Mitski

Nothing's About To Happen To Me

​Dead Oceans (2026)
Γάτες, μοναξιά, και θάνατος αποτελούν τις ψηφίδες του όγδοου δίσκου της indie μουσικού, που πλησιάζει πολύ κοντά στην τελειότητα αλλά αδυνατεί να την πιάσει
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Είναι κάποια χρόνια που η Mitski έχει εισαχθεί για τα καλά μέσα στην alternative/indie σκηνή με κρότο: ήδη απ’ το "Be The Cowboy" (2019), συνυπολογίζοντας στην δική της εκλεπτισμένη μουσική και την βοήθεια που προσφέρει το virality των social media. Το "Nobody" έντυσε μουσικά διάφορα Tik Tok reels, καθιστώντας την μία επιτυχημένη μουσικό της Gen Z, ενώ η παρουσία της αυξήθηκε και εκτός studio albums, με soundtrack και συμμετοχές σε συλλογές. Η επιτυχία της κόστισε, κάτι που κάλυψε διεξοδικά στο - μέτριο, κατά τ’ άλλα - "Laurel Hell" (2022), όμως επανήλθε πολύ δυναμικά με το "The Land Is Inhospitable And So Are We" (2024), ενώ πέρυσι την θυμηθήκαμε απ’ την συνεργασία της με την Florence Welch στο ομότιτλο κομμάτι του "Everybody Scream".

Αυτή η διευρυμένη της ορατότητα, καθιστά το "Nothing’s About To Happen To Me" μία απ’ τις πλέον αναμενόμενες κυκλοφορίες της χρονιάς, με τα singles να δείχνουν πως χωράει στα τριάντα πέντε λεπτά του όλη την μουσική έκταση του καταλόγου της, απ’ τα πιο alternative και τραχιά κομμάτια του εκπληκτικού "Bury Me At Makeout Creek" (2014), στα πιο συμφωνικά και indie της πρώιμης και ύστερης καριέρας της. Η επανάληψη της συνεργασίας της, παράλληλα, με την μπάντα απ’ τον προηγούμενο δίσκο, δείχνει ότι υπάρχει και μία συνέχεια στον ήχο. Σ’ αυτή την ορατότητα, όμως, ο δίσκος ανταπαντά με μεγάλη εσωστρέφεια και μοναξιά, καθώς η Mitski γράφει έναν δίσκο για την απομόνωση, τόσο συναισθηματική όσο και κυριολεκτική.

Η δύναμη του "Nothing’s About…" στηρίζεται σε δύο πυλώνες: αφενός ορισμένα συγκλονιστικά κομμάτια διαφορετικών διαθέσεων, τα οποία αναδεικνύουν την λεπτότητα και την συνθετική ευφυΐα της Mitski, αφετέρου μία στιχουργία που μπορεί ταυτόχρονα να είναι ποιητική αλλά και άμεση. Ας πάρουμε για παράδειγμα το lead single του "Where’s My Phone", όπου αντιπαραβάλλει alt rock με μία μελωδική φωνητική γραμμή - που θα μπορούσα να φανταστώ ως σόλο τσέλο σε μία άλλη εκδοχή του, δείγμα της chamber αισθητικής –, όπου με αρκετά βιτριολική ματιά σχολιάζει την εξάρτηση απ’ το κινητό ως μέσο απομόνωσης και αποφυγής αντί για σύνδεση. Έπειτα, έχουμε το "Dead Women", μία βραδύκαυστη ελεγεία ικανή να σε καταρρακώσει με το σκοτάδι των στίχων του, ή το "If I Leave", το πιο απογυμνωμένο και συναισθηματικά ασταθές κομμάτι. Οι στίχοι μπορεί να είναι ευάλωτοι και ωμοί, αναστοχαζόμενοι συχνά το θάνατο και την απώλεια, την μοναξιά και την αποξένωση, όμως δεν εκβιάζουν το συναίσθημα, και είναι στιγμές που αποτελούν και το πιο δυνατό χαρτί του δίσκου. Γι’ αυτό και το Weyes Blood-ικό "Instead Of Here" είναι μία καταπληκτική απεικόνιση της κατάθλιψης, χωρίς να γίνεται γραφικό.

Ωστόσο, η μουσική οργάνωση και σκηνοθεσία του δίσκου πάσχει αρκετά ώστε να σηκώνει συζήτηση. Έντεκα συνθέσεις σε μισή ώρα σημαίνει σύντομες διάρκειες, κι αντί για φλυαρία, παρουσιάζεται μία δειλία να αναπτυχθούν οι ιδέες και τα θέματα. Ενώ το "Lightning", λόγου χάρη, έχει τα εργαλεία να αποτελέσει μία απ’ τις στιγμές με τον περισσότερο αντίκτυπο, κλείνει την αυλαία του μετά από μία μικροσκοπική έκρηξη που δεν προλαβαίνει να ταρακουνήσει ούτε το τύμπανο του αυτιού σου, πόσο μάλλον να ανασηκώσει τις τρίχες στο σβέρκο σου. Το στένεμα των ιδεών κάνει το ρυθμό να μοιάζει άλλοτε βεβιασμένος, σε μία γραμμική λογική του «και μετά…», κι άλλοτε μονότονος, αφού παρά τις επί μέρους διανθίσεις σε country, indie, chamber pop, και alternative, η ακουστική των κομματιών γέρνει επικίνδυνα στην πλευρά της ομοιομορφίας.

Έτσι, ένας πραγματικά όμορφος, σκοτεινός, και συναισθηματικός δίσκος, σκοντάφτει πάνω σε ατασθαλίες, πέφτοντας χαμηλότερα απ’ τον πήχη που θέτει και τις προσδοκίες που δημιουργεί. Είναι δίσκος που θέλεις να αγαπήσεις, αφού δείχνει φτιαγμένος με προσοχή, όμως σαν να βγήκε εκτός ελέγχου η προσοχή κι έπνιξε τα κομμάτια. Η ηρωίδα του άλμπουμ κλείνεται στο σπίτι της, ελπίζοντας πως τουλάχιστον η σαφής οριοθέτηση θα μπορούσε να καταπραΰνει τον πόνο της, χωρίς να διαπιστώνει ότι, μετά από λίγο, αυτή η τακτική της στερεί ζωτικό χώρο. Σε μία ειρωνική σύμπτωση, το ίδιο φαίνεται να ταλανίζει και το άλμπουμ συνολικά, και σαν φωτιά χωρίς οξυγόνο, καίει ικανοποιητικά για λίγο κι ύστερα σβήνει.

Bandcamp

  • SHARE
  • TWEET