Bill Callahan

My Days of 58

Drag City (2026)
Μία ακόμη αξιέπαινη δουλειά από έναν ιδιαίτερο folk δημιουργό, με εμφανείς χάρες αλλά και μειονεκτήματα
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

O Bill Callahan θεωρείται μία απ’ τις must προσωπικότητες πια στη μουσική ενασχόληση με το indie folk, κι όχι μόνο για όσα αγαπάνε την alt-country συστοιχία ή τους Smog, το προηγούμενο συγκρότημά του. Έχει μία βαριά και ατμοσφαιρική φωνή που μπορεί να κάνει συνειρμούς με τον Leonard Cohen και τον Sivert Hoyem, μία τραγουδοποιία που χρωστάει αρκετά στον Johnny Cash και τον Nick Drake, και μία συνθετική προσέγγιση που ξεφεύγει απ’ την καλώς εννοούμενη βλαχιά της country μουσικής, και περνάει στα χωράφια της πιο contemporary folk, με πολλές ενορχηστρωτικές διανθίσεις που προσδίδουν χαρακτήρα και ακουστικό εύρος στον ήχο του, εξακολουθώντας όμως να ακούγεται ως «τίμιο λαϊκό παιδί».

Το "My Days of 58", όπως προοικονομεί ο τίτλος και το αναστοχαστικό εξώφυλλο, είναι ένας δίσκος αρκετά εσωστρεφής, μία προσωπική απολογιστική χαμηλού φωτισμού, που ψάχνει να οργανώσει μία σειρά από εμπειρίες: τη γονεϊκότητα, τη συζυγική ζωή, την καριέρα, το γήρας, το θάνατο, κοκ. Ηχητικά, εξακολουθεί στα χνάρια του "YTILAER" (2022), αναμενόμενα αφού περιλαμβάνει τους ίδιους βασικούς συνεργάτες, τους Matt Kinsey (κιθάρα), Dustin Laurenzi (σαξόφωνο) και Justin White (ντραμς). Πρόκειται για μία αρκετά περιπετειώδη indie, όπου η country συναντά την chamber folk και την αισθητική του singer/songwriter, με αυτήν την νηφάλια αμεσότητα που έχει. Θα βρούμε την τυπική, ακατέργαστη παραγωγή, η οποία θα ξαφνιάσει με χάλκινα, έγχορδα, και ηλεκτρικές κιθάρες εκεί που μπορεί να μην το περιμένεις.

Αυτή η μουσική πολυμορφία είναι που ανέκαθεν αντιπαραβάλλεται με το δρομίσιο μέταλλο της φωνής του και την πεζή, σχεδόν απαγγελτική εκφορά των στίχων. Αυτός πιστεύω είναι και ένας απ’ τους λόγους που η μουσική του Callahan - ανέκαθεν μεν, αλλά κυρίως στα δύο τελευταία - δίνει αρχικά την εντύπωση πως είναι απογυμνωμένη, για να αναδειχτεί μετά, ως κατάλυση οφθαλμαπάτης, ένα πλούσιο εύρος προσεκτικής ενορχήστρωσης και διαστρωμάτωσης.

Στο "My Days of 58" θα βρούμε ορισμένα κομμάτια τα οποία αξίζουν την προσοχή μας και επαναλαμβανόμενες ακροάσεις. Ξεκινώ από το "Lonely City", με την σταδιακή του κορύφωση, τα εφέ της κιθάρας και το υπέροχο βιολί, αλλά και το ντουέτο με την Eve Searls, την οποία είχαμε γνωρίσει και στο προηγούμενο άλμπουμ του. Αμέσως επόμενο το "Empathy", ένα αργό, πένθιμο κομμάτι που λειτουργεί ως γράμμα στον εκλιπόντα πατέρα του, περιγράφοντας την ζωή του και ως πατέρας πλέον. Στο "West Texas" έχουμε μία απ’ τις πιο αχαλίνωτες στιγμές, που φέρνουν στο νου ένα indie jam, με το βιολί του Richard Bowden να κλέβει ξανά την παράσταση. Το "The World Is Still" που κλείνει τον δίσκο, δίνει νέο αέρα σε όλο το δεύτερο μισό, αφού όχι μόνο είναι το καλύτερο απ’ τα τελευταία έξι κομμάτια, αλλά πρόκειται για ένα εν συνόλω συγκλονιστικό κομμάτι, βουτηγμένο στην μαύρη κατάθλιψη (ή μήπως αποδοχή;) και την ακινησία.

Όμως, ο υπόλοιπος δίσκος, διάσπαρτος κι αν είναι με λεπτεπίλεπτες, καλοδουλεμένες ιδέες, δεν φαίνεται να εξιλεώνει για το ίδιο θέμα που έχω με τον Bill Callahan γενικά. Αρχικά, πολλοί βρίσκουν λεπτή ειρωνεία και χιούμορ στους στίχους, εγώ βρίσκω αμηχανία και απλοϊκότητα. Σημαντικότερη, όμως, είναι η απόσταση, διακριτή και σαφής, ανάμεσα σ’ αυτά που θα ήθελε να κάνει ο Callahan με τη φωνή του, και σ’ αυτά που μπορεί να κάνει. Ναι, η βαριά του χροιά δίνει ύφος, και έχει μία τέλεια ατέλεια πολύ ταιριαστή σε αυτό το ανεπιτήδευτο στυλ που υπηρετεί. Όμως, σ’ αντιπαράθεση με αυτά τα όρια, ο Callahan επιχειρεί να ακουστεί πιο μαγκιόρικος ("The Man I’m Supposed To Be"), αποστασιοποιημένος και cool ("Pathol O.G." - δηλαδή, όντως;) ή γεμάτος με ανατατική έξαψη ("Stepping Out For Air" - ποιος του είπε ότι είναι καλή ιδέα να επαναλαμβάνει για ένα λεπτό το "Gabriel";), με αποτέλεσμα να χαντακώνει την κατά τ’ άλλα αξιόλογη μουσική του. Ένας πιο ικανός τραγουδιστής ή μία άλλη, πιο μετριοπαθής προσέγγιση στο γράψιμο της φωνητικής μελωδίας, αλλά και πιο κρίσιμα, στην περσόνα που θέλει ο Callahan να υιοθετεί, θα επέτρεπε στα τραγούδια να αναδείξουν την αξία τους. Θα εξαιρέσω κάτι "Computer", που πέρα από απλώς εντάξει σαν μουσική, ακούγονται δήθεν, με αρκετά μπουμερίστικη προσέγγιση στο ζήτημα της τεχνολογίας, παρ’ όλο που εκτιμώ τη γενική διάθεση.

Όλα αυτά σαφώς δεν θα αποθαρρύνουν όσα ακούνε από παλιά Callahan, ή μπορεί να σαγηνευτούν - και δικαίως - από το ταλέντο του. Αποτελούν μία σημείωση για έναν καλλιτέχνη που θα μπορούσε να βγάλει χρυσάφι, αλλά έχει κάποιες υφολογικές επιλογές που χτυπάνε άσχημα. Απ’ την άλλη, μια χαρά καριέρα έχει κάνει, κι ακόμη και για μένα που τα λέω όλα αυτά υπάρχει μία έλξη, οπότε είναι πιθανό να μην φτάνει στα δικά μου αυτιά μία αμερικάνικη κουλτούρα επαρχιώτικης αυθεντικότητας που, λόγω καταβολών, δεν μου κάνει κλικ. Αστερίσκος για σκέψη, και πάμε πάλι ένα repeat.

Bandcamp

  • SHARE
  • TWEET