[7]: Godzilla
Αναδρομή σε 72 χρόνια ιστορίας ενός αθάνατου κινηματογραφικού, και όχι μόνο, συμβόλου
Το 1954, εννέα χρόνια μετά τον πυρηνικό όλεθρο σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι αλλά και τους βομβαρδισμόυς στο Τόκυο, η Ιαπωνία ήταν μια χώρα σε ανασυγκρότηση. Η ιστορία της όμως θα αποκτούσε ένα απρόσμενο σύμβολο, όταν ένα μεταλλαγμένο, προϊστορικό τέρας εμφανίστηκε από τα βάθη του Ειρηνικού Ωκεανού. O Godzilla του Ishirō Honda έμελλε να αλλάξει το κινηματογραφικό και πολιτιστικό τοπίο με τον βαρύ βηματισμό και την ατομική του ανάσα. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε τελειώσει, όμως το ιμπεριαλιστικό, μιλιταριστικό και αποικιοκρατικό παρελθόν της χώρας, η συνθηκολόγηση, η αμερικανική κατοχή και η συνταγματική αναδιάρθρωση είχαν αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους σε μια κοινωνία διαλυμένη οικονομικά και ψυχολογικά. Ο ψυχρός πόλεμος δεν την άφησε ανεπηρέαστη, αφού πλέον η Ιαπωνία αποτελούσε βιωμένη εμπειρία της πυρηνικής απειλής, πέραν της περιφερειακής της εμπλοκής.

Την 1η Μαρτίου 1954, το αλιευτικό σκάφος Daigo Fukuryū Maru (Lucky Dragon No. 5), εκτέθηκε σε ραδιενεργό κατακρήμνιση από την αμερικανική θερμοπυρηνική δοκιμή Castle Bravo στην ατόλη Μπικίνι. Οι ψαράδες υπέστησαν σοβαρές συνέπειες από την ακτινοβολία, ενώ ένας από αυτούς πέθανε αργότερα την ίδια χρονιά. Η προσπάθεια της χώρας να ανασυνταχθεί βιομηχανικά με την αστικοποίηση να επεκτείνεται γοργά, παρά τις ταξικές ανισότητες στο εσωτερικό της, την έφερε σε μια αμφιθυμική σχέση με την τεχνολογία και την παρέμβαση στο περιβάλλον. Παράλληλα, η δεκαετία του ’50 ήταν κινηματογραφικά εύφορη για την χώρα, με την παραγωγή ταινιών να επανέρχεται δυναμικά. Η αναμέτρηση με την απώλεια, το μεταπολεμικό τραύμα, την φτώχεια και τον διαρκή κοινωνικό μετασχηματισμό, χαρακτήριζαν τον ιαπωνικό κινηματογράφο της εποχής.

Το 1954, τα Toho Studios κυκλοφορούν τo "Seven Samurai" του Akira Kurosawa, ένα έργο-ορόσημο του ιαπωνικού ιστορικού κινηματογράφου, που συνδυάζει τη ρεαλιστική κοινωνική παρατήρηση με την ψυχολογική πολυπλοκότητα και επιβεβαιώνει τη θέση της εταιρείας στην εγχώρια κινηματογραφική παραγωγή. Την ίδια στιγμή, σε διεθνές πλαίσιο, η επιστημονική φαντασία, εξαιτίας και της (μεταπολεμικής) πυρηνικής προόδου, καθώς και ο τρόμος, γνώριζαν ιδιαίτερη άνθιση. Ήδη από τον "King Kong" (1933) το πρότυπο του μεγάλου κινηματογραφικού τέρατος λειτουργούσε ως συμβολισμός για τα αδιέξοδα και τους συλλογικούς φόβους μιας κοινωνίας που αλλάζει, γνωρίζοντας πολλές μορφές με ταινίες όπως το "The Beast from 20,000 Fathoms (1953)" ή το "Them!" (1954).

Μέσα σε αυτά τα σκοτεινά και τραγικά νερά, αναδύεται ο Βασιλιάς των Τεράτων. Ο Godzilla, θα αποτελέσει τη συμπύκνωση του κινηματογραφικού, κοινωνικού και πολιτικού πλαισίου που το γέννησε σε τοπική και παγκόσμια κλίμακα, συνομιλώντας με την παράδοση και την γλώσσα που τον γέννησε, αναδιαμορφώνοντας τες ταυτόχρονα. Η ταινία, με τους πολιτικούς, οικολογικούς, κοινωνικούς μα και εσχατολογικούς της συμβολισμούς και αλληγορίες, καθιερώνει ένα νέο κινηματογραφικό είδος (kaiju eiga), ενώ η τεχνική του "tokusatsu" και δη του suitmation, που αξιοποιήθηκε από τον υπεύθυνο ειδικών εφέ Eiji Tsuburaya για να φέρει το θρύλο στη μεγάλη οθόνη, αλλάζει και τεχνικά το μέσο. Οι γεωπολιτικές αγωνίες, ο ρόλος της επιστήμης, η πυρηνική καταστροφή, η ευαλωτότητα των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων και η αμοραλιστική τεχνολογική πρόοδος, επανέρχονται με τρόπο που συνενώνει την επιστημονική φαντασία με τη λαϊκότητα ενός blockbuster. Οι αντιφάσεις της ίδιας της ιστορίας της Ιαπωνίας αλλά και οι παλινδρομήσεις του παρόντος της, κείτονται μετέωρες υπό τον αργό βηματισμό ενός πλάσματος καταμεσής των ερειπίων ενός κόσμου που αλλάζει ραγδαία.

