Fvneral Fvkk

Indecent Idols

Dying Victims Productions (2026)
Από τον Θωμά Σαρακίντση, 14/10/2026
Από τον αμερικανικό άμβωνα στο βρετανικό μοιρολόι: Το doom της χρονιάς
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Με το Carnal Confessions, οι εξ Αμβούργου ορμώμενοι Fvneral Fvkk κατέθεσαν ένα αριστουργηματικό ντεμπούτο και επανέφεραν επιτακτικά το ερώτημα πόση ακόμη συγκίνηση μπορεί να γεννήσει μια πολυπερπατημένη μουσική παράδοση: το doom τους, λιτανευτικό και περίλυπο, συναίρεσε την επική μεγαλοπρέπεια των Solitude Aeturnus με το πένθιμο έρεβος των My Dying Bride, αποκτώντας τη δική του υποβλητική φυσιογνωμία. Η βέβηλη συνεύρεση νεκρώσιμης επισημότητας και σεξουαλικής χυδαιότητας στην ίδια την επωνυμία τους (Fvneral Fvkk) βρίσκει το αισθητικό της ανάλογο στην εκκλησιαστική εικονοποιία και το θεματικό της έρεισμα στην καταγγελία της κακοποίησης και της υποκρισίας υπό θρησκευτικό μανδύα. Η συνθετική μεστότητα, δια της αργόσυρτης εκκλησιαστικής κατάνυξης το κατέστησαν μία από τις σπουδαιότερες -ίσως και τη σπουδαιότερη- καταθέσεις του doom των ημερών μας· έναν δίσκο του οποίου το βάρος εξακολουθεί να μετριέται και σε προσδοκίες. Αυτές ακριβώς καλείται τώρα να επωμιστεί το πολυαναμενόμενο -τουλάχιστον για μια αρμαθιά ακροατών- "Indecent Idols", με το σχήμα να βρίσκεται αντιμέτωπο με το πιο απαιτητικόμέτρο σύγκρισης: την ίδια του την αφετηρία. Άραγε, αυτή η λιτανεία θα βρει σαρωτικά, εμπνευσμένα, heavy as fuck riffs και καινούριες μελωδίες να θρηνήσει, διατηρώντας αμείωτη τη συναισθηματική της επιβολή; Το πρώτο άλμπουμ μάς έδωσε κάθε λόγο να προσδοκούμε· έθεσε, συγχρόνως, τον πήχη σε ύψος που δύσκολα συγχωρεί την αυταρέσκεια.

Ο νέος δίσκος, παρά τη φαινομενική απλότητα των εκφραστικών του μέσων. απαιτεί επανειλημμένες ακροάσεις προκειμένου να αποκαλυφθεί· ομολογουμένως, στις πρώτες επαφές μαζί του δεν με κέρδισε. Χρειάστηκε να επιμείνω, γεγονός που συνέβη. Η απαίτηση χρόνου δεν συνιστά, βεβαίως, αφ’ εαυτής τεκμήριο ποιότητας· εν προκειμένω, όμως, η επιμονή άρχισε να ανταμείβεται και η επιφυλακτικότητα να μετατρέπεται σε ολοένα ουσιαστικότερη εκτίμηση.

Ας ακούσουμε, λοιπόν, παρέα τον δίσκο -για μία ακόμη φορά- αρχής γενομένης από το "Crosses to Gallows", που διαδέχεται την… απαραίτητη εισαγωγή «βαθείας εξομολογήσεως», αυτή του "Confiteor". Οι Γερμανοί επινοούν εδώ ακόμη ένα εκκλησιαστικό μυστήριο: την αέναη πτώση, δίχως την επαγγελία της ανόδου. Και την τελετουργούν εξαπολύοντας ένα riff απείρου doom κάλλους, στο οποίο οι Solitude Aeturnus συναντούν τo χαρακτηριστικό Paradise Lost riffing· ένα καλωσόρισμα κατάφορτο δράματος, με τη μελωδία να τρέμει κάτω από το βάρος του riff και τη μεγαλοπρέπεια να αποκτά τραγική διάσταση. Κάπως έτσι ανοίγουν οι πύλες του "Indecent Idols": με όλο το heavy εκτόπισμα και τον περίλυπο στόμφο που απαιτεί μια τέτοια (τε-) λειτουργία. Εν ολίγοις, the power of the riff still compels us.

