Death Disco Athens Festival, Day 2: Αnd Also The Trees, Escape With Romeo, Desinteresse, Convex Model @ Gazarte, 04/04/26
Από τα ψυχρά ηχοτοπία μέχρι την υποβλητική μυσταγωγία των And Also The Trees, το Death Disco Αthens Festival έκλεισε ιδανικά τη δεύτερη μέρα του.
Με την πρώτη ημέρα να έχει αφήσει τόσο θετική εντύπωση ώστε να μην υπολογίζουμε καν την κούραση από τον χορό και το ξενύχτι που ακολούθησε, κατηφορίσαμε ξανά προς το Gazarte για τη δεύτερη μέρα του Death Disco Athens Festival. Τα σύννεφα που είχαν καλύψει τον ήλιο και οι πρώτες σταγόνες της βροχής έδεναν κάπως ποιητικά με το γκρι και τη μελαγχολία του line-up. Το πρώτο Σάββατο του Απριλίου, η νύχτα θα είχε ήχο minimal synth, cold wave, post-punk και dark-folk.
Δίχως την παραμικρή καθυστέρηση, ξεκινάμε. Την αρχή έκαναν οι Θεσσαλονικείς Convex Model. Η τετράδα μας έδωσε μια από τις καλύτερες εμφανίσεις της. Στα πρώτα λεπτά φαινόταν ότι κοινωνοί της θα ήμασταν λίγοι και λίγες, όμως αυτό άλλαξε λίγο πριν τα μισά του set. To πιο «έμπειρο» κοινό, που ήταν και η πλειοψηφία της δεύτερης μέρας, γνωρίζει ότι οι ευκαιρίες να τους δούμε στην Αθήνα δεν είναι για να χάνονται. Ο ήχος ήταν στο πλευρό τους και σε κάθε κομμάτι, synths, μπάσο και ντραμς ακούγονταν στο ακέραιο. Τo setlist χαρτογράφησε όλη την πορεία τους, από τα πρώτα, χαρακτηριστικά κομμάτια του "Life In A Glass Cube", έως το "In Human Hives".
Την παγερή ατμόσφαιρα διαπερνούσαν τα φωνητικά του Νίκου Καπαντζάκη, εκφέροντας τους στίχους με τρόπο τέτοιο που οι λέξεις και τα νοήματά τους καρφώνονταν ανάμεσα σε «κούφια εσωτερικά» και «καρδιές που λιώναν σε εργοστάσια». Λίγο πριν το κλείσιμο, το "It’s Getting Cold (Deceiving Time)" ήρθε να μας πονέσει, για να αποχαιρετιστούμε με τη φαινομενική αισιοδοξία του "Illusions Made of Solid Ice". Το έντονο χειροκρότημα έφερε μια ζεστασιά, αν και θα την ανέτρεπε σύντομα η ομίχλη που κατέβαινε από τα μουντά τοπία της Ολλανδίας.
Δεν θα μπορούσε να γίνει άλλη σύνδεση, όταν ο καπνός που γέμισε τη σκηνή στη συνέχεια, έμοιαζε να τον κουβάλησαν με τις αποσκευές τους οι Desinteresse. Ένα φρέσκο σχήμα, για το ντεμπούτο του οποίου μιλήσαμε την προηγούμενη χρονιά, θα συστηνόταν στο ελληνικό κοινό και ήμουν πραγματικά ανυπόμονη για το αποτέλεσμα. Η αναγνώριση που έχουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο όλο παίρνει τα πάνω της, οπότε η τριάδα των Bart, Sem και Joppe ερχόταν με κάποια σοβαρά διαπιστευτήρια. Ο χώρος είχε γεμίσει κι άλλο, με φιγούρες να ξεχωρίζουν και να είναι σαφές ότι ήρθαν για εκείνους - the force of Cure is strong with these ones.
Ξεκινώντας πιο διστακτικά, με ένα set που αρχικά ανέδειξε την cold wave πτυχή τους και κούμπωσε ιδανικά με τους Convex Μodel - ειδικά με κομμάτια όπως το "Grijze Dromen", κέρδισαν σιγά-σιγά έδαφος και μεγάλη μερίδα του κόσμου. Πάντα θα υπάρχουν και αυτοί που θα κοιτάνε τα ρολόγια τους, αλλά ας ελπίσουμε ότι θα μάθουν να αφήνονται και σε κάτι νέο. Πάντως, κρίνοντας από τον χορό που θύμιζε liveάδικα των 80s, μέχρι τα κεφάλια σε κίνηση των πιο παλιών (και αυστηρών) κριτών, αυτό πήγε καλά. Ξεχώρισαν οι στιγμές που έρεπαν προς το post-punk, όπως με το "Zwart Wit", αν και πολλά μάλλον κρίθηκαν στην ατμόσφαιρα που επέβαλε το "Brekend Glas". Προς το τέλος, οι εναλλαγές τους και η διάθεσή τους να επικοινωνήσουν με το κοινό με μερικά αστεία και το μοίρασμα της χαράς τους να βρίσκονται εδώ, έσπασαν ακόμη περισσότερο τον πάγο (pun intended). Αφού, λοιπόν ο δρόμος χαράχτηκε, ελπίζουμε να τους βλέπουμε πιο συχνά.
