Forbidden

Forbidden

BLKIIBLK (2026)
Από τον Θωμά Σαρακίντση, 23/10/2026
Μεταμοντέρνο thrash, απορρυθμιστικά ελεγχόμενο
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Οι Forbidden συγκροτήθηκαν το 1985 στην California, αρχικώς υπό το όνομα Forbidden Evil (με ιδρυτικά μέλη τον τραγουδιστή Russ Anderson, τους κιθαρίστες Craig Locicero και Robb Flynn) και πολύ γρήγορα άρχισαν να διαμορφώνουν μια εκδοχή του thrash, περισσότερο τεχνική, σύνθετη και μελωδικά πολυσχιδή από την άμεση επιθετικότητα που χαρακτήριζε μεγάλο μέρος της σκηνής. Με τον Locicero να αποτελεί τον σταθερό κιθαριστικό πυρήνα και τους Anderson, Matt Camacho, Glen Alvelais και Paul Bostaph να συγκροτούν την κλασική σύνθεση, οι Forbidden βρέθηκαν δίπλα σε ονόματα όπως οι Metallica, Exodus, Testament, Death Angel και Vio-lence, συμμετέχοντας σε εκείνη τη μοναδική ζύμωση που κατέστησε το Bay Area ένα από τα σημαντικότερα εργαστήρια του αμερικανικού thrash. Το "Forbidden Evil" του 1988 έθεσε τις βάσεις, αποτελώντας ένα εξαιρετικό δείγμα της σχολής, όμως ήταν το "Twisted Into Form" που ανήγαγε τους Forbidden σε μία από τις κορυφώσεις του τεχνικού thrash, ένα μνημειώδες δείγμα συνθετικής ευφυΐας και εκτελεστικής δεινότητας, όπου το ασύλληπτο musicianship, οι δαιδαλώδεις κιθαριστικές διατυπώσεις και οι αριστοτεχνικές εκτελέσεις συναιρούνται σε ένα έργο υψηλής τεχνικής αρτιότητας, χωρίς να απομειώνεται ούτε κατ’ ελάχιστον η επιθετικότητα, ή ή κατά τόπους μελωδικές στιγμές. Επί αυτού του άλμπουμ, άλλωστε, εδράζεται ο ουσιαστικός πυρήνας της διαχρονικής τους αξίας.

Εν συνεχεία, το "Distortion" του 1994 έστρεψε τους Forbidden προς το τρέχον, τότε, μοντέρνο ήχο της εποχής, με βαρύτερες και περισσότερο nu-metal/groove-oriented δομές, χωρίς ωστόσο να απαρνούνται την τεχνική τους προέκταση, κάτι που γίνεται ιδιαιτέρως αισθητό στο εξαιρετικό παίξιμο του Steve Jacobs πίσω από τα τύμπανα. Με το "Green" απομακρύνθηκαν ακόμη περισσότερο από το κλασικό thrash, υιοθετώντας έναν βαρύτερο, σκοτεινότερο groove/post-thrash προσανατολισμό, με πιο γραμμικές συνθέσεις, χαμηλότερες/μεσαίες ταχύτητες και εμφανείς αποχρώσεις του 90s alternative ήχου. Παρά τη σχετική απλοποίηση της φόρμας, εντούτοις, η τεχνική επάρκεια των μουσικών ουδέποτε εξαφανίστηκε. Δεκατρία χρόνια αργότερα, το "Omega Wave" σηματοδότησε την επιστροφή στις thrash καταβολές τους: οι Forbidden επανέφεραν στο προσκήνιο το τεχνικό, ταχύ και μελωδικά σύνθετο thrash, με τον Mark Hernandez στα τύμπανα και το κιθαριστικό δίδυμο των Craig Locicero και Steve Smyth να επανασυνδέει το συγκρότημα με την εγκεφαλική εκδοχή του ιδιώματος που είχε αποτελέσει το καλλιτεχνικό του αποτύπωμα. Η επιστροφή, ωστόσο, δεν αναπαρήγαγε πλήρως τα θαυμαστά αποτελέσματα του εκπληκτικού "Twisted Into Form".

