Μια αέναη δυσαρμονία
Αποχαιρετισμός στο θρυλικό Béla Tarr
Έχουμε ακούσει πολλάκις τη φράση «πάγωσε ο χρόνος» για πληθώρα περιπτώσεων, ως επί το πλείστον δυσάρεστων. Αν όμως το καλοσκεφτούμε, δεν είναι ο χρόνος που διακόπτει την πορεία του. Σίγουρα, όχι ο χρόνος ως φυσικό μέγεθος. Ο πάγος, δεν είναι παρά ένας μηχανισμός άμυνας του υποκειμένου, μια διαπραγμάτευσή του με τη βίαιη ρήξη της ρουτίνας που επέφερε ένα άσχημο γεγονός. Μπροστά σε πρωτοφανείς μετατοπίσεις και αλλαγές, η αδράνειά μας ενεργοποιείται, γίνεται η ασυνείδητη απόπειρα συμφιλίωσης με τον παραλογισμό. Ο Béla Tarr, που έφυγε «ξαφνικά» από τη ζωή σε ηλικία 70 ετών στις 6 Ιανουαρίου, είχε ξεκλειδώσει αυτή τη συλλογική ιδιότητα, και αποφάσισε να τοποθετήσει ένα καθρέπτη απέναντί της.
Αυτές τις ημέρες, σύσσωμος ο πλανήτης, βρήκε λίγες παρένθετες στιγμές για να στρέψει το αποσβωλομένο βλέμμα του μακριά από τις φριχτές πααγκόσμιες γαιοπολιτικές εξελίξεις. Σε αυτό τον κοινωνικό χρόνο, με κάθε πιθανό τρόπο, τίμησε τη μνήμη του σκηνοθέτη, με όποιο τρόπο έκρινε πως του αρμόζει, από μια ανάρτηση, μέχρι μια επαναθέαση κάποιων εκ των βιβλικά αποκαλυπτικών ταινιών του. Σε αυτές τις γραμμές, το ένστικτο καθοδηγεί το χέρι, για ένα φόρο τιμής σε ένα σκηνοθέτη που μέσω των ταινιών του, με έμαθε να ακούω μουσική.

Ο Béla Tarr ανά τα χρόνια, είχε χαρακτηριστεί αρκετές φορές ως ο Ούγγρος Αντρέι Ταρκόφσκι. Εν μέρει λογικό, αν αναλογιστούμε το πώς προσέγγιζαν και οι δυό τους τη σκηνοθεσία, τον κινηματογραφικό χρόνο, το ρεαλισμό, τη σύνδεση με τη λογοτεχνία, με τον Tarr να θεμελιώνει το ιδιαίτερο κινηματογραφικό ύφος που ξεδίπλωσε αρχής γενομένης του "Damnation" (1989), πάνω στο πάνω στην κινηματογραφική φιλοσοφία του Ρώσου.
Ο Ταρκόφσκι, στο περίφημο «Σμιλεύοντας το Χρόνο», αναφέρει πως «το έργο τέχνης κουβαλάει μέσα του μία ακέραια αισθητική και φιλοσοφική ενότητα, είν΄ένας οργανισμός που ζει και αναπτύσσεται σύμφωνα με τους δικούς του νόμους». Ο Tarr με τη σειρά του σε συνεντεύξεις του, ισχυριζόταν πως στις ταινίες, πρέπει «κάθε άψυχο αντικείμενο να διέπεται από τον ίδιο αξιακό κώδικα που αποπνέει και ο παραμικρός διάλογος». Μια ολιστική προσέγγιση, η οποία μπορεί να αποκαλυφθεί, μέσω της ολοκληρωτικής, άνευ επεξεργασίας, αποτύπωσης ενός συμβάντος.
Οι ταινίες του Tarr, ειδικά το, μυθικό πλέον, επτάωρο "Satantango (1994)", δεν ήταν παρά μια εξονυχιστική πραγματεία πάνω στην εν λόγω θέση. Ο χρόνος, δεν παγώνει, αλλά διαστέλλεται, μέχρι το είδωλο στον καθρέπτη να παραμορφωθεί. Για την ακρίβεια, αυτή η επίπονη, υπαρξιστική άσκηση, δεν απευθύνεται προς όσα διαδραματίζονται εντός των ταινιών. Ο αργός βηματισμός, οι λάσπες, ο σεισμικός παλμός κάθε βήματος, κάθε κίνησης, της παραμικρής μεταβολής που σκάει ως γκρίζος κρότος χάρη στον πηχτό μινιμαλισμό, εξωθούν το κοινό σε ψυχολογικά άκρα. Μια διαδικασία, ωδή σε γη και όνειρο, που μέσω ελάχιστων σκηνών, μακροσκελών πλάνων πρώτης λήψης και σχεδόν μηδαμινού μοντάζ, αποσκοπεί στην αποτύπωση μιας ξεγυμνωμένης αλήθειας.

