A Place To Bury Strangers, Kontravoid @ Gazarte, 18/04/26
Ο θόρυβος ως δίνη εντροπίας
Αυτό που κάποιες φορές μας λείπει - από τη ζωή και τις συναυλίες - είναι το απροσδόκητο. Να βρεθούμε σε μια συνθήκη όπου οι βεβαιότητες ανατρέπονται, το χάος παίρνει τα ηνία και το «εγώ» αφήνεται ώστε να μετασχηματιστεί σε ένα συλλογικό σώμα. Κατηφορίζοντας προς το Gazarte με αυτές τις σκέψεις, που μεταξύ άλλων πυροδότησε και η συνέντευξη με τον Oliver Αckermann, σκέφτομαι ότι ίσως αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που κάνει τις εμφανίσεις των A Place To Bury Strangers τόσο ξεχωριστές, ώστε μπάντα και κοινό να επιλέγουν να συναντηθούν ξανά και ξανά.
Λίγο πριν την ώρα έναρξης, ο χώρος δεν θα προϊδέαζε κάποιον που δεν έχει εικόνα των συναυλιών τους για το τι πρόκειται να συμβεί. Μετρημένος κόσμος, ηρεμία, αλλά αυτό δεν θα διαρκέσει για πολύ. Τα φώτα χαμηλώνουν και στην σκηνή ανεβαίνει ο Kontravoid. Ο Καναδός που έχει κατακτήσει τις σκηνές των ευρωπαϊκών φεστιβάλ, συνοδεύει την πιο «εκκωφαντική μπάντα της Νέας Υόρκης» στο τουρ της, και μόλις φορέσει την απρόσωπη μάσκα και το καπέλο του, μας αποδεικνύει γιατί αυτή η συνάντηση είναι ό,τι χρειαζόμασταν για μια καταβύθιση στα μουσικά σκοτάδια.

Ο darkwave ηλεκτρονικός ήχος του έχει εκείνα τα industrial και EBM στοιχεία δένουν με τη μανία των A Place To Bury Strangers. Η εμφάνισή του βέβαια μας κέρδισε για πολύ περισσότερα από το ότι συνομιλεί με το main act. Η ένταση διαπερνάει το set του, τόσο με τα πιο εσωτερικά synths όσο και με τα beats που βρίσκουν το κατάλληλο σημείο για να χτυπήσουν και να παρασύρουν το σώμα σε κίνηση. Η παρουσία του στην σκηνή, η χορογραφία αυτής της διαρκούς έντασης που παλινδρομεί, ήταν σε στιγμές όπως αυτή του "Judgement" καθηλωτική. Σε ένα venue που ολοένα και γέμιζε με ένα κοινό που κατά κύριο λόγο δεν ήταν δικό του, ο Kontravoid φάνηκε να κερδίζει πολλές και πολλούς. Λιτά, σαν σε αποσυμπίεση, ευχαρίστησε και μας αποχαιρέτησε. Η κατάβαση είχε αρχίσει, το χάος ήταν μπροστά μας.

Χωρίς ιδιαίτερες καθυστερήσεις, οι A Place To Bury Strangers παίρνουν τις θέσεις τους. Χαμογελαστοί, οριακά διακριτικοί - σε αντίθεση με την ξέφρενη κατάσταση στην οποία θα μπουν σε λίγο με την εναρκτήρια ριπή. Αυτή τη φορά, ξεκινήσαμε από νωρίς. Λίγο μετά την εισαγωγή του "We’ve Come So Far", η κιθάρα του Oliver βρίσκεται στον αέρα και έπειτα σε ελεύθερη πτώση, ξανά και ξανά, μέχρι τη διάλυση. Το wall of sound που δημιουργείται με βία και πιέζει τα σωθικά, απλώνει την ένταση στον χώρο και δεν μπορεί παρά να μας ρουφήξει στη δίνη του. Δεν υπάρχουν συζητήσεις ή άλλες σκέψεις, πόσο μάλλον σημειώσεις και παραδοσιακή μουσικότητα, όλα χάνονται κάπου ανάμεσα στην ομίχλη του καπνού, τον θόρυβο και το ψυχεδελικό αίσθημα που προκαλεί ο φωτισμός σε συνδυασμό με ντισκόμπαλες και καλειδοσκοπικού glitch video art (αν δεν υπάρχει αυτός ο όρος, πρέπει να τον εφεύρουμε).

