Soen

Reliance

Silver Lining Music (2026)
Από τον Βλάση Λέττα, 07/01/2026
​Κάπου εκεί μπαίνει το "Indifferent". Τα παρατάς όλα, ανοίγεις μπουκάλι ουίσκι και γίνεσαι σκατά με συνεχόμενα repeat
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Πάμε να κάνουμε μια γρήγορη βουτιά στην πορεία της μπάντας. Εκεί, στο μακρινό πια 2010 ανακοινώθηκαν, με τον χαρακτηρισμό του supergroup, που έπαιζε πολύ τότε. Αναμενόμενο, Martin Lopez (Opeth), Steve Di Giorgio (Death, Testament, Sadus, Autopsy, Control Denied, Iced Earth και πολλά, πολλά ακόμα) και οι λιγότερο γνωστοί (τότε), Joel Ekelöf και Joakim Platbarzdis. Η δισκογραφική τους είσοδος έγινε με το "Cognitive" δύο χρόνια μετά. Βαθιά επηρεασμένοι από Tool/A Perfect Circle, και σε δεύτερο βαθμό από Opeth, το πρώτο άλμπουμ έκανε αίσθηση. Άφησε μάλιστα και κομματάρες που κρατούν ακόμα κεντρική θέση στα live τους. Το "Tellurian", του 2014, έφερε τα πρώτα βήματα στο σχηματισμό του δικού τους ήχου. Ακόμα και σήμερα το λατρεύω, με το μοναδικό θέμα να το βρίσκω στον ήχο. Το "Pluton" το βάζω πάνω από κάθε άλλο τραγούδι τους.

Εκεί που σχημάτισαν όμως τη δική τους ταυτότητα, ήταν στο τρίτο "Lykaia", το οποίο για πολλά κρατάει ακόμα την κορυφαία θέση στη δισκογραφία τους. Για μένα αυτή έρχεται στα δύο επόμενα "Lotus" και "Imperial", που έχουν ξεκάθαρα ενιαίο ηχητικό αποτύπωμα. Όλη η ουσία είναι στα υπέροχα τραγούδια που έγραψαν, με συναίσθημα, ακρίβεια στην ενορχήστρωση - χωρίς καθόλου περιττό λίπος - και φυσικά, τις φοβερές ερμηνείες του Joel. Η μέχρι εκεί πορεία σφραγίστηκε από την κυκλοφορία του "Atlantis", για το οποίο έχω να πω ότι φωτίζει πολύ σωστά όλα εκείνα τα στοιχεία που διαμόρφωσαν την μουσική τους ταυτότητα, ακόμα και με την επιλογή της διασκευής (καλά, στο "Snuff" δεν μπορεί να πλησιάσει κανείς και με κανένα τρόπο τον Corey, ποτέ).

Η αίσθηση λοιπόν που μου αφήνει η δισκογραφία των Soen, είναι ότι σπάει σε φάσεις. Στην πρώτη θα έβαζα μόνο του το ντεμπούτο και από εκεί και πέρα θα τη χώριζα σε ζευγάρια. Στα "Tellurian" και "Lykaia" έψαξαν, και προοδευτικά τα κατάφεραν, να βρουν τη φωνή τους, στα δύο επόμενα έχουν στήσει κάτι εντελώς προσωπικό και από το "Memorial" μπήκαν στη σημερινή περίοδο που δείχνει πάλι σχετικά ενιαίο προσανατολισμό. Να είμαστε ειλικρινείς όμως εδώ, μετά το "Imperial" όλα, σχεδόν, βλέπαμε την ανάγκη να κάνουν καινούργια βήματα στον ήχο τους. Ε, τα κάνανε. Πέτυχαν; Κάτσε λίγο και θα τα πούμε αναλυτικά.

Στο "Memorial" κάνανε μερικά τέτοια. Κινήθηκαν σε πιο εμπορικό, alternative metal ήχο, απλούστερες φόρμες με στοιχεία που έφεραν στο προσκήνιο επιρροές από Disturbed και γενικώς commercially successful αμερικάνικα συγκροτήματα. Ευτυχώς, οι signature μελωδίες τους ήταν ακόμα εκεί, με αποτέλεσμα ο δίσκος να παραμένει ξεκάθαρα Soen. Για να είμαι ειλικρινής βέβαια, δύο χρόνια σχεδόν μετά έχουν αντέξει λίγα κομμάτια από το δίσκο μαζί μου. Το "Reliance" τώρα, είναι το επόμενο βήμα. Απλό στη δομή του, εύπεπτο σε ρυθμούς και κλιμακώσεις, με riff που θυμίζουν Soen αλλά έχουν και μερικά καινούργια στοιχεία.

