Πιστεύει ακράδαντα ότι υπάρχουν μόνο δύο είδη μουσικής, η καλή και η κακή. Σχολιάζει και από τα δύο στις σελίδες του Rocking.gr, αν και οι κακές γλώσσες λένε ότι γράφει κυρίως για ό,τι είναι ή μοιάζει...
The Bevis Frond
Horrorful Heights
Ποιοτικά υψηλής ποιότητας όπως πάντα, ποσοτικά προλαβαίνει να ενθουσιάσει, να κουράσει και να ξαναενθουσιάσει βάσει της διάρκειάς του
Υπάρχει μία γλυκιά οικειότητα που ξεπηδάει από το πρώτο κιόλας τραγούδι του "Horrorful Heights", μια οικειότητα που προκύπτει από την πεισματάρικη προσήλωση του Nick Saloman στο ίδιο μοτίβο ψυχεδέλειας, αυτό που συνδυάζει τον σκληρό κιθαριστικό ήχο με την γλυκιά και σχεδόν εύθραυστη φωνή του. Είναι ζήτημα αν έχει αλλάξει κάτι μέσα σε τέσσερις δεκαετίες και σχεδόν 30 κυκλοφορίες εκτός ίσως μίας ελαφράς μετατόπισης στη σύνθεση σε σχέση με το jam. Στην πραγματικότητα όμως μπορεί κανείς να μπλέξει τη σειρά των κυκλοφοριών των Bevis Frond σε κάποιον random generator και η αλληλουχία να εξακολουθεί να βγάζει νόημα. Αυτό φυσικά είναι τόσο προτέρημα όσο και αδυναμία αφού με δυσκολία μπορεί κάποιος να συγκρίνει πχ το "Horrorful Heights" με την υπόλοιπη δισκογραφία τους που, πέρα από συγκεκριμένες αρκετές κορυφές, αποτελείται κατά βάση από μία σειρά πολύ αξιόλογων αλλά όχι απαραίτητα ξεχωριστών δίσκων.
Κάπου σε αυτή την κατηγορία πέφτει και η φετινή δουλειά και, όπως πολύ συχνά συμβαίνει με τον υπερπαραγωγικό Saloman, σημαντική επίπτωση στο να φτιάξει μία πιο πυκνή και ποιοτική δουλειά έχει η ποσότητα της μουσικής που για άλλη μία φορά μας παρουσιάζει. Είναι συνηθισμένο ένας δίσκος του να κινείται στο πλαίσιο της μίαμιση ώρας μουσικής και η αλήθεια είναι ότι στη διάρκεια αυτή καταφέρνει να ενθουσιάσει, να κουράσει και να ξαναενθουσιάσει παραπάνω από μία φορά. Αν στη δισκογραφία των Bevis Frond είναι δύσκολο να βρούμε μεγάλες υφολογικές μεταβολές, φαντάζεστε τι γίνεται εντός του ίδιου δίσκου με 20 τραγούδια να βγαίνουν σχεδόν από το ίδιο καλούπι και κύριες διαφορές το πότε θα βγεί λίγο παραπάνω το psych, indie ή folk στοιχείο ή πότε η κιθάρα θα οδηγεί με φουλ ηλεκτρισμό και ένταση τη μουσική και πότε μία ακουστική ραχοκοκκαλιά θα μαλακώνει λίγο τη διάθεση.
Το εναρκτήριο "A Mess Of Stress" μάλλον θυμίζει σε όλους ότι όσο κι αν ήταν ο Hendrix η αρχική επιρροή του Saloman, εξίσου, αν όχι και περισσότερο, όσο μεγαλώνει έρχεται στο προσκήνιο και ο Neil Young. Είναι ένα από αυτά τα τραγούδια που όσο οικεία κι αν είναι όπως είπαμε εξαρχής, όσο κι αν απλά σε βάζουν σε έναν γνώριμο κόσμο αν έχεις ακούσει ακόμα 2-3 δίσκους των Bevis Frond, σε κάνουν πάντα χαρούμενο που κυκλοφορούν ακόμα. Αυτό το συναίσθημα αναλλοίωτο συνεχίζεται και για μερικά από τα επόμενα τραγούδια όπως το λίγο πιο folk-ίζον "Best Laid Plans", το "Square House" με τον μηχανικό, ψευδοindustrial ρυθμό του και το φρενήρες σόλο ή το "Quietly" του οποίου οι πανέξυπνοι στίχοι πιθανότατα θα μιλήσουν στην ψυχή πολλών αντρών nerd δισκοσυλλεκτών. Το σχεδόν 10λεπτο "Space Age Eyes" επίσης ξεχωρίζει με τον απλωμένο groovy χαρακτήρα του και την κυριαρχία των πλήκτρων και το "Naked Air" σε πιάνει από τον γιακά με την ηλεκτρική κιθάρα και δε σε αφήνει μέχρι το τέλος. Αυτά μας φέρνουν περίπου στα 27 λεπτά μουσικής και τα έξι τραγούδια και αν ο δίσκος έκλεινε κάπου εδώ τα πράγματα θα ήταν εξαιρετικά.
Από αυτό το σημείο και μετά όμως ξεκινάει μια σειρά τραγουδιών που νιώθει ο ακροατής να αναμασάνε παρόμοια σχήματα και με παρόμοιο τρόπο ή να δοκιμάζουν με λιγότερο ικανοποιητικό τρόπο νέες ιδέες χάνοντας σε έναν βαθμό την απαραίτητη προσοχή του ακροατή μόνο για να την ξανακερδίσει πάλι το εκάστοτε διαμαντάκι (που φυσικά και υπάρχει βλ. "Hiss", "Mossback’s Dream", "Momma Bear") και να ξαναχαθεί πάλι κ.ο.κ. μέχρι το τέλος του δίσκου. Καμμία φορά μπορεί να μην είναι καν ένα καλό συνολικά τραγούδι αλλά ένα δυνατό σόλο (βλ. "A Simple Pursuit") ή κάποιο άλλο στοιχείο που θα στρέψει το κεφάλι μας.
Παρότι λοιπόν απομονωμένο κανένα από τα τραγούδια του δίσκου δεν είναι κακό (τουλάχιστον τα μισά είναι πάρα πολύ καλά), όλα μαζί όχι μόνο δεν αθροίζουν την ποιότητά τους, αλλά μάλλον αφαιρούν από το σύνολο και είναι ικανά να εξαντλήσουν τον ακροατή. Βεβαίως αυτή η ποσοτική κατάθεση είναι πάγια τακτική του Saloman, κατά συνέπεια είναι σίγουρα μία συνειδητή επιλογή να απαιτήσει την προσοχή όποιου μπει στο τριπάκι του και σίγουρα έχει τους τρόπους του να ανταποδώσει. Δεν μπορεί όμως να μην επισημανθεί ότι ένας πιο πυκνός ποιοτικά δίσκος θα άφηνε μία πιο ολοκληρωμένη αίσθηση στο ακροατήριό του.
