Converge

Love Is Not Enough

Epitaph (2026)
Από την Ειρήνη Τάτση, 16/02/2026
Ούτε η αγάπη πια δεν είναι αρκετή, μα οι Converge στέκονται σανίδα σωτηρίας στο χάος των καιρών
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Δεν φτάνει η αγάπη. Μια φράση τόσο πολυσήμαντη που κραδαίνει το δέρμα, απαλά σε κάθε της ξεστόμισμα, μέχρις ότου αυτά τα αθώα αγγίγματα να καταφέρουν να ανοίξουν πληγή. Αργά και βασανιστικά, σαν το νέο δίσκο των Converge, η συνειδητοποίηση πως δεν αρκεί η αγάπη είναι απάνθρωπη κι απαίσια. Έχω στηρίξει πως οι Converge είναι το καλύτερο metal συγκρότημα, και δεν το μετανιώνω. Είναι γιγαντιαίο το βάρος για την τετράδα που όργωσε τη σκηνή του metalcore όπως αυτοί την όρισαν ως τη χρυσή τομή του metal και το hardcore, να έρχεται μπροστά μας ωριμασμένη και με την πρόκληση του να μας δώσει έναν ακόμη δίσκο. Έναν δίσκο που θα διαδεχθεί μερικούς από τους πιο σημαντικούς αυτής της μεριάς υποϊδιωμάτων της μουσικής που αγαπάμε, με τελευταίο το "Bloodmoon" σε συνεργασία με την Chelsea Wolfe.

Οι Converge όμως φυσικά, δεν λυγίζουν από το βάρος της προσδοκίας. Το μόνο που τους λυγίζει είναι η χαμένη ενσυναίσθηση της εποχής μας. Οι Converge ωριμάζουν και γνωρίζουν ότι μεγαλώνουν. Το σώμα αλλά και η ψυχή τους γερνά, μα ως θυσία της σωματικής αντοχής και διάπλασης για αρκουδιές πάνω στη σκηνή, έρχεται η σοφία. Το "Love Is Not Enough" είναι ίσως ο πιο πολιτικός δίσκος των Converge μέχρι σήμερα, και στο μυαλό μου έρχεται ως συμπληρωματικός του αγαπημένου μου "All We Love We Leave Behind". Άλλη μια δήλωση πως, "Love is political", κατά τους νεότερους Birds In Row. Η επάρκεια της αγάπης για την πρόοδο της ζωής είναι ένα δίπολο τρομακτικό. Συχνά νιώθουμε, ειδικά μέσω της απώλειας σε οποιοδήποτε πλαίσιο και επίπεδο, την αδυναμία συνέχισης της ζωής χωρίς την αγάπη. Η σκληρότητα του κόσμου μας όμως, αποδεικνύει συχνά ότι η αγάπη δεν είναι από μόνη της κινητήρια δύναμη του συμπαντικού γίγνεσθαι, αυτής της αέναης εντροπίας που και μόνο οι στιγμές πρόσληψης της από τα μυαλά μας, μας καταδικάζει υπαρξιακά, τουλάχιστον για λίγες ώρες, αν όχι για (πολύ) περισσότερο.

Αυτά και άλλα τόσα, πραγματεύεται ο νέος δίσκος των Jacob Bannon, Kurt Ballou, Nate Newton και Ben Koller. Αισθάνομαι συχνά μικρή μπροστά στο να εκφέρω τα ονόματα αυτών των τεσσάρων ανθρώπων μαζί. Θαρρώ δώρο της εποχής μας αυτοί οι τέσσερις ανάμεσα στις εκθαμβωτικές άλλες δουλειές τους (τα σχέδια του Bannon, τις παραγωγές του Ballou και τα υπόλοιπα συγκροτήματα των άλλων δύο) να επιδιώκουν κι επιτυγχάνουν να παραδίδουν τέτοιες δουλειές σαν το "Love Is Not Enough" με τη σφραγίδα των Converge. Μια σφραγίδα που δεν επιδιώκει να μείνει μουσικά αναλλοίωτη σε ό,τι κάποτε υπήρξαν. Μετά τον ακραίο πειραματισμό του "Bloodmoon", οι Converge δεν επιστρέφουν σε πληθωρικά riffs. Σκοτεινιάζουν ακροβατώντας σε sludge κατατόπια που καταπνίγονται από τα φωνητικά του Bannon γυρνώντας πάντα στη hardcore καθαρή ψυχή τους. Πάντα πιστοί στους εαυτούς τους, ποτέ όμως ίδιοι. Και κάθε χρόνο που περνά, όλο και περισσότερο (διε)φθαρμένοι από τη ζωή σε μια τόσο σάπια και ανήθικη κοινωνία, ανίκανη να γιατρευτεί και να ορθοποδήσει από την αγάπη την ίδια.

