Spell

Wretched Heart

Bad Omen Records (2026)
Από τον Θωμά Σαρακίντση, 24/04/2026
Heavy metal, ραγισμένες καρδιές και μετριασμένα σκοτάδια
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Οι Spell αποτελούν μία από τις πλέον ιδιοσυγκρασιακές παρουσίες της σύγχρονης μεταλλικής σκηνής, κινούμενοι σταθερά εκτός των στεγανών του παραδοσιακού metal - παρόλου που επί τη βάσει του ύφους τους αρύονται από το κλασικό metal - ιδιώματος αντλώντας έμπνευση και αισθητική από ένα ευρύτερο φάσμα μουσικών αναφορών. Με έδρα το Vancouver του Καναδά και κεντρική μορφή τον lead τραγουδιστή/μπασίστα και ιδρυτή Cam Mesmer, το σχήμα έχει διαμορφώσει, μέσα από τις προηγούμενες κυκλοφορίες του, ένα αναγνωρίσιμο αισθητικό σύμπαν, όπου το heavy metal διασταυρωνόταν με prog rock, gothic και new wave/post-punk ευαισθησίες και μία ευδιάκριτη occult ατμόσφαιρα. Δίσκοι όπως τα "Opulent Decay" και "Tragic Magic" κατέγραψαν αυτή τη σταδιακή μετατόπιση από πιο άμεσες heavy metal φόρμες ("Full Moon Sessions") προς έναν πιο σκοτεινό, μελωδικό και εσωστρεφή ήχο, όπου το μυστήριο και το βελούδινο έρεβος διαδραμάτιζαν κεντρικό ρόλο.

Με αφετηρία το ντεμπούτο "Full Moon Sessions" και φθάνοντας στο τέταρτό τους πόνημα "Tragic Magic" το σχήμα σταδιακά διεύρυνε το ηχητικό του φάσμα. Με το "For None And All", οι Καναδοί επιχείρησαν μία ουσιαστική διεύρυνση του ηχητικού τους πεδίου, ενσωματώνοντας prog rock επιρροές που εμπλούτισαν δημιουργικά τον κλασικό heavy metal πυρήνα τους. Το αποτέλεσμα υπήρξε άκρως επιτυχημένο, καθώς ο δίσκος εξακολουθεί κατά τη γνώμη μου να αποτελεί μέχρι σήμερα το επιστέγασμα της συνθετικής τους ποιότητας. Το εξίσου εξαιρετικό "Opulent Decay", παρά τις αδυναμίες στον τομέα της παραγωγής, περιέχει ευμνημόνευτες τραγουδάρες και σηματοδότησε την πρώτη σαφή εμφάνιση των post-punk/new wave και gothic αναφορών που επρόκειτο να καθορίσουν τη μετέπειτα πορεία τους. Αυτή η κατεύθυνση εδραιώθηκε ακόμη περισσότερο στο "Tragic Magic", όπου, σε συνδυασμό με την πιο προσεγμένη και καθαρότερη παραγωγή της δισκογραφίας τους, η μπάντα έστρεψε την πυξίδα της προς έναν ακόμη πιο σκοτεινό, μελωδικό και ατμοσφαιρικό ήχο, αντλώντας ξεκάθαρα από τη new wave/dark wave και gothic παράδοση. Μέσα σε αυτό το εξελικτικό πλαίσιο, το νέο άλμπουμ καλείται να λειτουργήσει ως πιθανή εδραίωση ή και υπέρβαση τούτης της ηχητικής μετατόπισης. Ωστόσο, το ερώτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσο αυτή η κατεύθυνση ανταποκρίνεται πράγματι στη συνολική εξελικτική πρόθεση του σχήματος. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι απώτερος στόχος των Spell παραμένει η διαρκής ανανέωση από δίσκο σε δίσκο.

