Πιστεύει ακράδαντα ότι υπάρχουν μόνο δύο είδη μουσικής, η καλή και η κακή. Σχολιάζει και από τα δύο στις σελίδες του Rocking.gr, αν και οι κακές γλώσσες λένε ότι γράφει κυρίως για ό,τι είναι ή μοιάζει...
The Soft Machine
Thirteen
Για άλλους θα σηματοδοτούσε το κλείσιμο του κύκλου τους, για τους Soft Machine μοιάζει με επιβεβαίωση δημιουργικής νεότητας
Με παρόμοιο τρόπο με τους Gong (θα επανέλθουμε σε αυτούς σε λίγο) οι Soft Machine υπάρχουν ακόμα, σε πείσμα θανάτων, γηρατειών και κάθε τυπικής έννοιας ιστορικής συνέχειας ενός συγκροτήματος. Τι σχέση έχουν αυτοί οι Soft Machine με τους μουσικούς που συντάρασσαν το λονδρέζικο underground στα τέλη της δεκαετίας του 60; Κανένας από αυτούς δεν έχει καν συνυπάρξει μαζί τους στο θρυλικό αυτό συγκρότημα της ψυχεδέλειας αρχικά και του prog/fusion στη συνέχεια. Κι όμως το συνεχές πέρασμα της σκυτάλης από γενιά σε γενιά και από μουσικό σε μουσικό, όχι μόνο δεν έχει αλλοιώσει το αρχικό DNA τους συγκροτήματος αλλά το διατηρεί φρεσκάροντάς το. Μπορεί πλέον ούτε ο τεράστιος John Marshall να βρίσκεται στις τάξεις τους (ή εν ζωή γενικά) και έτσι και ο τελευταίος φύσει και θέσει ηγέτης τους να μην τους δένει με το παρελθόν, αυτή τη γενιά όμως εκπροσωπεί ο αειθαλής κιθαρίστας John Etheridge (πρώτη εμφάνιση σε δίσκο των Soft Machine το 1976) ενώ εξίσου ηγετικός από την πρώτη μέρα είναι ο πολύπειρος και κάποτε πανταχού παρών σαξοφωνίστας και φλαουτίστας Theo Travis. Στο μπάσο ο Fred Baker μας είχε παρουσιαστεί ήδη από το "Other Doors" ενώ την πρώτη του εμφάνιση και στον πιο δύσκολο ρόλο σε ένα συγκρότημα που πάντοτε ηγούνταν από τους ντράμερ του, ο Asaf Sirkis.
Η σύνδεση με το παρελθόν όμως, πέρα από μουσικά, γίνεται και σημειολογικά με διάφορους τρόπους. Αρχικά η επιστροφή στην ονοματοδοσία των δίσκων με βάση τη σειρά τους παραπέμπει ευθέως στην παλιά τους συνήθεια που σταμάτησε στον αριθμό «επτά», αν και η γραμματοσειρά μας πάει ακόμα πιο πίσω και στο ανυπέρβλητο "Third". Επίσης ο φόρος τιμής στα παλαιότερα μέλη είναι εμφανής με το "Waltz For Robert" να απευθύνεται στον πρώτο τους ηγέτη Robert Wyatt ενώ στο "Daevid’s Special Cuppa" ακούγεται για λίγο η κιθάρα του ιδρυτικού μέλους Daevid Allen που έφυγε να φτιάξει τους Gong πριν κυκλοφορήσει οτιδήποτε με τους Soft Machine κάνοντας αυτήν την πρώτη φορά που ακούγεται επίσημα στο συγκρότημα που ίδρυσε! Τέλος στα bonus τραγούδια ανασύρουν το "Carol An", σύνθεση του Karl Jenkins από το "Seven" για ένα γερό ξεσκόνισμα.
Αν όλα τα παραπάνω νομίζετε ότι φωνάζουν νοσταλγία, η μουσική σας διαψεύδει. Οι Soft Machine του σήμερα πατάνε γερά τα πόδια τους στο παρελθόν μόνο και μόνο για να σηκώσουν το βλέμμα τους σε ένα διαρκές μέλλον. Το prog/fusion τους είναι τόσο σύγχρονο όσο κάθε άλλο και τόσο κλασικό όσο στις καλύτερες μέρες τους, με κάθε μέλος, νεότερο ή παλιότερο να έχει, πέρα από ακραίες τεχνικές ικανότητες σε συνδυασμό με ξέχειλη μουσικότητα, και βαθύτατη κατανόηση της ιστορικής συνέχειας που αντιπροσωπεύουν. Και τέλος πάντων υπάρχει και ένα 13λεπτο έπος που λέγεται "The Longest Night" και είναι αδύνατον να αγνοηθεί.
Για άλλα συγκροτήματα αυτός ο δίσκος θα μπορούσε να σηματοδοτεί το κλείσιμο του κύκλου τους, για τους Soft Machine όμως μοιάζει μάλλον με επιβεβαίωση δημιουργικής νεότητας. Ας μην εκπλαγούμε λοιπόν αν τα καλύτερα έρχονται.