Οι Converge στα 36 τους χρόνια ως συγκρότημα, αποδέχονται τον καθρέπτη τους. Τα ελαφρώς ραγισμένα πρόσωπά τους λειτουργούν σαν το πορτρέτο του Dorian Gray για τις πονεμένες ψυχές τους. Το ομώνυμο κομμάτι ως single, δίνει το ρόλο στις κιθάρες των Ballou και Newton να κάνουν τη σύνδεση με το παρελθόν. "Truth is never wrong, time is never right". Η αλήθεια δεν λάμπει πάντα όταν η αποστολή είναι να θάβεται για να κερδίσει η δύναμη. Και δεν σώζει αυτή την παράνοια ένας καλός συγχρονισμός. Μα δεν υπάρχει καμία άλλη πηγαία κινητήρια δύναμη του να συνεχίσεις μέσα στον άκρατο πεσιμισμό της εποχής, με το να προσπαθείς. Δεν υπάρχει αρκετή αγάπη για όλους εκεί έξω, και από όση υπάρχει ούτε το ένα εκατοστό δεν εκτιμάται ή επιστρέφεται. Μα το να μη χάσεις το μυαλό σου μέσα στο χάος και το να παραμείνεις κομμάτι έστω και αυτής της μη επαρκούς αγάπης, είναι το ζητούμενο, η πιο ιερή πράξη ανθρωπιάς που μπορούμε να ειδωλοποιήσουμε στις μέρες μας.

"Why do we all gather to mourn, yet not to cherish?". Γραμμένο πριν από μια κηδεία, το δεύτερο single "We Were Never The Same" λειτουργεί ευφυώς θεματικά, αλλά και ως προπομπός του δίσκου. Στο απλό, επιχειρησιακό κομμάτι, μιας που στη σειρά του δίσκου είναι και το τελευταίο, δίνει μια σαφή εικόνα της πορείας των Converge εντός του νέου δίσκου, σε συνδυασμό με το προηγούμενο single. Εδώ η δομή αλλάζει. Η ταχύτητα πέφτει και η διάρκεια του τραγουδιού μεγαλώνει. Και πίσω από την ηχητική σκληρότητα μεγέθους δέκα μονάδων Mohs, η ερώτηση του γιατί μαζευόμαστε να μοιραστούμε μόνο στα δύσκολα προβληματίζει. Η εσωτερική αναζήτηση πως δεν έχουμε πει αρκετά όταν χάνουμε έναν άνθρωπο, μας φέρνει αντιμέτωπους με την ανικανότητα μας να είμαστε η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας. Η αγάπη που έχουμε να δώσουμε προς τα μέσα και προς τα έξω, δεν φτάνει, γιατί η καθημερινότητα τη γονατίζει και την αντικαθιστά με παράλυση, ή χειρότερα, παραίτηση.

Διατρέχοντας το δίσκο στην ολότητά του μετά τη γνωριμία με την αρχή και το τέλος του, η συνάντηση με ένα τεράστιο έργο είναι φανερή. Οι περισσότερο hardcore πτυχές του εντοπίζονται και στις σονάτες του διλέπτου. Αργότερα μέσα στο δίσκο, το "Force meets Presence" σοκάρει με τα πράγματα που τολμά να πει. "What does it say about the soul, that one cannot ascend without the gift of gravity tearing off all our limbs". Είναι αποπνικτικός ο νοητός διάλογος με την ιδέα που παρουσιάζει το συγκεκριμένο κομμάτι. Το να επιβληθείς χρειάζεται διαλεκτική, μα η διαλεκτική με τη σειρά της, απαιτεί φυσική παρουσία. Η πάγια προσωπική μου αντίληψη ότι η κυβερνητική καταδυνάστευση του ελεύθερου χρόνου αποσκοπεί αποκλειστικά στην απογύμνωση του πολιτικού ατόμου από τα διαλεκτικά του χαρακτηριστικά και την εκμηδένιση όρεξης και διαύγειας προς την πολιτική ενασχόληση, βρίσκει παράλληλες στο μυαλό του αγαπημένου μου Jacob κι ο δίσκος φανερώνει πια άλλα πρόσωπα, εφιαλτικά στην ουσία μα και ποθητά στην κοινή αντίληψη.