Κι ενώ όλα ήταν σχεδόν έτοιμα για την εμφάνιση των Escape With Romeo, κάποια σοβαρά θεματάκια στον ήχο θα άλλαζαν τα πλάνα. Η μπάντα και οι τεχνικοί ήταν σε διαρκή κίνηση ώστε να λυθούν όλα όσο το δυνατόν γρηγορότερα και φάνηκε πως έφτασε η στιγμή για την πρώτη τους εμφάνιση στην Ελλάδα, όταν ο ροζ φωτισμός πλημμύρισε τη σκηνή και το "Fear’s A Ghost" μας μύησε στη νέα τους δουλειά. Παρά το δυνατό ξεκίνημα, τα προβλήματα θα επανέρχονταν με το μπάσο του Tobias Schwartz να μην ακούγεται και να σταματούν για λίγο ξανά έως ότου κι αυτό να λυθεί. Αυτές οι διακοπές ίσως έβγαλαν το κοινό από το κλίμα, ίσως λίγο κι εκείνους.
Ο Thomas Elbern, ιδρυτικός πυρήνας τους, θα έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε για να ζεστάνει την ατμόσφαιρα με τις παρεμβάσεις του ανάμεσα στα κομμάτια, τον σχολιασμό του ζόφου των ειδήσεων και τις ιστορίες του. Μια από αυτές θα αφορούσε μια Ελληνίδα που γνώρισαν σε ένα γερμανικό φεστιβάλ, η οποία τους είπε για την τρομερή επιτυχία ενός κομματιού τους στη χώρα μας: "You got a hit in Greece, and that’s "Somebody". Εκεί ξεκάθαρα κάτι σκίρτησε για όλους. Η παρουσία τους στη σκηνή έφερε κυρίαρχα τον νέο τους ήχο: post-punk μπλενταρισμένο με ηλεκτρονικά και trip hop στοιχεία. Ανά φάσεις έδειχνε ιδιαίτερα ενδιαφέρον, όμως το έντονα προηχογραφημένο σκέλος του (σε κιθάρες και δεύτερα φωνητικά) άφηνε ένα αίσθημα ανολοκλήρωτου. Η επιστροφή σε παλαιότερά τους κομμάτια, όπως το "Refugee" άγγιξε περισσότερο, θυμίζοντας πέρα από την μουσική και την στιχουργική τους ομορφιά. Αποχαιρετώντας τους, πέρα από το να «κλείσουμε τις ειδήσεις» κρατήσαμε την επικείμενη κυκλοφορία του νέου τους δίσκου τον Αύγουστο, από τον οποίο πήραμε και μια μικρή γεύση.
Η ώρα για το πιο δυνατό χαρτί της βραδιάς πλησίαζε. Οι headliners της δεύτερης ημέρας, And Also The Trees, έχουν ήδη αποδείξει ότι είναι μια θρυλική μπάντα, αλλά μερικές φορές η πραγματικότητα ξεπερνά κάθε εκτίμηση με τρόπο εκκωφαντικό. Με τις πρώτες νότες των "Rooftop" και "The Crosshair", από το εξαιρετικό νέο άλμπουμ τους "The Devil’s Door" - το οποίο θα ήταν και η βάση του setlist - άρχισε να χτίζεται το σύμπαν στο οποίο θα μας ταξίδευαν. Σκοτεινό, folk, γοτθικό. Ο φωτισμός και η σιωπή ενός κοινού που παραδίνεται, συνέβαλαν στην μυσταγωγία της εμφάνισής τους.