Εκεί, ανάμεσα στην ηχητική καταιγίδα που ξεχύνεται από τους ενισχυτές, ξεχωρίζει η φιγούρα του Ackermann, κατειλημμένη από μια εκρηκτική ένταση που τον ωθεί σε μια "μάχη για τη ζωή του" επί σκηνής. Οι κιθάρες και τα πετάλια γίνονται όπλο, ενίοτε και αντίπαλος, οι συγχορδίες διαπερνούν σαν εφήμερες υφές το τείχος που έχει χτιστεί και τα strobes με το εκτυφλωτικό τους φως μετατρέπονται σε morning stars που στροβιλίζονται στον αέρα, όταν δεν παράγουν ήχο αγγίζοντας με μένος τις κιθάρες.

Στην χαοτική αστάθεια τίποτα δεν είναι απόλυτο κι έτσι κι εδώ υπάρχουν στιγμές που η πηγή αυτής της μανίας εναλλάσσεται. Oι μπασογραμμές του John Fedowitz λειτουργούν ως ασφυκτικός παλμός της παραμόρφωσης, ενώ στα ντραμς της Sandra Fedowitz βγαίνει όλη η ορμή που συγκρατεί τον ήχο από την κατάρρευση. Η χημεία και η όρεξή τους δεν κρύβεται - τα χαμόγελα συνοδεύουν κάθε αλληλεπίδραση, κάθε ανέβασμα της ταχύτητας και της έντασης.

Η αισθητηριακή έκρηξη απογειώθηκε κάτω από την σκηνή, όταν ο εξοπλισμός του Ackermann και το βαθύ της Sandra βρέθηκαν στο κέντρο του κύκλου, ανάμεσά μας, για να αφεθούν σε ένα έντονα αυτοσχεδιαστικό τελετουργικό του μουσικού θορύβου. Κάπου εκεί δημιουργήθηκε ένας λάκκος από εκστασιασμένα σώματα σε tribal χορό, που άφηνε να περάσουν μόνο οι δονήσεις και το κόκκινο φως ενός φακού. Σε όλο αυτό, η φωνή του Oliver βουτηγμένη σε distortion και delay, έδινε μια ακόμη δόση ψυχεδέλειας, μέχρι το σημείο αλλοίωσης της αίσθησης του χρόνου.

Η επιστροφή της τριάδας στη σκηνή οδηγούσε προς το κλείσιμο μίας εμφάνισης - ωδής στον θόρυβο και στις τελετουργίες της εντροπίας. Στο "You Got Me" (από το καταπληκτικό "Synthesizer" που είχε την τιμητική του) βρεθήκαμε κάπως ξανά σε μια συνειδητή κατάσταση, όταν το sing along των τριών λέξεων έφερε, στιχουργικά έστω, τις βεβαιότητες στο δωμάτιο. «Μας μένει ένα ακόμη κομμάτι» μας ενημέρωσε κάπου εκεί ο John και ο χαμός που ακολούθησε από όσα βρισκόμασταν στο κατάμεστο Gazarte, ήταν ενδεικτικός του τι είχε συντελεστεί για ακόμη μια φορά.

Η κορύφωση του feedback στο "Ocean" ήταν καταιγιστική. Έδωσε τον τόνο για να αγκαλιάσουμε πλέον δίχως καμία επιφύλαξη το χάος όταν η Sandra βρέθηκε στο μικρόφωνο με το βαθύ και το ταμπούρο για το "Have You Ever Been In Love". Τι πιο ταιριαστό, μουσικά και σημασιολογικά, για να κλείσει ένας κύκλος που ενέχει τόσο τη διάλυση, όσο και μια παράδοξη σύνδεση.

Σε μια από τις καλύτερες εμφανίσεις τους (με αυτό να είναι κοινός τόπος στα πηγαδάκια όσων τους είχαμε ξαναδεί) οι A Place To Bury Strangers απέδειξαν για ακόμη μια φορά γιατί η συναυλιακή εμπειρία στην περίπτωσή τους εντάσσεται στην κατηγορία του "άχαστου". Όσο κι αν αγαπάς τη μουσική τους, κάτι μένει ανεκπλήρωτο αν δεν τους έχεις βρεθεί δια ζώσης στο σύμπαν τους. Αποδόμησαν τα δεδομένα και εμάς, για να τα συγκροτήσουν όλα ξανά με τον δικό τους, μοναδικό τρόπο. Αυτό δεν μπορεί παρά να είναι όντως απελευθερωτικό.
Φωτογραφίες: Μιχάλης Κουρής
We’ve Come So Far
You Are The One
Disgust
Hold On Tight
So Far Away
I Lost You
Song For Girl From Macedonia
Lost Feeling
Freaks Unite
Drum & Bass Electro Tribal Dance Ritual
Dead Beat
To Fix the Gash in Your Head
Onwards To The Wall
You Got Me
I Lived My Life to Stand in the Shadow of Your Heart
Ocean
Have You Ever Been In Love