Πρώτα πρώτα, ας ξεκινήσουμε από τον ήχο. Υπάρχουν στοιχεία που δίνουν περισσότερο βάρος, πιο χαμηλά κουρδίσματα - με ίσως κι επιπλέον χορδή, κάνα δυο growls και πιο σταθερά τύμπανα με έμφαση στα δυνατά χτυπήματα. Από την άλλη κάνει την εμφάνιση της και μια πιο hard rock πλευρά σε κάποιες συνθέσεις, στις κιθάρες. Όχι, δε μιλάω για solo που φλερτάρουν με την blues, τέτοια έχουν εδώ και χρόνια, ειδικά από την είσοδο του Cody και μετά. Μιλάω για πιο κλασικά riff σκληρού rock ήχου που πάνε χρόνια πίσω στη μουσική. Και δεν είναι μόνο αυτό, σε σημεία θυμίζουν το "Black Album" καθώς και τον τρόπο που γράφει ο Mackintosh. Κάθε ρεφρέν όμως και κάθε φωνητική μελωδία φωνάζει Soen.

Και μιας που είπαμε φωνάζει, πάμε στο πρώτο μου παράπονο. Είναι η πρώτη φορά που δε θα προσκυνήσω τον Joel. Έχει επιλέξει στα μέρη που ανεβάζει την ένταση να το κάνει με έναν τρόπο που δεν μπορώ να τον χαρακτηρίσω με άλλη λέξη εκτός από φωνάζει. Δεν είναι εντελώς καινούργιο αυτό, ξεκίνησε σε ένα βαθμό στο προηγούμενο άλμπουμ, αλλά εδώ σε σημεία, γίνεται ενοχλητικό. Φυσικά κάθε φορά που αφήνει το συναίσθημα να οδηγήσει τις ερμηνείες του, χαμηλώνει και γίνεται πιο εσωτερικός, προσωπικός, είναι πραγματικά συγκλονιστικός.

Το πρώτο μέρος του δίσκου με βρίσκει κάπως μαγκωμένο. Πολύ απλή δομή στο "Primal", γνώριμο riff από τον μητρικό βορά στο "Mercenary", κάποια φωνητικά παιχνίδια δεν κέρδισαν το στοίχημα στο "Huntress", που κατά τ’ άλλα μου έφερε πολύ στο μυαλό το κλίμα του "Violence". Ταυτόχρονα βέβαια υπάρχουν τα πολύ όμορφα Lost σημεία στο δεύτερο, ένα πολύ ωραίο riff στο "Axis" και μια όμορφη (αν και γνώριμη) μελωδία στο αργό κόψιμο. Ένα πολύ δυνατό κοφτό, λίγο doom και σχεδόν Metallica κλίμα στο "Unbound" κι ένα πέρασμα εκεί μέσα πριν το solo, από αυτά που μόνο οι Soen, αν ήταν στο "Tellurian" θα είχαν βάλει και πολυφωνίες πάνω του και θα ερωτευόμασταν ξανά. Το "Discordia" είναι όμως αυτό που ξεχωρίζει ως εδώ. Κατεβασμένο tempo, djent ξεσπάσματα, στα όρια του breakdown, prog σημεία, ωραίες μελωδίες και floydικά μέρη. Ναι, αν ήταν έτσι γενικά το καινούργιο Soen, σε αυτό το επίπεδο και με τόσο ενδιαφέρον, θα το λάτρευα.

Κάπου εκεί λοιπόν μπαίνει το "Indifferent". Σκατά. Τα παρατάς όλα, ανοίγεις μπουκάλι ουίσκι, γίνεσαι κομμάτια με συνεχόμενα repeat, κλαις μόνο σου σε μια γωνιά μέχρι να αδειάσεις και ήρεμο μετά από κάνα μισάωρο, κλείνεις τη μουσική. Μα, έχει άλλα τρία κομμάτια! Δε γαμιέται, δεν ακούω άλλο. Αύριο τα επόμενα. Ρε συ… Είπα, αύριο.

Το επόμενο μέρος του δίσκου έχει το "Drifter", που με κάποιο τρόπο είναι ταυτόχρονα πολύ βαρύ, η παραγωγή του Alexander Backlund το αναδεικνύει απόλυτα, με καινούργιες λεπτομέρειες αλλά και όλο το ρομαντισμό που θες από αυτή την μπάντα. Από τα καλύτερα τραγούδια του δίσκου. Το "Draconian" έχει κάποια σημεία μαγείας σε ένα ακόμα ωραίο τραγούδι, ενώ το "Vellichor" είναι μάλλον το πιο ατμοσφαιρικό του δίσκου. Και είναι εξαιρετικό, με φανταστικό μάλιστα κλείσιμο. Γενικά το δεύτερο μέρος του δίσκου είναι σαφώς καλύτερο.

Συνολικά θα έλεγα ότι υπάρχουν έξι κομμάτια από πολύ ωραία μέχρι φοβερά και υπάρχουν άλλα τέσσερα που έχουν μερικά σημεία να κρατήσουμε. Έλα όμως που τα δύο πρώτα single ήταν από αυτά που δεν κερδίζουν το στοίχημα, κι αυτό δυστυχώς γράφει. Αν προσθέσεις δε, ότι πατώντας το play είναι πολλές οι πιθανότητες να παρατήσεις το άλμπουμ πριν φτάσεις στα καλά του κομμάτια, δυστυχώς δε δουλεύει σωστά. Και είναι κρίμα μάλλον, γιατί τελικά αδικεί έτσι σημαντικό μέρος του υλικού, που είναι και πολύ καλό αλλά και φέρνει καινούργια πράγματα στον ήχο των Soen.

  • SHARE
  • TWEET