Station Model Violence

Station Model Violence

Static Shock Records / Anti-Fade Records (2026)
Από τον Αποστόλη Ζαμπάρα, 04/06/2026
Αισθαντικός post-punk αναχρονισμός, γεμάτος motorik beats και τσιμεντένια synths που ανθίζει στη σκιά του ανυπόφορου
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Πριν περίπου μια δεκαετία, το post-punk βίωνε μια underground άνθηση. Για την ακρίβεια, η dark punk, πιο κιθαριστική και DIY εκδοχή του, αυτή που ξεκινούσε από τους Crisis και έφτανε στους Wipers, διαπερνώντας φυσικά την αγγλική (και αμερικανική αλά Mission Of Burma) κληρονομιά, γέννησε ήρωες των υπογείων, των μελωδικών riffs και των μπασογραμμών. Στις αρχές των ‘10s, όταν και πολλοί punks έκαναν τη στροφή από το hardcore/crust στο εν λόγω παρακλάδι (βλ. The Estranged κλπ), κυκλοφορίες άφησαν ένα στίγμα που καθόρισε εξελίξεις πολύ πριν τα απόνερα του Brexit γεννήσουν τη δημοφιλή, πιο alternative και αποδεκτή του εκδοχή.

Εκείνη την εποχή, ένα από τα ονόματα των ηρώων ήταν οι Αυστραλοί Total Control. Με κυκλοφορίες όπως το αξεπέραστο "Typical System" ή το "Henge Beat" το σχήμα έφερε το νιχιλιστικό synth-punk των Suicide στο σήμερα, κάνοντας το να αντηχεί εξίσου κρίσιμα και γόνιμα στα αστικά τσιμέντα. Πίσω στο μέλλον του σήμερα, όπου ο τραγουδιστής τους Daniel Stewart μαζί με μέλη από έτερα σχήματα του αυστραλιανού DIY underground, όπως οι Den, Gaud, RMFC, ίδρυσε ένα νέο σχήμα, τους Station Model Violence. Αυτή η είδηση, από μόνη της, αρκούσε για να τους βάλει στο στόχαστρο όσων αναζητούν ακόμη την καταραμένη αίγλη αυτής της γωνίας των επαναστατικών υπογείων.

Στο εξαιρετικό κείμενο που προλογίζει το ομότιτλο ντεμπούτο LP των Station Model Violence, ο Stewart τοποθετεί τη χρονική αφετηρία της σύλληψης του ήχου τους, σε ένα ντοκιμαντέρ του BBC για τους Neu!. Ήταν αυτή η δήλωση του Μέγα Iggy Pop, περί ιερατικής ψυχεδέλειας, που τους έμεινε, ένας σπόρος σε ένα μυαλό σε δημιουργική διέγερση. Αποφάσισαν λοιπόν, να συνδυάσουν το motorik beat των τελευταίων, με τα synths των Suicide, τα riffs των Crisis, Diat και The Mob, τις μπασογραμμές των Joy Division, και φυσικά, αυτά τα φωνητικά.

Το "Station Model Violence" είναι ένα άλμπουμ που εκκινεί από αυτά όμως, και στα 37 του λεπτά φτάνει πολύ πιο μακριά από όσο ο μινιμαλισμός του σου επιτρέπει να φανταστείς. Από το εναρκτήριο "Learn To Hate" που έχει τη στόφα του κλασικού και το "Cliffs" που έπεται και αξιοποιεί διακριτικά το σαξόφωνό του, καθίσταται σαφές πως οι Station Model Violence στοχεύουν σε μια συγκεκριμένη αίσθηση. Με κομμάτια όπως το "Leisure" ή το "Heat", το σχήμα μετατρέπει τη μονολιθική ρυθμική επανάληψη, μαζί με τα μηχανιστικά σύνθια και τις ηλεκτρακουστικές κιθάρες σε έναν αστικό καμβά όπου οι στίχοι, με την εθιστική τους εκφορά, χτυπούν σαν καρφιά.

Το ντεμπούτο των Αυστραλών είναι ένα από τα καλύτερα post-punk άλμπουμ που μπορείς να ακούσεις σήμερα, επειδή ηχεί ταυτόχρονα ανανεωτικό, όσο και βαθιά ριζωμένο στο underground παρελθόν. Τα δύο λεπτά του "Drip Away" θα μπορούσαν να αποτελέσουν το soundtrack κάθε πυρετώδους ονείρου. Στον αντίποδα, το "Apex Calling" ηχεί ως το παραισθησιογόνο kraut που τόσο επιδραστικά καθορίζει τον ψυχισμό των μελών. Στο φινάλε του δίσκου, το τεράστιο "Falling Down" είναι ένα ακόμη ανεξίτηλο χτύπημα. Το "Station Model Violence" είναι γεμάτο τραγουδάρες, αιχμαλωτισμένες στην κόλαση των λεπτομερών διαφοροποιήσεων.

Οι Station Model Violence με το ντεμπούτο τους επιτυγχάνουν μια από αυτές τις μικρές νίκες που έτσι και τις γευτείς δύσκολα τις ξεχνάς. Το σύγχρονο post-punk δεν τους έχει ανάγκη, και μάλλον και η μπάντα αδιαφορεί για τις εξελίξεις του. Η μικρή τους εξέγερση, πνίγεται κάτω από το αστικό τοπίο και ένα ατελείωτο φάσμα μουσικής παραγωγής, έτσι όμως και γίνεις μέρος της, σου παρέχει στέγη για αποτυχημένες προσδοκίες, προδομένες σχέσεις, σου προσφέρει τροφή ενάντια στην παραίτηση, και κυρίως σκιαγραφεί μια ελπίδα διστακτική, ευάλωτη, που ανθίζει κάτω από τη μονοτονία του ομογενούς.

Bandcamp

Youtube

  • SHARE
  • TWEET