Όπως είχε επισημάνει και ο φίλος Αντώνης κάποτε για το εμβληματικό "Werckmeister Harmonies (2000)", αυτή η διαδικασία «είναι μια αλήθεια ελεύθερη και όχι επεξεργασμένη, σκληρή και ευγενική». Ο κινηματογράφος του Tarr ωμός, σχεδόν ακατέργαστος, είναι ακραίος, ακριβώς επειδή στον πυρήνα του είναι βαθιά ηθικός, ανθρωπιστικός. Ένας διαρκής, lo-fi θόρυβος. Επιστρέφοντας στο «Σμιλεύοντας το Χρόνο», ο Ταρκόφσκι επισημαίνει πως «η τέχνη είναι ρεαλιστική όταν προσπαθεί να εκφράσει μια ηθική ιδέα».
Κάθε μονολιθικό κινηματογραφικό έργο του Tarr, ακόμη και σε πρώιμες ταινίες όπως το αδυσώπητο "Almanac Of Fall (1984)" που ο κοινωνικός ρεαλισμός κυριαρχούσε έναντι της, μετέπειτα, υπαρξιακής συμβολικής αβύσσου, διακατέχεται στον πυρήνα του από αυτό το αίτημα. Να παρατηρήσουμε τον κόσμο, να περιπλανηθούμε πεισματικά και ακούραστα φέροντας το αβάσταχτο φορτίο του, μέχρι να συντονιστούμε μαζί του. Μέχρι η ανθρώπινη εμπειρία να αποσυντεθεί και από αυτή να αναδυθεί το νέο.
Ο κινηματογράφος του Tarr, δεν είναι παρά μια διαρκής εξέγερση ενάντια στις φυλακές του ολοκληρωτισμού, του κυνισμού. Ένα ανάχωμα όπου η καταβύθιση στον χρόνο γεννά βαθιά αισθήματα, που σπάνε τα δεσμά του μηδενισμού. Ακόμη και όταν αποφάσισε να «παίξει» σε πιο εύπεπτα νερά όπως στο neo-noir "The Man From London (2007)", ο Tarr επέμεινε στη σημασία της επίπονης εμπειρίας ενάντια της τελικής λύσης. Η ανάδειξη της διαδικασίας ως μέσου που συντονίζεται με τον σκοπό που αυτό θα υποδείξει, παρέμεινε καθ’ όλη τη φιλμογραφία του μια βαθιά επαναστατική ιδέα.

Παρομοίως, η μουσική, που «υλοποιείται στα όρια της ολοκληρωτικής της εξαφάνισης», μετά διαδοχικών ακροάσεων επιτρέπει στο ακροατήριο να εμβυθιστεί εντός του μικροκόσμου της και να την ερμηνεύσει, ακόμη και να την απορρίψει. Να επιστρέψει στην πραγμάτωσή της μέσω της συνείδησής του, ακόμη και αν αυτή φαντάζει ως μια δυσαρμονία μέσα σε μια παγιωμένη, επίπλαστα καλοκουρδισμένη τάξη.
Στο κύκνειο άσμα του, το συγκλονιστικό, και προσωπικό αγαπημένο, "The Turin Horse (2011)", το οποίο αναδείξαμε και ως ένα από τα κορυφαία φιλμ της προηγούμενης δεκαετίας, ο Tarr αποτύπωσε το βάρος ολόκληρου του κόσμου. Υπογράφοντας μια ανεπανάληπτη υπαρξιακή διαλεκτική, από τον Γκογκόλ και τον Ντοστογιέφσκι μέχρι το Νίτσε, δεν αναζήτησε μεταφυσικές απαντήσεις, προσέφερε όμως μια αποκαλυπτική δοκιμασία που ταράζει οποιοδήποτε τη φέρει εις πέρας. Έκτοτε, αποσύρθηκε, επειδή έκρινε πως δεν είχε κάτι άλλο να πει καλλιτεχνικά, και λειτούργησε ως διδάσκων νεότερων σκηνοθετών, μέντορας, συμπαραγωγός. Στην πνευματικά αναρχική του κοσμοθεωρία, μέχρι και το τέλος του, λειτούργησε οριζόντια και αντιεμπορευματικά, όπως και η τέχνη του.

Έτσι, με το θάνατό του, ο Tarr δεν άφησε κάποιο κενό μεγαλύτερο από αυτό της καλλιτεχνικής του απόσυρσης. Μας «πάγωσε» όμως, επειδή μας υπενθύμισε κάτι που βιώναμε σε κάθε θύμησή του, σε κάθε επαναπροβολή ταινιών του, κάτι που συχνά φάνταζε εξίσου αφελές όσο η αθανασία. Η προσωπική μεταμόρφωση που συντελείται με κάθε επιστροφή εις το διηνεκές, είναι πλήρης μόνο όταν επιτρέπουμε στα εαυτά μας να αποδεχθούν την όποια αλλαγή επιφέρει το ανείπωτο, η συμβολική πολλαπλότητα των πραγμάτων. Μαζί με τον Tarr απεβίωσε και ένα πνευματικό κόμμάτι σε εκατομμύρια λάτρεις των έργων του.
Δεν μπορώ λοιπόν, παρά να αναζητήσω σε αυτή την αμφιθυμία της περίστασης μια λυτρωτική τελετουργία. Διότι, είτε είναι η βελόνα του πικάπ που μετατρέπει κατ’ επανάληψη χαρακιές βινυλίων σε πολύχρωμους κόσμους, ή ένα άροτρο που σκαλίζει μια μαύρη γη, είτε ένα μονοπλάνο που το ακολουθεί το βλέμμα σου μέχρι να χαθεί στον ορίζοντα, όπως μια συγχορδία που απορροφάται από τις σιωπές, η τέχνη, ακόμη και στις λεπτομέρειες της καθημερινότητας, αποκαλύπτεται ως μια άσκηση στην αντοχή.
Υπό αυτό το πρίσμα, ο κινηματογράφος του Béla Tarr, μου έμαθε να αφήνω τις σιωπές να μιλήσουν, τους ψιθύρους να ουρλιάξουν, την εσωτερική ένταση των θορύβων να προ(σ)καλούν σε σύνδεση. Ο χρόνος ως καταναλωτικό προϊόν, ως μοχλός ψυχολογικής πίεσης και ως μηχανισμός εξουσιαστικού ελέγχου, είχε βρει στο κινηματογραφικό σύμπαν του Béla Tarr μια ανυπέρβλητη, ερωτεύσιμη, μελαγχολική αντίσταση. Την οποία και δεν θα κάμψει ποτέ.