Η εμπορική επιτυχία της ταινίας, οδήγησε σε μια αμερικανική μεταφορά της δύο χρόνια μετά, καθώς και στην επαναφορά του το 1955 με το "Godzilla Raids Again". Έτσι, εκκινεί η "Showa Era", που διαρκεί μέχρι το "The Terror Of Mechagodzilla" του 1975. Σε αυτή, βρίσκουμε άλλη αντιπαράθεση φόρμας και περιεχομένου, αφού μια ταινία που γεννήθηκε ως φορτισμένο αντιπολεμικό και αντιπυρηνικό έργο τρόμου, καταλήγει να γίνει ένα εμπορευματικό θέαμα, ικανό να διασκεδάζει εκατομμύρια θεατές ανά τον κόσμο. Το σύμπαν του Gojira διευρύνεται με πληθώρα χαρακτήρων, παρανοϊκές πλοκές εξωγήινων, psychics και στιγμές δράσης μεγάλων τεράτων που μόνο campy μπορούν να χαρακτηριστούν, δίπλα στις εξωφρενικές πλοκές. Από τη Mothra, το Anguirus και τον Gigan μέχρι τον Rodan, τον Megalon και τον King Ghidorah, η περίοδος χαρακτηρίζεται από σκηνές ανθολογίας, απόπειρες επαναφοράς αμφιβόλου ποιότητας, αλλά και σημαντικά κινηματογραφικά ρίσκα.

Το 1984, εν μέσω ψυχρού πολέμου, εγκαινιάζεται η "Heisei Era" με το "The Return Of Godzilla", που βρίσκει τον Godzilla στην πιο σκοτεινή και σοβαρή του εκδοχή, διατηρώντας παράλληλα επιμέρους υφολογικά στοιχεία του παρελθόντος. Για μια δεκαετία, οι ταινίες που κυκλοφορούν, παρά τις εθνικιστικές αστοχίες στιγμών όπως του "Godzilla vs. King Ghidorah" (1991), δημιουργούν μια συνεκτική αφήγηση που διευρύνει το μύθο, λειτουργώντας ως ευθεία sequel της αρχικής ταινίας, αγνοώντας τη Showa Era. Η πιο ποιοτική περίοδος του κινηματογραφικού κόσμου του θηρίου διαθέτει μερικές από τις σπουδαιότερες στιγμές της, τόσο σε τεχνικό όσο και σε θεματικό επίπεδο.

Η νέα χιλιετία βρίσκει την Toho να ψάχνεται με την "Millennium Era", με μια ανθολογία (ημί)αυτόνομων αφηγήσεων που ενδιαφέρονται περισσότερο για το τεχνικό, εξωφρενικό και εφετζίδικο κομμάτι του Godzilla, συγκριτικά με την εμβάθυνση στις θεματικές του. Για μια πενταετία, οι ταινίες λειτουργούν ως οπτική προέκταση ενός franchise που ανοίγεται και σε άλλες αγορές.
Η αμφιλεγόμενη υποδοχή της αμερικανικής εκδοχής του Roland Emmerich το 1998 δεν εμπόδισε την επιστροφή του Godzilla στην ιαπωνική παραγωγή. Η εμφάνιση του MonsterVerse, με το "Godzilla" (2014), σηματοδοτεί την εκ νέου διεκδίκηση του χαρακτήρα από το Hollywood. Οι ταινίες, εμπορικές επιτυχίες, παρουσιάζουν την γνωστή συμβατική οπτική της αμερικανικής βιομηχανίας πάνω στο πλάσμα, αυτή δηλαδή της οπτικής πανδαισίας δράσης, CGI, και εντυπωσιοθηρίας. Οι πόλεις και τα τοπία λειτουργούν ως μη-τόποι, απαλλαγμένα από τη μνήμη και τη ζωή, απλά κάδρα μεγάλης κλίμακας προς κατεδάφιση.

