Worm
Necropalace
Το σκουλήκι μεταμορφώνεται σε μεταξοσκώληκα, παράγει κατάμαυρο μετάξι από το βαμπιρικό του θρόνο και μαγεύει ολόκληρο το ζωικό βασίλειο
Τρέφω μεγάλη συμπάθεια για τον Phantom Slaughter, ή αλλιώς Wurm, ή όπως λένε τέλος πάντων το μυστηριώδες πλάσμα από το Miami, που κρύβεται πίσω από τα μαύρα γυαλιά του και το ανορθόδοξο project των Worm. Από τις λασπωμένες, μαυρομεταλλικές ντουμντεθίλες των demos και το ντεμπούτο "Evocation Of The Black Marsh" πριν μια δεκαετία, μέχρι το αστρικό ταξίδι του πρηγούμενου album "Foreverglade" και του ΕΡ "Bluenothing", έχω εκπλαγεί ευχάριστα με κάθε αναζήτηση και εξερεύνηση που έχει κάνει (και συνεχίζει να κάνει) στο σκοτεινό βασίλειο του doom/death/black μέταλλου.
Η αλήθεια είναι πως οι Worm, δηλαδή ο Phantom Slaughter και οι εκάστοτε μουσικοί που τον συνοδεύουν, δεν έχουν επαναλάβει ποτέ τον εαυτό τους: κάθε νέα κυκλοφορία, είναι και μια διαφορετική πλευρά του σκοτεινού ακραίου ήχου, μια νέα πτυχή της ταυτότητάς τους, μια εξέλιξη προς κατεύθυνση μη αναμενόμενη. Ο ακατέργαστος, αργόσυρτος ήχος που πάντρεψε το death metal και την black αισθητική, ραφιναρίστηκε σε ψυχεδελικό death metal, αγγίζοντας τις παρυφές του prog, ειδικά όταν με το πέρασμα του χρόνου και των albums, αλλά και την αλλαγή μελών, τα κιθαριστικά solos ανέλαβαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Τι ρόλο θα μπορούσε να παίξει το νέο τους album λοιπόν, σε αυτή την εξέλιξη και έχοντας ήδη καλύψει τόση ακρότητα μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια, όσο λίγες νέες μπάντες;
Το "Necropalace" είναι ίσως η πιο ιδιαίτερη και σίγουρα πιο σημαντική στιγμή για τους Worm. Βρίσκεται ένα βήμα μπροστά στο χρόνο, ενώ κοιτάζει 30 και 40 χρόνια πίσω. Ζει σε ένα βασίλειο που αρκετοί λατρεμένοι καλλιτέχνες έχουν κυβερνήσει πριν δεκαετίες, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί ένα δικό του κόσμο μέσα σε αυτό, ένα κράτος εν κράτει. Κοιτώντας το εξώφυλλο του album με τον Count Dracula στο θρόνο του, πανέτοιμος να αντιμετωπίσει έναν δαιμονισμένο δράκο, με το νέο logo της μπάντας να δεσπόζει στο ψηλά στο κέντρο του πίνακα, η πρώτη αυθόρμητη σκέψη ήταν πως αντικρίζω ό,τι θα έπρεπε λογικά να υπάρχει στα δεξιά του εξώφυλλου του "Enter The Moonlight Gate" των Lord Belial (μέχρι και τα logos είναι σχεδόν ίδια), αν εκείνο συνεχιζόταν πανοραμικά σε κάποιο παράλληλο σύμπαν.
Πατώντας το play, το intro "Gates To The Shadowzone" φέρνει αυτόματα στο μυαλό το "Opus A Satana" των Emperor, ενώ το δεκάλεπτο "Necropalace" στο οποίο ξεχύνεται, δίνει το στίγμα της ατμόσφαιρας και το σετάρισμα της αισθητικής ολόκληρου του album: οι Worm έχουν μελετήσει καλά του άθλους των Dimmu Borgir στα ‘90s, όπως και τις πιο εντυπωσιακές στιγμές των Cradle Of Filth επίσης από εκείνη τη δεκατία. Συμφωνικό, βαμπιρικό, horror, majestic, γοτθικό black metal, μπολιασμένο ελαφρώς με τις μεγάλες, επικές συνθέσεις και το doom του κοντινού παρελθόντος, είναι το μεγαλειώδες κυρίως πιάτο του νέου δημιουργήματος - και είναι επιτυχημένα νοσταλγικό, ανατριχιαστικά καλό. Αν δεν με πιστεύεις, άκου το hit του δίσκου "Blackheart", όπου το goth στοιχείο αναλαμβάνει ακόμα περισσότερο για να χαρίσει έναν οκτάλεπτο ύμνο αλά Tribulation, ένα mindworm (pun intended) ολκής, αλλά και το εννιάλεπτο έπος "Halls Of Weeping" που είτε ζούσες τότε είτε όχι, αυτό σε πείθει πως γεννήθηκε το 1997 στην Νορβηγία.
Μέσα σε όλα αυτά τα μαγικά που συμβαίνουν στο "Necropalace", υπάρχει ένα ακόμα twist: ο κιθαρίστας Wroth Septentrion, που είναι βασικό μέλος της μπάντας από το "Bluenothing" του 2022, δεν είναι άλλος από τον Καναδό βιρτουόζο Philippe Tougas, που αν δεν είχες ακούσει νωρίτερα για να μαγευτείς, φέτος σίγουρα σε άφησε με τον στόμα ανοιχτό στο ντεμπούτο των Exxul. Αυτός ο μάγος της εξάχορδης, όχι μόνο δίνει μια άλλη διάσταση στον ατμοσφαιρικό ήχο των Worm, αλλά πρωταγωνιστεί με τα ατελείωτα solos και ασύλληπτα riffs κατά την (μεγάλη) διάρκεια των τραγουδιών, σμιλεύοντας μια ‘80s ποιότητα στο αποτέλεσμα, που φέρνει στο νου τα μεγαθήρια του χώρου: Yngwie Malmsteen, David Chastain, Jason Becker, Marty Friedman (δηλαδή τους Cacophony).
Α, είπα Marty Friedman; Ο θεός είναι καλεσμένος για να σολάρει ασύστολα στο δεκατετράλεπτο "Witchmoon: The Infernal Masquerade" που κλείνει οργασμικά το album. Και εδώ που τα λέμε, μετά από τα διαστημικά σολίδια του Tougas σε έπη όπως το "The Night Has Fangs" και "Dragon Dreams", γενικότερα την κιθαριστική δουλειά που έχει ρίξει σε ολόκληρο το "Necropalace", σχεδόν δεν σε εντυπωσιάζει ο Marty. Για τέτοιο επίπεδο κιθαριστικής διδασκαλίας μιλάμε σε αυτό το νέο κεφάλαιο της μπάντας.
Τελείωσαν με τις εκπλήξεις οι Worm; Είμαι σίγουρος πως όχι. Μπορούν να ενθουσιάσουν ακόμα περισσότερο; Είμαι σίγουρος πως ναι. Όμως, το "Necropalace" είναι η στιγμή τους και δεν βιάζομαι καθόλου για να μάθω τι επιφυλάσσει το μέλλον τους (και το δικό μας μαζί τους), γιατί το παρόν τους είναι μια σημαντική σημείωση στην ιστορία του σύγχρονου metal, οπότε λέω να αράξω εκεί, σε μια γωνίτσα δίπλα στον βαμπιρικό θρόνο του εξωφύλλου και να ζήσω το σκοτεινό παραμύθι τους για καιρό ακόμα.