Και φθάνουμε στο φετινό φερώνυμο δίσκο, το οποίο επαναφέρει το συγκρότημα στο προσκήνιο έπειτα από δεκαέξι χρόνια δισκογραφικής απουσίας. Η επανασύσταση του 2023 δεν διατήρησε, ωστόσο, απαράλλακτη τη σύνθεσή της. Μαζί με τους  Locicero και Camacho προστέθηκαν ο Norman Skinner στα φωνητικά και ο Chris Kontos στα τύμπανα, ενώ ο Jeremy Von Epp ανέλαβε εν συνεχεία τη δεύτερη κιθάρα, διαμορφώνοντας το τρέχον κουιντέτο. Ο Skinner, ο οποίος διαμορφώθηκε μουσικά έχοντας ως σημείο αναφοράς τον Anderson, καλείται να αναμετρηθεί με μία ξεχωριστή φωνητική κληρονομιά· ο δε Kontos, με την προϋπηρεσία του στους Machine Head και τους Testament, μεταξύ άλλων, προσδίδει στο σχήμα μία άκρως ενδιαφέρουσα διάσταση, μπολιάζοντας τον ήχο του με διαφορετικές εκφάνσεις της thrash/groove metal αισθητικής.

Η μακρά αυτή χρονική απόσταση δε θα μπορούσε παρά να εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη δυνατότητα μιας ιστορικής μπάντας να επαναπροσδιορίσει την ταυτότητά της, δίχως να εγκλωβιστεί είτε στην αναπαραγωγή των παλαιών επιτυχιών της είτε στην αγωνιώδη αναζήτηση μιας εκσυγχρονισμένα post-modern ηχητικής φυσιογνωμίας. Το νέο άλμπουμ συνομιλεί με το σύνολο της δισκογραφικής διαδρομής των Forbidden, ανατρέχοντας στις διαφορετικές ηχητικές και συνθετικές εκφάνσεις της. Έτσι, οι thrash δυναμίτες των τριών εναρκτήριων κομματιών συνυπάρχουν με στιγμές που ανακαλούν την "Distortion" και την "Green" περίοδο, συνθέτοντας ένα πολυσυλλεκτικό ηχητικό ψηφιδωτό, στο οποίο το παρελθόν επανεξετάζεται υπό το πρίσμα μιας πιο μετα-σύγχρονης προσέγγισης.

Πρόκειται για μια επιλογή που γίνεται αισθητή ήδη στο συνθετικό αποτύπωμα του δίσκου, τις κιθαριστικές διατυπώσεις και τις εκτεταμένες εναλλαγές ύφους, ενώ η φωνητική παρουσία του Skinner προσφέρει μια διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση από εκείνη που είχε καθιερώσει ο Anderson, χωρίς, ωστόσο, να αποφεύγει τις αναπόφευκτες συνδηλώσεις με τον προκάτοχό του, καθώς σε αρκετές στιγμές η φωνητική του εκφορά ανακαλεί το χαρακτηριστικό ηχόχρωμα και τις ερμηνευτικές αποχρώσεις του τελευταίου.

Δεν γίνεται, βεβαίως, να μη σχολιαστεί η κούφια, AI αισθητική αμηχανία του εξωφύλλου - μια σαχλαμάρα που εξαντλείται στην επιδεικτική κενότητά της. Ουδεμία καλαίσθητη εικονοποιία, ουδεμία συνεκτική απόδοση ενός συγκεκριμένου θέματος· μονάχα διάσπαρτες, δήθεν "σκοτεινές" απεικονίσεις ενός κενού που, αντί να υποβάλλει, απλώς επιδεικνύεται. Η αισθητική αστοχία του εξωφύλλου, πάντως, δεν προδικάζει κατ’ ανάγκην το περιεχόμενο, το οποίο αποδεικνύεται πολύ πιο ενδιαφέρον από την εξωτερική του περιβολή.

