο για τους μυημένους. Και κάπως έτσι, μια Κυριακή βράδυ που ξεκίνησε με την απαραίτητη βαρεμάρα του «να σηκωθώ τώρα ή να μείνω σπίτι;» κατέληξε να δικαιώνει απόλυτα την πρώτη επιλογή.