Τα samples που προλογίζουν το "A Hidden Threnody" παραδίδουν τη σκυτάλη σε ένα riff My Dying Bride γλυκοπικρίας, του οποίου η επιβλητική είσοδος εντείνει την αναστάτωση που προκαλούν τα προηγηθέντα λόγια. Ο διάλογος φαίνεται να προέρχεται από την κατάθεση του αρχιεπισκόπου Robert Carlson το 2014, στο πλαίσιο υπόθεσης σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου από τον ιερέα Thomas Adamson, με τις ερωτήσεις να αφορούν τη γνώση και τη διαχείριση της κακοποίησης από την εκκλησιαστική ιεραρχία. Αυτό το οδυνηρά συγκεκριμένο υπόβαθρο προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στον κιθαριστικό οδυρμό και στη φωνή του Cantor Cinaedicus, που επιτείνει το περίθρηνο μεγαλείο της σύνθεσης· η συγγένειά του με τον Robert Lowe ακούγεται εδώ ακόμη εντονότερη απ’ ό,τι στο πρώτο LP - παρατήρηση που ισχύει εξίσου για το σύνολο του δίσκου. Πρόκειται για ένα doom που διατηρεί το επικό του ανάστημα ακόμη και όταν μοιάζει να λυγίζει υπό το βάρος της ίδιας του της οδύνης. Θρηνωδία απολύτως φανερή, λοιπόν – κι όχι «κρυμμένη»· εκτός αν στον τίτλο αναγνωρίσουμε τον πόνο όσων παρέμειναν αθέατοι πίσω από το κύρος του θεσμού και αποκτούν, στη δική μας ακρόαση, φωνή μέσα από τη μουσική. Το κομμάτι ολοκληρώνεται όπως ακριβώς άρχισε, με samples, και αυτή η επιστροφή στον προφορικό λόγο κλείνει κυκλικά τη σύνθεση, αφήνοντας την τελευταία λέξη στην ανθρώπινη πραγματικότητα που τη διατρέχει και τη βαραίνει.

Το video clip του "The Beasts of Speyer" ενσαρκώνει το πνεύμα και τις εμμονές του σχήματος, συνυφαίνοντας τη βέβηλη σάτιρα με την αιχμηρή κριτική της εκκλησιαστικής υποκρισίας. Τα θρησκευτικά σύμβολα -μεταξύ τους ο ανεστραμμένος σταυρός που φορά ένα από τα μέλη- επιστρατεύονται, στο συγκεκριμένο εικαστικό πλαίσιο, ως μέσα πρόκλησης και αμφισβήτησης, αναδεικνύοντας τη διάσταση ανάμεσα στο διακηρυγμένο ήθος και στις πράξεις των εκπροσώπων του. Τα «κτήνη» του τίτλου μπορούν έτσι να διαβαστούν ως θρησκευτικοί ταγοί που μετατρέπουν την πνευματική εξουσία σε προκάλυμμα κακοποίησης ή συγκάλυψης· μια πιθανή συνέχεια του καταγγελτικού νήματος του "A Hidden Threnody", με τη σκωπτική διάθεση να υπηρετεί την αποκάλυψη της φρίκης υπό τον μανδύα της ιερότητας. Μουσικά, το κομμάτι είναι υπέροχο: οι ακουστικές κιθάρες συνυφαίνονται με σπαρακτικά riffs, με εκείνο στο μέσον της σύνθεσης να ανακαλεί ευκρινώς τον δραματικό κιθαριστικό ήχο του Greg Mackintosh. Αυτή η συνάντηση ακουστικής ευαισθησίας και ηλεκτρικής οδύνης χαρίζει στο κομμάτι συγκλονιστική εκφραστική δύναμη, συγκροτώντας μια θρηνητική doom ελεγεία εκκλησιαστικής υποβλητικότητας.

Στο σημείο αυτό της ακρόασης υπογραμμίζεται ότι το υπό παρουσίαση άλμπουμ ακούγεται πιο στοχοπροσηλωμένο, πιο συμπαγές και «σφιχτό» από το ντεμπούτο: η βραδύτητα παραμένει κυρίαρχη, αλλά η ανάπτυξη των κομματιών μοιάζει περισσότερο μελετημένη ως προς τον προορισμό της. Καθοριστική είναι η παραγωγή, μία από τις εξέχουσες αρετές του δίσκου· σαφώς πιο γεμάτη και «καθαρή», προσδίδει μεγαλύτερη υλική υπόσταση εν συγκρίσει με τον ήχο του πρώτου. Οι διαφορές, να σημειωθεί, ότι δεν είναι πελώριες, αλλά τόσες όσο να εντοπιστεί ουσιαστικά η διαφοροποίηση.