Νωρίτερα όμως, λίγο αντίστοιχο χάος. "Wrong truth, right lies". Σε αυτοαναίρεση του ομώνυμου, το "Distract And Divide" εξαπολύει το πως χάνουμε την κριτική μας σκέψη. Πως χειραγωγούμαστε μέσω τακτικών «διαίρει και βασίλευε» σε μικρότερα ή και μεγαλύτερα πλαίσια στην ανυπαρξία, συμβολικά ή αληθινά. Με εσωτερικούς τσακωμούς σε μικρές ομάδες, με micromanaging χειριστικών χαρακτήρων σε δουλειές και σχέσεις. "There are demons inside of me". Συνεχίζει το "To Feel Something", αντιμέτωπο με την προσωπική κακία. Πως συνεχίζεις όταν θέλεις και προσπαθείς κατά το δυνατόν να είσαι η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου, όταν έχεις στιγμές που οι σκέψεις σου γίνονται ανεξέλεγκτα μιαρές και καταστροφικές, χειρότερα, κάποιες φορές και οι πράξεις σου. Πως δύνασαι να επιστρέψεις στην αγάπη και στην καλοσύνη; Γίνεται να τα καταφέρεις ή πρέπει να τα παρατήσεις και να αφεθείς στο σκότος; Θα έχει σημασία αν δεν το δει ποτέ κανείς; Τα κρουστά του Koller διαπρέπουν σε αυτό το ντουέτο καταστροφικού Converg-ικού διαλεκτισμού. Δίνει την πάσα στον Ballou, για να γράψει το ορχηστρικό "Beyond Repair". Ένα κομμάτι που ο Bannon εξομολογείται πως κάθισε και χάζευε τον Kurt όταν το έγραφε. Κι εκείνος το σχολίασε ως «Αυτό το riff με έκανε να νιώσω απαίσια για τον εαυτό μου». Μπήκε απευθείας στο δίσκο.

Για να γευτείς τη γλύκα όμως, πρέπει να γλύψεις το αλάτι, και να ξεπεράσεις τα κακά déjà vu της τεκίλας, σαν μια καλοφτιαγμένη μαργαρίτα. Οι στιγμές που οι Converge γεφυρώνουν το παρελθόν τους με το σήμερα, είναι που κάνουν το "Love Is Not Enough" έναν δίσκο έτοιμο για σύγχρονο μουσικό πάνθεο. "Today I saw the face of love in pain, with a sadness that couldn’t wash away". Η ανικανότητα παρέμβασης όταν η αγάπη καταρρέει. Ο φίλος σε παραβιαστική σχέση. Το αγαπημένο πρόσωπο να παλεύει με το τέρας της εξάρτησης. Ο ίδιος μας ο εαυτός σε αυτές τις θέσεις. Το "Bad Faith" μας βρίσκει ανίκανους μπροστά σε όλα, σε βαθμό τέτοιο που ούτε η ίδια η πίστη και κατ’ επέκταση η θρησκεία δεν δύνανται να λειτουργήσουν ως placebo effect για την υπερκέραση δαιμόνων σαν και αυτούς. Οι κιθάρες θυμίζουν τραγούδια Converge από αυτά που δεν μπερδεύονται με κανένα άλλο συγκρότημα. Αργότερα, ο δαίμονας Amon διαλύει τα πάντα στο πέρασμά του με το "Amon Amok". "Be your own light when there is none". Δεν υπάρχει ασφάλεια πουθενά λέει ο Bannon, πλέον, για κανένα προσωπικό ή και ευρύτερο σύστημα αξιών. Στον άκρατο πεσιμισμό του ωστόσο, το "Love Is Not Enough" σπέρνει σποραδικά ψήγματα ελπίδας.

Σε παρόμοιο κλίμα παρελθοντικής μουσικής συνδεσιμότητας, μας βρίσκει το κορυφαίο σημείο του δίσκου. Λίγο πριν το τέλος, σε ένα μοιρασμένο δεκάλεπτο, εκτείνονται τα "Gilded Cage" και "Make Me Forget You". Εδώ είναι και το σημείο που η άγρια ομορφιά του Bannon ως ερμηνευτή ανατριχιάζει. Οι μοναδικές στιγμές που τα σχεδόν καθαρά φωνητικά του παίρνουν θέση για να ανοίξουν ψυχές στα δύο.

