Blackbriar, Oceandvst @ Fuzz Club, 23/09/26
Μυρωδιά βροχής, μαύρο φόντο και στοιχειωμένα πλήκτρα
Δεν υπάρχει λόγος να μετρήσουμε πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που άρχισε να καλύπτεται με σκόνη ο μαυροστολισμένος θρόνος του symphonic metal. Δεν θα είχε ιδιαίτερο νόημα να αναλύσουμε στο παρόν πλαίσιο τα πώς και τα γιατί, ή ακόμα χειρότερα να αρχίσουμε να μοιράζουμε ευθύνες. Οι θαυμάσιες μέρες του ιδιώματος έχουν κερδίσει πανάξια τις δικές τους σελίδες στο μεγάλο βιβλίο του σκληρού ήχου, κι αυτό δεν χωράει αμφισβήτηση. Το ότι επιστρέψαμε μετά από χρόνια σε έναν χώρο όπου μια φορά κι ένα καιρό ζήσαμε από πρώτο χέρι κάποιες από αυτές για ένα από τα νεότερα ονόματα της σκηνής, είναι από μόνο του τόσο ευχάριστο σαν γεγονός, που αρκεί για να σιγήσει τα όποια επιμέρους σχόλια.

Κι αν η εικόνα του μισοάδειου ακόμα venue την ώρα που έπαιρναν τις θέσεις τους οι Oceandvst θα έβαζε δύσκολα σε κάμποσους, η τριάδα από τη Θεσσαλονίκη δεν πτοήθηκε δευτερόλεπτο. Από το μπάσιμο του "Ghost", τα πάντα είχαν κουμπώσει με τον πιο μοντέρνα φυσικό τρόπο. Η απόλυτα θετική ενέργεια. Οι γεμάτες ψυχή ερμηνείες. Τα χτυπήματα της κιθάρας. Οι χαμογελαστές πόζες. Τα γεμίσματα στα ντραμς. Δίπλα στο υλικό του "Death Is An Open Door", το "All The Things She Said" (ναι, το γνωστό) λειτούργησε σαν σπίθα και το "Going Under" (ξανά, το γνωστό) σαν πληρωμένο-με-φουλ-δίκαση ανέβασμα πριν το "Isn't Love Supposed To Be A Good Thing" ρίξει αυλαία με φιλιά, two step και μικροφωνικές πάσες.

Με τους δείκτες του ρολογιού να πλησιάζουν στις 22:00, το κλαμπ αισίως έδειχνε ικανοποιητικά μισογεμάτο και το κλίμα ήταν έτοιμο για τους Blackbriar. Η ευκολία με την οποία έβγαλε 100% νόημα σαν εισαγωγή το "Summertime Sadness" (δεν θα κάνουμε δουλειά έτσι όμως, το γνωστό) με το που χαμήλωσαν τα φώτα, πρόσθεσε κάμποσα καλοδεχούμενα θαυμαστικά προτού καν προλάβει να παιχτεί νότα. Το τσίμπημα στην ένταση των φωνών με το που ξεκίνησε το "Betwixt And Between" κι εμφανίστηκε στο σανίδι η σιλουέτα της Zora Cock, έφερε στο μυαλό μνήμες από το όχι ακριβώς κοντινό παρελθόν. Τηρουμένων των αναλογιών, έστω.

Στο πέρασμα των χρόνων, το κουιντέτο από την Ολλανδία έχει δέσει σε υπερθετικό βαθμό, ακολουθώντας τον πατροπαράδοτο δρόμο· στούντιο, περιοδεία, επανάληψη. Κι όσο αυτό ξεχωρίζει σε δισκογραφικό πλαίσιο, καθόλου τυχαία η μερίδα του λέοντος στο σετ ανήκε στο "A Thousand Little Deaths", τόσο κι άλλο τόσο γίνεται εμφανές ζωντανά. Τα παιξίματα είναι σφιχτά μέχρι εκεί που δεν πάει. Η απόδοση της μπροστάρισσας μοιάζει οριακά βγαλμένη από δισκάκι. Οι ισορροπίες ανάμεσα στα πλήκτρα και τις κιθάρες δεν χάνονται ούτε στιγμιαία. Στην αντίπερα όχθη, η απουσία μπάσου, όσο πρωτόγνωρη κι αν δεν είναι, μοιάζει με αχρείαστη ανορθογραφία.

Από τους ταιριαστούς μπλε προβολείς για το "Arms Of The Ocean" και το ωραιότατο νεοκλασικό χτίσιμο για άνοιγμα στο "Bluebeard's Chamber", μέχρι τα κυματάκια στο ολόφρεσκο "A Thousand Anemones" και το αλάνθαστο σερί "Crimson Faces" - "Until Eternity" - "Last Sigh Of Bliss", η ροή επί ενενήντα λεπτά μόνο έδινε. Στο ενδιάμεσο, τα διακριτικά-ish νεύματα προς Sharon Den Adel & Co., στέκονταν σαν άτυπος φόρος τιμής προς εκείνες κι εκείνους που έβαλαν τα θεμέλια στο συμφωνικό οικοδόμημα. Για όλα τα καταδικαστικά προγνωστικά και τις παραξενιές της εποχής, το στοίχημα κερδήθηκε, η σημαία έμεινε ψηλά, κι αυτό δεν είναι καθόλου αυτονόητο.

Φωτογραφίες: Μιχάλης Κουρής
Betwixt And Between
Floriography
I'd Rather Burn
The Hermit And The Lover
Arms Of The Ocean
Bluebeard's Chamber
The Catastrophe That Is Us
Cicada
The Fossilized Widow
Spirit Of Forgetfulness
Deadly Diminuendo
A Thousand Anemones
Selkie
Beautiful Delirium
Crimson Faces
Until Eternity
A Last Sigh Of Bliss
Green Light Across The Bay