Απέναντι σε αυτή την κυριαρχία του blockbuster, η Toho επαναφέρει τον Godzilla σε ένα διαφορετικό κινηματογραφικό και πολιτικό πλαίσιο με το "Shin Godzilla" (2016), εγκαινιάζοντας την "Reiwa Era", η οποία φτάνει μέχρι το "Godzilla Minus One" (2023), ενώ καταφθάνει το πολυαναμενόμενο sequel "Godzila Minus Zero". Εντός της, animated ταινίες και η σειρά "Godzilla Singular Point", δείχνουν το πειραματικό εύρος που μπορεί πλέον να φτάσει αυτό το άφθαρτο κινηματογραφικό σύμβολο, που διανύει μια από τις πιο περιπετειώδεις, αντισυμβατικές και ενδιαφέρουσες εποχές του.
Γεννημένος μέσα στην αντίφαση του κινηματογραφικού θεάματος και της αμφισβήτησής του, ο Godzilla αποτελεί μια πολιτική αλληγορία δριμείας κριτικής, η οποία, ωστόσο, δεν αναμετριέται πάντοτε με την αυτοεικόνα της ιαπωνικής εθνικής ταυτότητας και το μιλιταριστικό της παρελθόν. Αναδύεται ως ένας έκπτωτος angelus novus της Ιστορίας, ένα ον που στρέφεται ενάντια στον δημιουργό του, και τελικά ξεπερνά το ίδιο το μέσο. Απειλή ή σωτήρας, φορέας δικαιοσύνης ή δήμιος, παιχνίδι και αναφορά σε σειρές, ταινίες, μουσικά άλμπουμ, comic και manga, αντικείμενο διαφήμισης, διακωμώδησης ή σημείο crossover με την πραγματικότητα και όχι μόνο, για περισσότερες από επτά δεκαετίες, ο Godzilla αποτελεί σημείο αναφοράς στην παγκόσμια pop κουλτούρα, άμεσα συνυφασμένος με το σύγχρονο ιαπωνικό φαντασιακό.
Παρακάτω, επιλέγονται και προτείνονται επτά ταινίες-σταθμοί από μια φιλμογραφία που πλέον αριθμεί δεκάδες παραγωγές, με αναπόφευκτα υποκειμενικές επιλογές και παραλείψεις, επιχειρώντας να αποδοθεί όσο το δυνατόν πληρέστερα το πολύπλευρο αποτύπωμα ενός άφθαρτου πολιτισμικού συμβόλου.



Αυτό το αφιέρωμα δεν θα ήταν δυνατό δίχως το βιβλίο "Godzilla: The Official Guide to the King of the Monsters" (Wellbeck Publishing, 2022), για το οποίο είμαι ευγνώμων.
Ακολουθούν πιθανά spoilers. Προχωρήστε με δική σας ευθύνη.







Η απόφαση της Toho να κυκλοφορήσει και νέα ταινία Godzilla, μπαίνοντας έτσι για τα καλά στο παιχνίδι του σύγχρονου ανταγωνισμού με το Monsterverse του Hollywood έπειτα από το πειραματικό "Shin Godzilla", ήταν μια κίνηση θαρραλέα. To ολιστικό project του Takashi Yamazaki, εμπνευσμένο από το αμερικανικό reboot του 2014, μεταχειρίζεται τις θεματικές, την αίγλη και το μύθο της πρωτότυπης ταινίας του ’54 με αξιοθαύμαστο σεβασμό. Η μεταπολεμική Ιαπωνία είναι στο μηδέν. Η εμφάνιση του Godzilla θα την πάει στο -1. Με ένα γερό καστ ηθοποιών και μια προσεγμένη πλοκή (και σκηνοθεσία) που αντιμετωπίζει τις θεματικές της με προσήλωση και φροντίδα, το "Godzilla Minus One", που βραβεύτηκε και με Όσκαρ, αποτελεί ένα κινηματογραφικό θρίαμβο. Μεταπολεμικό τραύμα, μια κοινωνία διαλυμένη και παρατημένη από το κράτος, ηθικές συγκρούσεις και ενοχή του επιζήσαντα, οικολογικό και αντιπολεμικό αποτύπωμα, ψυχροπολεμικές απειλές, μια αίσθηση μεταφυσικής κατάρας που πλανάται στον αέρα.
Οι ήρωες του "Minus One" αντιλαμβάνονται πως πρέπει για να επιβιώσουν πρέπει να επουλώσουν συλλογικά τις πληγές τους, και να συλλάβουν νέα κοινωνικά φαντασιακά. Μόνο έτσι θα μπορέσουν να σταθούν μπροστά στην αναπόφευκτη θερμική ακτίνα του Godzilla, που αναλαμβάνει, εν μέσω τρόμου, να ενσαρκώσει όλα τα προαναφερθέντα με ημιθεϊκή υπόσταση. Η είσοδος του θηρίου στη Ginza του Tokyo, θα μείνει στην κινηματογραφική ιστορία. Είμαστε έτοιμα για το sequel.