"Systematically, we seethe
Pharmaceutically, we bleed
Dependently, we take a knee
My acceptance is not defeat
"

Μια άλλη εξάρτιση από τη φανερή, αυτή που μας μοιάζει ξένη γιατί κάποιοι άγνωστοι παρουσιάζονται ως ζωντανοί νεκροί στο δρόμο κι αυτό δεν είναι ακριβώς κοντινό μας, καραδοκεί ακόμη και για όσους ψευδώς, θεωρούν ότι η προαναφερθείσα εξάρτιση δεν τους αγγίζει. Η συνεξάρτιση από ουσίες ψυχικής ρύθμισης μπορεί να προκαλέσει ακόμη και επεισόδια που θα οδηγήσουν στο απαλό λευκό κλουβί του τίτλου. Άλλοτε με το να τις κόψουμε σε λάθος στιγμή κι άλλοτε με τη χρήση περισσότερων από όσων μας αναλογούν, οι κρίσεις μπορεί να θολώσουν. Και το χειρότερο είναι ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν μπορούμε να συνεχίσουμε χωρίς αυτές - η αποδοχή δεν είναι ήττα.

Κι αν αυτό πονάει μία, άλλες δύο ανατριχιάζει το κορυφαίο κομμάτι του δίσκου, "Make Me Forget You".

"Manically tragic, the common thread
We've all made mistakes and carry regret
Vanishing time burns at both ends
Nothing hurts more than this emptiness
"

Ένας ύμνος τόσο αληθινός που μπορεί να τραγουδηθεί από κακοποιημένα και κακοποιητά την ίδια στιγμή. Γιατί είμαστε όλοι και τα δύο και όσοι το αρνούνται, απλά δεν τολμούν να κοιτάξουν τον εαυτό τους στον καθρέπτη γιατί η βρωμιά τους, τους τρομάζει περισσότερο από το ψέμα του να ρίξουν την ευθύνη παραδίπλα. Ένα τραγούδι που παίζει με νοήματα και την θρυμματισμένη αλήθεια του βιώματος κάθε πλευράς. Όταν σχέσης κάθε μορφής καταρρέουν. Όταν μια ερωτική σχέση τελειώσει ανεπιστρεπτί. Όταν ο γονιός πεθάνει. Όταν ο χρόνος (και η αγάπη) δεν φτάνει. Το γδάρσιμο της αλήθειας στη φωνή του Bannon όταν ουρλιάζει απελπισμένα με πολλούς διαφορετικούς τρόπους "I never said what I meant to" - ειδικά σε εκείνη τη μουσική παύση πριν το τρίτο λεπτό, νομίζω με πιάνει ταχυπαλμία και ακούω την καρδιά μου στη θέση των κρουστών. Τα διαβολεμένα riffs που φωνάζουν κλασικό κομμάτι Converge. Το μπάσο του Newton που απαγγέλει το δικό του μονόλογο διακριτικά, πίσω από την οργιασμένη τριάδα των συνοδοιπόρων του.

Με κάθε ακρόαση του "Love Is Not Enough", η μουσική μεγαλοφυία ενός έντονα σκληρού και αποκαρδιωτικού σχήματος χορεύει εν μέσω κάποιας παγανιστικής δοξασίας με την στιχουργική ιδιοφυία του Bannon. Τέσσερις άνθρωποι που βρέθηκαν μαζί και συμφώνησαν στην ειλικρίνεια. Στο ότι θα λένε την αλήθεια μεταξύ τους, στους εαυτούς τους και σε εμάς με κάθε προσωπικό κόστος. Έτσι κάνουν για άλλη μια φορά. Και το "Love Is Not Enough" γίνεται σύντομα και σίγουρα ένα ηχητικό ανάγνωσμα που διαγωνίζεται με τις προσωπικές μας αντιλήψεις περί εαυτού, αγάπης, αλήθειας και προσωπικού φωτός. Στους τολμηρούς, τολμά να ανοίξει τη συζήτηση αποδοχής του σκότους τους, με τον κίνδυνο της παράδοσης σε αυτό. Η αγάπη δεν φτάνει για όλο το κακό, την ανυπαρξία ενσυναίσθησης και τους απαίσιους κοινωνικούς καιρούς που ζούμε. Μα αντί αυτό να το δούμε αρνητικά, πρέπει να το αντιμετωπίσουμε ρεαλιστικά, και να είμαστε υπεύθυνοι του να υπάρξουμε κομμάτι έστω αυτής της λίγης αγάπης. Κι ας μην φτάνει, κι ας μην είναι αρκετή, αν είμαστε υπεύθυνα να μην είναι ανύπαρκτοι. Είναι οι Converge αρκετοί για να τα καταφέρουμε.

Bandcamp

  • SHARE
  • TWEET