Ponte Del Diavolo

De Venom Natura

Season Of Mist (2026)
Από τον Σπύρο Χονδρογιάννη, 17/03/2026
Κάθε νότα στάζει δηλητήριο και κάθε σταγόνα είναι πιο απολαυστική από την προηγούμενη, Διάβολε!
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Τορίνο, Ιταλία. Η έδρα της Fiat, της Γιουβέντους, της Ιεράς Σινδόνης - μια πόλη μπαρόκ αισθητικής αλλά και μαύρης, μυστικιστικής γοητείας. Μάλιστα, πριν περίπου επτά αιώνες, ο Διάβολος έχτισε μια γέφυρα εκεί και δεν πήγε και πολύ καλά αυτό τότε, αλλά σήμερα είναι ένα υπέροχο αξιοθέατο, όπως επίσης μια τοποθεσία πολύ κοντά στην γενέτειρα των Ponte Del Diavolo, η οποία αποτέλεσε και την έμπνευση για το όνομά τους ("Γέφυρα Του Διαβόλου").

Η μπάντα γεννήθηκε μέσα από τζαμαρίσματα κατά τη διάρκεια της διαβολικής περιόδου του Covid και της καραντίνας αυτού και τα πρώτα χρόνια, μας έδωσε μια τριλογία από EP, μέχρι το ντεμπούτο "Fire Blades From The Tomb" που κυκλοφόρησε το 2024. Ο ήχος της φλέρταρε τόσο με το doom όσο και με το μαύρο μέταλλο, με μια γενναία δόση σκοτεινής θεατρικότητας (η οποία αν μη τι άλλο και όσο αφορά στο rock, στην Ιταλία γεννήθηκε). Η μεγάλη ιδιαιτερότητα των Ponte Del Diavolo, εκτός από τα δύο μπάσα, ήταν εξαρχής η φωνάρα της Elena Camusso, ή αλλιώς Erba del Diavolo, που με την ερμηνεία της, διαφοροποίησε ευθύς αμέσως την κατεύθυνση, τη διάθεση και τις προθέσεις του σχήματος από όποιο άλλο φέρνει το black/doom στίγμα, δίνοντας στο subgenre την ονομασία blackened post-punk και σε μένα που γενικότερα μισώ την κατηγοριοποίση της μουσικής, τη φαντασία να βαφτίσω αυτό που κάνουν new darkwave of occult Italian metal, έτσι, για την αλητεία.

Όλα τα παραπάνω μας φέρνουν στο δεύτερο full-length κεφάλαιο της μπάντας, το "De Venom Natura", το οποίο κατά διαβολική σύμπτωση, περιέχει επίσης επτά τραγούδια, εκ των οποίων το ένα διασκευή και διαρκεί περίπου 40 λεπτά, όπως και το ντεμπούτο. Κάπου εκεί τελειώνουν οι συμπτώσεις και πέραν της ταυτότητας και του γενικότερου ύφους, οι ομοιότητες με το "Fire Blades…". Το νέο πρόσωπο των Ponte είναι ακόμα πιο φρέσκο, πιο εμπνευσμένο, απογυμνώνεται λίγο περισσότερο από το μεταλλικό του πέπλο και δίνει χώρο στην darkwave/goth/post-punk αισθητική να αναδειχθεί και πρωταγωνιστήσει. Οι πρώτες νότες του "Every Tongue Has Its Thorns", παιγμένες με theremin όπως και στο τέλος του, με τον σχεδόν υπνωτικό trip-hop ρυθμό στην εισαγωγή του, δίνει την σκυτάλη στην black/doom ταυτότητα της μπάντας και στρώνει το κατακόκκινο χαλί για την μοναδική, διαβολικά υπέροχη ερμηνεία της Erba, η οποία καταφέρνει με φανταστικό τρόπο να παντρεύει το γοτθικό λυρισμό και σκοτεινό αισθησιασμό - με την σωστή δόση κατάμαυρης μαγείας και παράνοιας - της Siouxsie Sioux, της Tina Root των Switchblade Symphony και της Karen Kardell των The Razor Skyline, ενώ γδέρνει τη φωνή της στα σημεία που πρέπει (ειδικά στην έναρξη φράσεων, είναι τόσο εθιστική!) μη ξεχνώντας τις black metal καταβολές και παράλληλα, κατέχει τη θεατρικότητα που, παραδοσιακά, κυλάει στις φλέβες της ιταλικής horror rock κουλτούρας των Death SS και Devil Doll (κατά το ήμισυ από Ιταλία οι δεύτεροι).

Αυτή η θεατρικότητα γίνεται ακόμα πιο έντονη στο "Spirit, Blood, Poison, Ferment!" με τα χαρακτηριστικά πνευστά, αλλά και με ένα πιο death rock τρόπο στο "Lunga Vita Alla Necrosi", το οποίο φέρνει στο μυαλό τους Christian Death. Στην καρδιά του album βρίσκεται το άκρως μεταδοτικό σαν ασθένεια και εθιστικό σαν αμαρτία "Il Veleno Della Natura", ένας ύμνος που συνδέει το βαρύ post-punk με πιο παραδοσιακές ιταλικές μελωδίες. Το άκρως ψυχεδελικό "Delta-9 (161)" που διαρκεί εννέα λεπτά (το μεγαλύτερο σε διάρκεια τραγούδι που έχουν γράψει ποτέ) είναι μια παραίσθηση που καταφέρνει ζαλισμένα ταξίδια χωρίς την ανάγκη ουσιών και που αποδεικνύει για μια ακόμα φορά πόσο μεγάλη τραγουδίστρια είναι η Erba, και πόσο περίτεχνα σκηνοθετεί την ερμηνεία της, η οποία εδώ περιλαμβάνει μια επαναλαμβανόμενη απαγγελία στο πρώτο μισό, που μου έφερε έντονα στο μυαλό τον αντίστοιχο, στοιχειωμένο τρόπο απαγγελίας της (επίσης ιταλικής καταγωγής) Mara Bressi των Black Rose.

Με τελευταία δική της σύνθεση το "Silence Walk With Me" που επίσης αποστομώνει ερμηνευτικά, το album κλείνει (παραδοσιακά, πια) με διασκευή και αυτή τη φορά, η μπάντα εντυπωσιάζει ακόμα περισσότερο από αυτή του ντεμπούτου με το "Weeping Song", κάνοντας κυριολεκτικά δικό της εδώ το εμβληματικό "In The Flat Field" των Bauhaus - και ξέρουμε καλά πως αυτό δεν είναι εύκολη δουλειά.

Δεν ξέρω αν θα μπορέσει ποτέ να ξεπεραστεί το "De Venom Natura" από μελλοντική δουλειά της μπάντας (πραγματικά το εύχομαι), ξέρω όμως πολύ καλά πως θα μείνει στην ιστορία της ως ένα σκοτεινό διαμάντι που αψηφά ταμπέλες και ετικέτες, με κάθε νότα σε κάθε τραγούδι να είναι σημαντική και να υφαίνει ένα υπέροχο album που αγγίζει την τελειότητα - και που εμένα προσωπικά, με έκανε να το σιγοτραγουδάω ακόμα και στον ύπνο μου σαν ξόρκι. Εδώ που τα λέμε, έτσι και πιεις δηλητήριο φτιαγμένο από κρυφά βότανα της φύσης, που σου έχει προσφέρει μια σαγηνευτική μάγισσα, η οποία κάνει παρέα με τον ίδιο το Διάβολο πάνω σε γεφύρια, ε, έχεις μπλέξει άπαξ και διαπαντός.

Bandcamp

  • SHARE
  • TWEET