Το "Wretched Heart" αποτελεί το πέμπτο ολοκληρωμένο άλμπουμ των Spell και βρίσκει τη μπάντα σε ένα ακόμη μεταβατικό σημείο της διαδρομής της. Εκκινώντας από τη σύνθεση των Καναδών, επί του "Wretched Heart" σηματοδοτείται μία ουσιαστική διαφοροποίηση: Ενώ στο ‘Tragic Magic" οι Spell λειτουργούσαν περισσότερο ως ένα σφιχτό δημιουργικό δίδυμο - και ως trio στα προηγούμενα -  εδώ παρουσιάζονται ως πλήρες κουαρτέτο: Πυρήνας παραμένει ο Cam Mesmer (φωνή, μπάσο, ρυθμική κιθάρα και synthesizers), πλαισιωμένος παραδοσιακά από τον Al Lester (φωνητικά, lead και rhythm κιθάρες, τύμπανα), ενώ έχει προστεθεί ο Jeff Black (lead κιθάρα, δεύτερα φωνητικά) και ο Gabriel Tenebrae (lead κιθάρα, synthesizers).

Σε επίπεδο κατεύθυνσης πατάει εμφανώς πάνω στο έδαφος που διαμόρφωσε το προηγηθέν έργο τους. Ωστόσο, εδώ διακρίνεται μία σαφής στροφή προς πιο άμεσες και, σε έναν βαθμό, πιο "προσβάσιμες" φόρμες, με τις συνθέσεις να ακολουθούν συχνότερα δομές που προσεγγίζουν τη λογική κουπλέ - ρεφρέν. Σε αυτή τη μετατόπιση, πέραν της γνώριμης Blue Öyster Cult συγγένειας, μπορεί κανείς να ανιχνεύσει και μία πιο ανεπαίσθητη, σύγχρονη pop metal ευαισθησία, συγγενική με προσεγγίσεις τύπου Ghost, η οποία εκδηλώνεται κυρίως στη μελωδική άρθρωση και στην έμφαση των refrains (χαρακτηριστικό παράδειγμα το εξαιρετικό "Unquiet Graves"). Αυτή η επιλογή δε λειτουργεί απαραίτητα εις βάρος του συνολικού αποτελέσματος - κάθε άλλο - αντιθέτως, ενισχύει την άμεση απήχηση του υλικού, αλλά, ταυτόχρονα, οδηγεί σε μία σχετική ομοιομορφία μεταξύ των κομματιών, με λιγότερες  δομικές διαφοροποιήσεις. Παράλληλα, το άλμπουμ φέρει έντονα το προσωπικό αποτύπωμα του Cam Mesmer - περισσότερο από κάθε άλλη φορά -  ο οποίος το έχει ήδη περιγράψει ως έργο-καμπή, αποτέλεσμα μίας ιδιαίτερα φορτισμένης περιόδου που περιστρέφεται γύρω από θεματικές όπως η απώλεια, η φθορά και η αναγέννηση. Αυτή η συναισθηματική επένδυση διαπερνά τον δίσκο, προσδίδοντάς του μια εσωτερική συνοχή που, ακόμη και όταν η μουσική γίνεται πιο άμεση, διατηρεί έναν σαφή συναισθηματικό πυρήνα.

Το σημαντικό κατ’ εμέ, και αυτό που αξίζει να επισημανθεί και να υπογραμμιστεί, είναι ότι το "Wretched Heart" είναι από εκείνους τους δίσκους που λειτουργούν σωρευτικά: όσο περισσότερο του αφιερώνεται κανείς, τόσο περισσότερο αποκαλύπτει τις αρετές του. Οι συνθέσεις είναι διάσπαρτες από  hooks, κολλητικά refrains και προσεγμένα bridges, με σαφή προσανατολισμό στη μνήμη και την επαναληπτικότητα. Υπό αυτή την έννοια, οι Spell εμφανίζονται εδώ πιο προσβάσιμοι από ποτέ, έχοντας μετριάσει τη σκοτεινότητα των προηγούμενων δουλειών τους προς όφελος μίας πιο εύληπτης εκφοράς. Φανταστείτε μία σύζευξη της θεατρικότητας των Ghost με την επική διαύγεια των Maiden, με μία υπόγεια new wave/post-punk αύρα να παραπέμπει σε σχήματα όπως οι Chameleons και σε παραμφερείς αισθητικά μπάντες.

