Sevendust

One

Napalm Records (2026)
Από τον Νίκο Καταπίδη, 19/06/2026
Σταθερή αξία σε συνθέσεις που βάζεις στο repeat
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Υπάρχουν μπάντες που μετα βίας επιβιώνουν και μπάντες που παραμένουν σε ένα σταθερά ποιοτικό επίπεδο ανά τα χρόνια. Οι Sevendust ανήκουν ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Τριάντα χρόνια μετά την ίδρυσή τους στην Ατλάντα, και δεκαπέντε studio άλμπουμ αργότερα, δεν έχουν τίποτα να αποδείξουν. Οφείλουμε κι εμείς απο πλευράς μας να αναγνωρίσουμε ότι δεν τους δώσαμε ποτέ την πρέπουσα σημασία, αν και σταθερά τους παρακολουθούσαμε ανά τα χρόνια.

Ο ελέφαντας στο δωμάτιο με τους Sevendust είναι εδώ και χρόνια ο ίδιος: στην Αμερική γεμίζουν αρένες, στην Ευρώπη παραμένουν μυστικό για μύστες. Δεν υπάρχει εύκολη εξήγηση. Η μουσική τους δεν είναι ακατανόητη ή δυσπρόσιτη, είναι ακριβώς το αντίθετο. Γκρουβάτη, ραδιοφωνική, πιασάρικη.

Μόλις πρόσφατα βρέθηκαν στη Βρετανία ως support για τους Alter Bridge, κερδίζοντας κοινά που δεν τους ήξεραν με τον τρόπο που μόνο μπάντες που παίζουν σαν να έχουν κάτι να αποδείξουν το καταφέρνουν. Ίσως το πρόβλημα είναι ότι ποτέ δεν χρειάστηκαν την Ευρώπη για να επιβιώσουν, κι έτσι η Ευρώπη δεν αισθάνθηκε ποτέ την ανάγκη να τους δώσει σημασία. Ίσως είναι απλά αποφάσεις που έφυγαν από την άμεση επιρροή της μπάντας, όπως μας είπε και ο Morgan Rose, drummer της μπάντας. Είναι ένα παράδοξο που το "One" δεν θα λύσει. Κάθε φορά όμως που ο Lajon Witherspoon ανοίγει τη φωνή του, αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν να μην έχουν την αναγνώριση που τους αρμόζει.

Το ομότιτλο κομμάτι που ανοίγει και το δίσκο, είναι γνώριμο. Κοφτά riffs, τεράστιο ρεφραίν, έτοιμο για αρένα. Τίποτα ιδιαίτερα καινούργιο, αλλά σίγουρα αξιοπρόσεκτο. Στο "Unbreakable" που ήταν και ένα από τα singles, η συνταγή παραμένει άχαστη, ενώ οι πινελιές μαεστρίας στα τύμπανα ανεβάζουν δυο σκαλιά πάνω το αποτέλεσμα.

Το "Is This the Real You?" και το "Threshold" φέρνουν στην επιφάνεια αυτό που πάντα ξεχώριζε τους Sevendust από τους ομολόγους τους. Την ικανότητά τους να ισορροπούν μεταξύ βαρύτητας και μελωδίας, χωρίς κανένα από τα δυο στοιχεία να χωλαίνει. Το "Threshold" ειδικά, με τη ροή από ηρεμία σε πλήρη έκρηξη, είναι από τα κομμάτια του δίσκου που μένουν μετά το τέλος.

Αξιοσημείωτο το "We Won" που ίσως να άκουσα καμιά δεκαριά φορές σερί στην πρώτη ακρόαση του δίσκου. Πιο mid-tempo, με ένα ρεφραιν που σπάει κόκκαλα, και φέρνει λίγο στο μυαλό στιγμές του "Blood & Stone". Η δουλειά που έχει γίνει στα φωνητικά είναι πραγματικά αξιοσημείωτη. Το "Construct" κινείται σε πιο σκοτεινό έδαφος, με μια επιθετικότητα που θυμίζει τις καλύτερες στιγμές του "Animosity", και το "Blood Price" επιστρέφει σε αυτό το ίδιο βάρος αργά και μεθοδικά, με πιο extreme φωνητική προσέγγιση. Ο αποχαιρετισμός με το "Misdirection" μοιάζει πολύ στοχευμένος για να αφήσει μια μεγαλειώδη αίσθηση, και να ανοίξει τον ήχο με μια πιο αισιόδοξη νότα.

Η παραγωγή του Michael "Elvis" Baskette (συνήθης ύποπτος και από τους Alter Bridge) κρατά σε όλη τη διάρκεια μια ευάλωτη ισορροπία. Δεν τα γυαλίζει όλα μέχρι να χαθεί η αίσθηση της μπάντας, αλλά δεν αφήνει και την τραχύτητα να βγάλει μια πιο ωμή αίσθηση. Στο σύνολό του το άλμπουμ ακούγεται πάντως στιβαρό κι ογκώδες.

Είναι δίσκος που θα σου πάρει τα μυαλά; Μάλλον όχι. Είναι όμως τίμιο, καλογραμμένο και πιασάρικο και θα σου κρατήσει καλή παρέα. Κι αν καθυστερημένα τους ανακαλύπτεις, δώσε σίγουρα μια ευκαιρία και θα βρεις στο "One" ένα καλό εφαλτήριο για να ανακαλύψεις μια παραγνωρισμένη αλλά φοβερή μπάντα.

  • SHARE
  • TWEET