Το επόμενο κομμάτι, "Bishop of the Iron Guard", είναι η πεμπτουσία της αργότητας: doom εις το άπειρον, με το riff να καταλαμβάνει τον χρόνο και τον χώρο που απαιτεί το βάρος του. Το κεντρικό κιθαριστικό θέμα, της σχολής Candlemass/My Dying Bride, διαθέτει ακριβώς τον μαγνητισμό που οφείλει να ασκεί η κιθάρα σε ένα ιδίωμα θεμελιωμένο στο βάρος και το ρυθμό. Οκτώ λεπτά θρησκευτικού θρήνου, με το εξαιρετικό ακουστικό πέρασμα να αναδεικνύει το μπάσο του Vicarius Vespillo, του οποίου η παρουσία ξεχωρίζει μέσα στην απογυμνωμένη ενορχήστρωση. Μία σύνθεση που κατανοεί σε βάθος πώς υπηρετείται το doom.

Ακολουθεί το "Leichensynode" -«Η Σύνοδος του Πτώματος»- και το riff του επιβάλλει έναν και μοναδικό χαιρετισμό: χαίρε, βάρος απροσμέτρητον! Η κιθαριστική του επιβολή προσδίδει στη νεκρώσιμη πομπή του δίσκου μία αίσθηση συντριβής. Το δε καταληκτικό "Even in Death (We Possess You)" συνοψίζει ιδανικά τον ποιοτικότερο doom δίσκο που θα ακουστεί φέτος. Ένα κομμάτι που συναιρεί δύο σχολές: την αμερικανική -στην επική εκδοχή των Solitude Aeturnus-, και τον οδυρμό και κλαυθμό της βρετανικής doom παράδοσης των ’90s, όπως αυτοί μετουσιώνονται σε κιθαριστικά δράματα. Ειδικά στην εισαγωγή, η συγγένεια με τους πρώτους γίνεται, στα δικά μου αυτιά, αποκαλυπτική: ανακαλέστε το "Concern", (από το "Downfall") ακούστε πώς αρθρώνoνται τα φωνητικά και το κιθαριστικό θέμα και θα καταλάβετε. Αυτή η σύζευξη επικού αναστήματος και μελωδικής απόγνωσης επισφραγίζει τον δίσκο με τη βαρύτητα που του αρμόζει.

Τούτο, εν τέλει, αποτελεί και το ειδοποιό πρόσημο του σχήματος: το σχήμα σχοινοβατεί ευστόχως ανάμεσα στο αμερικανικό και το βρετανικό doom - με σουηδικές απολήξεις που παραπέμπουν στους epic doom αρχιερείς Candlemass, ήτοι, ανάμεσα στο επικό μεγαλείο και στον σπαρακτικό θρήνο, στη φωνητική ανάταση και στην κιθαριστική συντριβή. Ανάταση και συντριβή, άλλωστε, αποτελούν και τους δύο πόλους μιας κατεξοχήν θρησκευτικής συγκίνησης: την κίνηση προς το υπερβατικό και τη συναίσθηση του ανθρώπινου πεπερασμένου. Εκεί ακριβώς η μουσική φυσιογνωμία των Fvneral Fvkk συναντά μια βαθύτερη καταβολή του ιδιώματος. Από τους Black Sabbath στους Candlemass και τους Solitude Aeturnus, και από εκεί στους ίδιους, η θρησκευτική αναφορά βρίσκει συχνά το μουσικό της ανάλογο στη βαρύτητα των riffs, στη λιτανευτική αγωγή και στην ψαλμωδική επισημότητα της φωνής. Υπό αυτή την έννοια, το doom δύναται να γεννήσει μια βαθιά θρησκευτική εμπειρία ακρόασης, ακόμη και όταν το περιεχόμενό του είναι βέβηλο ή καταγγελτικό: να προκαλέσει δέος, να δώσει τελετουργική μορφή στην οδύνη και να καταστήσει τον θρήνο συλλογικό βίωμα. Αφιερώστε στη μουσική τους τον χρόνο που αξιώνει και θα διακρίνετε στους Fvneral Fvkk τους νέους αστέρες του doom. Το "Carnal Confessions" δεν υπήρξε διάττων αστήρ. Το "Indecent Idols" αποδεικνύει ότι η ευστοχία του ντεμπούτου δεν ήταν συγκυριακή, αλλά απόρροια μιας συνθετικής γραφής με σαφή ταυτότητα και ουσιαστικό βάθος.

Bandcamp

  • SHARE
  • TWEET