Ξεχώριζε στο κέντρο η φιγούρα του Simon How Jones, που με το χαρακτηριστικό σακάκι του έμοιαζε να έχει βγει από σελίδες βικτωριανής λογοτεχνίας. Ο λυρικός και ενίοτε λυγμικός τόνος της φωνής του μαγνήτιζε, ενώ οι στίχοι, μόλις αφήνονταν στον χώρο, μετατρέπονταν σε ιστορία και εικόνα. Δεν ήταν ο μόνος που είχε αυτή την επίδραση. Εξίσου ταυτοτικό στοιχείο στον ήχο των And Also The Trees είναι η κιθάρα του Justin Jones, με τον χαρακτηριστικό, σχεδόν μαντολινικό τόνο της, που δίνει τόνους υφών και μελωδικότητας, υφαίνοντας επί της ουσίας το σύμπαν τους και τα τοπία τους. Δεν μπορεί να ερμηνευτεί αλλιώς η εισαγωγή του "The Silver Key" ή το υπέροχα οργισμένο "Virus Meadow" που έκλεισε το πρώτο μέρος. Υπήρχαν στιγμές που δεν μπορούσα να πάρω το βλέμμα μου από τις επιβλητικές παρουσίες τους - η κίνησή τους έπαιξε τον ρόλο της και σίγουρα δεν ήμουν η μόνη.
Φυσικά, κάθε κομμάτι του παζλ οδήγησε σε αυτή τη μαγική εμφάνιση, με τον Paul Hill στα ντραμς να δίνει πόνο ακόμη και όταν έπαιξε με τους χρόνους, προς έκπληξη των υπολοίπων - πόσο μάλλον όταν η ένταση ανέβηκε στο κλείσιμο. Έδενε με το μπάσο του Grant Gordon δίνοντας βάθος, για να ανθίσει δίπλα τους η συμβολή του πιο πρόσφατου μέλους, του πολυοργανίστα Colin Ozanne. Τo "The Trickster" ήταν η απόδειξη μιας τέτοιας στιγμής.
Το κοινό ήταν απόλυτα παρόν. Στα σχόλια και τα αστεία του Simon, στις φωνές που δεν έπαυαν να ζητούν ξανά και ξανά κομμάτια που αγαπήθηκαν, στις εναλλαγές δυναμισμού και εσωστρέφειας. Βρισκόμασταν ανάμεσα σε όνειρα και εφιάλτες, με την ηρεμία που άπλωναν στον χώρο κομμάτια όπως το "Mother-of-Pearl Moon", να αμφισβητείται καθώς πλησιάζαμε στο κλείσιμο. Όταν μετά τις εκστατικές φωνές και τα χειροκροτήματα επέστρεψαν για το πρώτο encore, το "A Room Lives In Lucy" επισφράγισε αυτή την ανατροπή. Τέτοιες δυναμικές αναπτύσσονται όταν περίπου 40 χρόνια πορείας χωράνε σε ένα setlist που κρατάει κάτι λιγότερο από δύο ώρες - αλλά ήταν κοινός τόπος ότι θα αντέχαμε άλλες τόσες. Πάλι θα περνούσαν σαν νερό.
Στο κλείσιμο του πρώτου encore με το "Rive Droite", το οποίο αιθεροβατούσε ανάμεσα στη noir κινηματογραφική αίσθηση και τις κιθαριστικές εντάσεις, κάτι μας έλεγε ότι θα υπάρξει και συνέχεια. Σχεδόν αμέσως, η πεντάδα βγήκε ξανά στη σκηνή και ο Simon μας προετοίμασε για ένα κλείσιμο με κάτι που γράφτηκε πριν καν γεννηθούμε. Ο λόγος για το "Wallpaper Dying" από το ντεμπούτο τους, το μακρινό 1983. Η post-punk ψυχή τους γέμισε την αίθουσα και, μέσα σε αυτή την έκσταση, ολοκλήρωσαν μία από τις καλύτερες εμφανίσεις της χρονιάς, κλείνοντας με τον καλύτερο τρόπο ένα εξαιρετικό διήμερο. Όπως ειπώθηκε δια στόματος Simon, χρειαζόμαστε κι άλλες τέτοιες διοργανώσεις, με αυτήν ακριβώς τη ματιά και το νοιάξιμο για τη σκηνή.
Τρέχοντας μάταια να προλάβουμε τα βινύλιά τους στο merch, δεχτήκαμε μια μικρή ήττα, ενδεικτική όμως του αποτυπώματος που άφησε η εμφάνισή τους. Βγαίνοντας από το Gazarte με μηδενική προετοιμασία για την βροχή που είχε ξεσπάσει, οι αισθήσεις επανέφεραν αυτό που μόλις είχαμε βιώσει. Μυσταγωγία και δέος.
Rooftop
The Crosshair
The Silver Key
Beyond Action And Reaction
Your Guess
Dialogue
Return Of The Reapers
Gone… Like Swallows
Bridges
Mother-Of-Pearl Moon
The Trickster
The Suffering Of The Stream
Brother Fear
Virus Meadow
Εncore:
A Room Lives In Lucy
Shantell
Rive Droite
Εncore 2:
Wallpaper Dying