Σε στιχουργικό επίπεδο, ο δίσκος αποκαλύπτει μία ενδιαφέρουσα - και εν μέρει αντιφατική - μετατόπιση. Παρότι ο Mesmer έχει περιγράψει το άλμπουμ ως μια διαδικασία κάθαρσης και προσωπικού "ξορκισμού", με έντονο βιωματικό υπόβαθρο, οι στίχοι εμφανίζονται αισθητά πιο άμεσοι και απλουστευμένοι σε σχέση με το παρελθόν. Η έμφαση φαίνεται να μετατοπίζεται από τη συμβολική και λογοτεχνικά επεξεργασμένη γραφή προς μία πιο ευθύγραμμη συναισθηματική έκφραση, γεγονός που ενισχύει την αμεσότητα αλλά περιορίζει τη στιχουργική πολυσημία. Σε αντιδιαστολή με παρελθούσες απόπειρες, όπου εικόνες όπως "Oh, golden apple of ambition / Doubt is a serpent warning me so threateningly" συγκροτούσαν έναν πιο σύνθετο, σχεδόν αλληγορικό πλαίσιο, εδώ η γλώσσα μοιάζει να απογυμνώνεται από τον ποιητικό της διάκοσμο. Το αποτέλεσμα είναι διττό: από τη μία πλευρά η συναισθηματική πρόθεση καθίσταται πιο προσβάσιμη και άμεσα αναγνώσιμη· αφετέρου απουσιάζει εκείνη η λογοτεχνική πυκνότητα που προσέδιδε στο παρελθόν μία επιπλέον διάσταση ερμηνείας.

Ως κορυφαία στιγμή του άλμπουμ αναδεικνύεται το ομώνυμο "Wretched Heart", με μία ατμόσφαιρα που συγγενεύει με το ειδοποιό πρόσημο των Blue Öyster Cult με την αρωγή ενός φοβερού και τρομερού Maiden-ικού riff και με τη χρήση vocoder στην καταληκτική του φάση να προσδίδει μία απόκοσμη, αποπροσωποποιημένη διάσταση. Πρόκειται για ένα είδος συναισθηματικού και αφηγηματικού επιλόγου, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο τον ιθύνοντα νου, ο οποίος το συνδέει άμεσα με τη θεματική της απώλειας και της συναισθηματικής απονέκρωσης: «Όποιος έχει βιώσει τον χωρισμό και την απώλεια γνωρίζει πως αυτά συνοδεύονται από μία περίοδο συναισθηματικής νωθρότητας. Είναι δύσκολο να αισθάνεσαι άνθρωπος όταν δεν μπορείς να νιώσεις την ίδια σου την ψυχή». Μέσα από αυτή τη δήλωση, το κομμάτι αποκτά μια επιπλέον διάσταση, λειτουργώντας ως προσωπική εξομολόγηση που συνοψίζει τον πυρήνα του δίσκου. Η ενισχυμένη θεατρικότητα που διαπερνά το άλμπουμ λειτουργεί καταλυτικά προς αυτή την κατεύθυνση, προσδίδοντας μεγαλύτερη συνοχή και αισθητική αυτοσυνείδηση στο συνολικό αποτέλεσμα· υπό αυτή την έννοια, οι Spell εμφανίζονται εδώ ένα βήμα πιο ώριμοι και συνθετικά συγκροτημένοι, με μία προσέγγιση που προδίδει αυξημένο έλεγχο και σαφή προσανατολισμό στο τελικό ηχητικό αποτύπωμα.