Αυτή η μεταμοντέρνα πρόσληψη, που εγγίζει αβίαστα ακόμη και τον μετα-σύγχρονο τρόπο, διατρέχει σαφώς το σύνολο του δίσκου. Η εκδοχή των Forbidden που ακούμε εδώ ανακαλεί, στις ταχύτατες και ασφυκτικές της εξάρσεις, τους δύο πρώτους δίσκους, δίχως να καταφεύγει στην «κλασική» αναπαραγωγή τους, επιδιώκοντας αντιθέτως τη διεύρυνση των εκφραστικών της ορίων. Μελωδικά περάσματα, κιθαριστικές εξάρσεις που εντυπωσιάζουν ως επί το πλείστον, χορωδιακά ψήγματα εδώ κι εκεί -ενδεικτικά στο "DCLXVI"-, κοφτά riffs και μια ευδιάκριτη διάθεση συνθετικής περιπλάνησης συνυπάρχουν σε ένα σύνολο που αρνείται να παραμείνει εγκλωβισμένο σε μία και μόνη προσέγγιση. Οι συνθέσεις δεν αρκούνται στην εναλλαγή ταχύτητας και βαρύτερων ρυθμών, αλλά αναζητούν διαφορετικές δυναμικές και τρόπους ανάπτυξης, επιτρέποντας στη μελωδία να συνυπάρξει με την επιθετικότητα και στην τεχνική να διασταυρωθεί με περισσότερο ατμοσφαιρικές ή πειραματικές, τρόπον τινά, διαθέσεις.

Το riff του "Divided By Zero" θα μπορούσε κάλλιστα να φέρει την υπογραφή του Jeff Loomis· ή, διαφορετικά, να αναρωτηθεί κανείς πώς θα ηχούσαν οι Nevermore εάν προσκαλούνταν να συνεισφέρουν στο "Distortion" ή σε μία πιο πολυεπίπεδη εκδοχή του, εν προκειμένω την υπό παρουσίαση. Δεν γνωρίζουμε, ασφαλώς, κατά πόσον είναι συμπτωματική η, προς το τέλος του κομματιού, ψηλή φωνητική απόδοση, που παραπέμπει στον Warrel Dane και ενισχύει έτι περαιτέρω τον συνειρμό.

Η πλέον προοδευτική εκδοχή του δίσκου εκδηλώνεται στο "Flower of Life" (Chaos by Design) ένα εννιάλεπτο κράμα ετερόκλητων στοιχείων και αισθητικών αναφορών. Θα τολμούσαμε να γράψουμε ότι οι Forbidden δεν έχουν ηχογραφήσει ξανά κάτι που να ακούγεται ακριβώς έτσι. Ένα αμάλγαμα κιθαριστικών δράσεων, ευρηματικών εναλλαγών, κλιμακώσεων και φωνητικών διαστρωματώσεων, πιάνου και νεοκλασικιζόντων θεμάτων, που αναπτύσσεται δίχως να αποποιείται την εγγενή μεταλλική του υπόσταση. Το ενδιαφέρον έγκειται ακριβώς στην ανομοιογένεια των συστατικών του: διαφορετικές υφολογικές φράσεις επιστρατεύονται, αντιπαρατίθενται και, ενίοτε, συναιρούνται. Εδώ, η προοδευτικότητα δεν συνίσταται απλώς στη χρονική έκταση ή στην επίδειξη δεξιοτεχνίας, αλλά στην πρόθεση να συνυπάρξουν ετερόκλητες ιδέες μέσα σε μια σύνθεση που διαρκώς μεταβάλλει το εκφραστικό της κέντρο.

Ανάλογη πολυμορφία συναντούμε και στα φωνητικά. Οι ερμηνευτικές κλιμακώσεις εκτείνονται από τις μελωδικές γραμμές και τις περισσότερο "ακραίες" αποχρώσεις έως τις στεντόρειες εξάρσεις, αναδεικνύοντας ένα αξιοσημείωτο εύρος έκφρασης. Φανταστείτε ένα κράμα φωνητικών ιδιοτήτων που συνομιλούν με τον Chuck Billy, τον Russ Anderson και τον Matt Barlow. Ο Skinner δεν περιορίζεται σε μια μονοδιάστατη, επιθετική εκφορά, αλλά κινείται ανάμεσα σε διαφορετικές αποχρώσεις, προσδίδοντας στις συνθέσεις πρόσθετο βάθος και ενισχύοντας τη μεταβλητότητα της συνολικής τους φυσιογνωμίας.