Από την άλλη πλευρά, συνθέσεις όπως το "Lilac" λειτουργούν ως χαρακτηριστικά δείγματα αυτού που θα μπορούσε να οριστεί ως Spell classic. Πρόκειται για σύνθεση που ενσωματώνει όλα εκείνα τα γνώριμα στοιχεία της ταυτότητας του σχήματος -  ιδιότυπη μελαγχολική μελωδικότητα, βελούδινο σκοτάδι (goth) και θεατρικότητα - χωρίς ωστόσο να καταφέρνουν να υπερβούν τις εμμονές τους. Η μπάντα ποντάρει συνειδητά σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα και συνθετικές εμμονές που καθιστούν το αποτέλεσμα άμεσα αναγνωρίσιμο, αλλά ταυτόχρονα το εγκλωβίζουν σε μία αίσθηση προβλεψιμότητας. Έτσι, ενώ το "Lilac" διαθέτει όλα τα εχέγγυα μιας "κλασικής" σύνθεσης των Spell, δεν κατορθώνει να διακριθεί ως κάτι περισσότερο από μία τυπική εκδοχή του ήδη καθιερωμένου ύφους τους - γεγονός που παρατηρείται σε αρκετές ακόμη στιγμές του δίσκου, ενισχύοντας την αίσθηση ότι οι Spell στο "Wretched Heart" προτιμούν τη συνοχή έναντι της ριζικής διαφοροποίησης.  Στο σημείο αυτό αξίζει να γίνει μία αναγκαία σύγκριση με το προηγηθέν έργο τους, καθώς ακόμη και εκεί ο δίσκος στηριζόταν σε συνθέσεις-πυρήνες, όπως το "Ultraviolet", που λειτουργούσαν ως αισθητικοί άξονες του συνόλου. Η διαφορά, ωστόσο, έγκειται στον τρόπο με τον οποίο αυτές οι συνθέσεις διαχειρίζονταν την ένταση και την ατμόσφαιρα: Επί του "Tragic Magic", οι συνθέσεις ανέπτυσσαν μία πολύ πιο πειστική σκοτεινότητα και ένα αίσθημα μυστηρίου που διαπερνούσε οργανικά το σύνολο του δίσκου. Αντιθέτως, στο νέο τους έργο, παρότι η φόρμα εμφανίζεται πιο άμεση και "λειτουργική", οι συνθέσεις τείνουν προς μία πιο εύπεπτη και μελωδικά προσβάσιμη εκδοχή του ίδιου ύφους, γεγονός που, ενώ ενισχύει την ακροαματική ευκολία, περιορίζει εν μέρει το σκοτεινό αίσθημα που χαρακτήριζε τις δύο, τουλάχιστον, προηγούμενες δουλειές τους.

Στις συνθέσεις "Oubliette" και "Savage Scourge" εντοπίζεται ίσως η πιο σαφής απόπειρα διαφοροποίησης εντός του δίσκου. Εδώ, τα ηνία των βασικών φωνητικών αναλαμβάνει ο ντράμερ Al Lester, προσδίδοντας μία τραχύτερη και πιο απόκοσμη χροιά που διαφοροποιείται αισθητά από την εκφραστικότητα του Mesmer. Ιδίως το πρώτο με τον πιο εμφανώς heavy προσανατολισμό του, ξεχωρίζει χάρη στο επιβλητικό εναρκτήριο κιθαριστικό του σόλο, ενώ το refrain του ενισχύεται από μία ενδιαφέρουσα διφωνική προσέγγιση. Εξίσου αξιοσημείωτο είναι το επιθετικό κιθαριστικό riff του "Iron Teeth", τόσο το εναρκτήριο όσο και το μεσαίο μέρος επαναφέροντας έναν πιο στιβαρό, κλασικό heavy προσανατολισμό. Την ίδια στιγμή, το διακριτικό υπόβαθρο των πλήκτρων ενισχύει μία υποδόρια gothic αίσθηση, εμπλουτίζοντας τη σύνθεση με εκείνη τη γνώριμη, βελούδινη σκοτεινότητα που αποτελεί σήμα κατατεθέν των Spell.

Συνολικά, το "Wretched Heart" αποτελεί μία συνεπή συνέχεια της πορείας των Spell, επιβεβαιώνοντας τη στροφή τους προς έναν πιο προσιτό και συναισθηματικά άμεσο ήχο. Η ενίσχυση της προσβασιμότητας και η στροφή σε πιο ευθύγραμμες δομές λειτουργούν υπέρ της άμεσης απήχησης, αλλά ταυτόχρονα περιορίζουν εν μέρει το αίσθημα μυστηρίου που χαρακτήριζε τις κορυφαίες στιγμές του παρελθόντος τους. Έτσι, το άλμπουμ δεν προβάλλει ως τομή, αλλά ως εδραίωση μίας πιο εξωστρεφούς εκδοχής της ταυτότητάς τους, μίας εκδοχής που, αν και συνεκτική και απολύτως ειλικρινής, αφήνει ανοιχτό το ερώτημα της επόμενης κίνησης. Διότι το επόμενο βήμα θα αποδειχθεί καθοριστικό: η περαιτέρω προσκόλληση σε παρόμοιες υφολογικές επιλογές ενδέχεται να οδηγήσει σε δημιουργική στασιμότητα. Επί του παρόντος, ωστόσο, έχουμε να κάνουμε με ένα ακόμη άρτιο και εξαιρετικά καλοδουλεμένο πόνημα, που ρέει αβίαστα και ακούγεται απνευστί.

Bandcamp

  • SHARE
  • TWEET