Στο ατμοσφαιρικό, υποτονικό "Jisei", με την καθαρή κιθάρα και τη φωνή να απογυμνώνονται από την παραμόρφωση και την metal-ική επιβολή, ο τραγουδιστής αποκαλύπτει μια διαφορετική, εξίσου ενδιαφέρουσα πτυχή των δυνατοτήτων του. Οι χαμηλότερες φωνητικές κλίμακες αναδεικνύουν το ηχόχρωμά του, ενώ η ερμηνεία αποκτά μία διαφορετική προσέγγιση που δύσκολα θα αναδεικνυόταν μέσα στην πυκνότητα των ηλεκτρικών και γεμάτων ένταση συνθέσεων. Εδώ, η ένταση δεν προκύπτει από την αυτοσυγκράτηση. Η επιλογή μιας τόσο απογυμνωμένης προσέγγισης λειτουργεί ως αντίστιξη στην εκτελεστική πολυπλοκότητα συνθέσεων τύπου "Flower of Life", αποδεικνύοντας ότι ο δίσκος δεν αναζητά αποκλειστικά την εντύπωση μέσα από την πληθωρικότητα, αλλά επιχειρεί να αξιοποιήσει κι άλλους τρόπους όπως την υποτονικότητα και την ατμοσφαιρικότητα.

Για του λόγου το ακριβές, ο έχων φαντασία ακροατής ας φαντασιωθεί ένα μείγμα από τους ύστερους Testament, τις mid-90s ηχητικές αποκρυσταλλώσεις των ίδιων των Forbidden, τις 90s groove-oriented εκφάνσεις και μια διακριτή -ας την πούμε σχηματικά- Nevermore-ική συνιστώσα, με όλα τα παραπάνω να διυλίζονται μέσα από τις thrash αποτυπώσεις της μπάντας, τόσο στην παλαιότερη όσο και στη μεταγενέστερη, πιο μοντέρνα εκδοχή της.

Η συμμετοχή του Brann Dailor των Mastodon στο "Sycophantasy" αποτελεί ακόμη ένα ενδιαφέρον στοιχείο της νέας τους απόπειρας, καθώς υπογραμμίζει τη διάθεση του σχήματος να διευρύνουν τις συνεργασίες και τις αναφορές τους πέρα από τα στενά όρια της ιστορικής thrash σκηνής. Παράλληλα, η παρουσία συνθέσεων όπως το "Burning the Lungs of Earth" και το "Psyclops" αναδεικνύει τη συνύπαρξη διαφορετικών συνθετικών προσανατολισμών: από την ταχύτητα, την πυκνή riffολογία και τις μελωδικές φωνητικές γραμμές έως τις περισσότερο επιβλητικές εκφάνσεις του ήχου. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί, όπως έχουν διατυπωθεί από τον Locicero στο πλαίσιο της παρουσίασης του άλμπουμ, αποτελούν βεβαίως τις προθέσεις και τις περιγραφές του δημιουργού· η ουσιαστική αποτίμηση, ωστόσο, εδράζεται στην ίδια τη μουσική, στις συνθετικές της αρετές και στην ικανότητά της να υπερβαίνει τις διακηρυγμένες προθέσεις της.

Το "Forbidden" δεν επιδιώκει μια άνευ όρων επιστροφή στο παρελθόν ούτε  διεκδικεί την αναβίωση της εποχής κατά την οποία το Bay Area thrash αποτύπωνε τη δική του σφραγίδα. Αντιθέτως, αντλεί από διαφορετικές περιόδους της διαδρομής του συγκροτήματος, συγκεράζοντας τις επιμέρους εκφάνσεις με επιδράσεις από ετερόκλητα ιδιώματα και σχήματα. Το αν αυτή η συνθετική πολυμορφία συγκροτεί μια πλήρως συνεκτική καλλιτεχνική πρόταση ή αφήνει ενίοτε την αίσθηση της συσσώρευσης ετερόκλητων ιδεών είναι ένα ερώτημα που αξίζει να παραμείνει ανοιχτό. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι οι Forbidden δεν αρκούνται να υπενθυμίσουν ποιοι υπήρξαν· επιχειρούν να διερευνήσουν τι δύνανται ακόμη να γίνουν, καταθέτοντας, για αρχή, μετά τόσα χρόνια, έναν πολύ καλό δίσκο.

Και κάτι τελευταίο: μακάρι περισσότερα σχήματα, ανεξαρτήτως μουσικού ιδιώματος, να τολμούν να αφουγκράζονται την προσωπική καλλιτεχνική τους πρόταση, αντί να καταφεύγουν στο αποστειρωμένο κενό που συχνά συγκαλύπτεται πίσω από την επίφαση δημιουργικότητας της τεχνητής νοημοσύνης - είτε αυτή αφορά το εικαστικό είτε το συνθετικό σκέλος. Δυστυχώς, τα παραδείγματα αφθονούν· και τα κρίματά μας επίσης.

Bandcamp

  • SHARE
  • TWEET