Bon Iver

Bon Iver

4AD (2011)
Από τον Παντελή Μαραγκό, 12/07/2011
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;
Έφτασε η ώρα για την επιστροφή του Justin Vernon, κατά κόσμο Bon Iver (σκοπίμως ανορθόγραφα γραμμένη η γαλλική ευχή «bon hiver», που πάει να πει «καλό χειμώνα»). Ο άνθρωπος που το 2008 είχε καθηλώσει -περισσότερο τους κριτικούς, παρά το κοινό είναι η αλήθεια- με το εξαιρετικό "For Emma, Forever Ago" (θυμίζω το ανατριχιαστικά όμορφο "Skinny Love"), αυτή τη φορά μας επισκέπτεται με παρέα, καθώς πίσω από το όνομα Bon Iver κρύβεται, πλέον, μια τετραμελής μπάντα.

Κι αν το 2008 είχε περάσει, εν πολλοίς, απαρατήρητος από το ευρύ κοινό, αυτό είναι κάτι που με την πάροδο του χρόνου αποκαταστάθηκε. Κάτι το πολύ καλό πλασάρισμά του στις λίστες με τα καλύτερα της χρονιάς, κάτι οι ξεχωριστές ζωντανές του εμφανίσεις, κάτι η περυσινή του συνεργασία με τον Kanye West στο "Lost In The World" από το -εξαιρετικό για το είδος του- "My Beautiful Dark Twisted Fantasy" του τελευταίου, το οποίο προτείνεται ανεπιφύλακτα και σε ροκ ακροατές (ήταν, άλλωστε, ο δίσκος που καπάρωσε τις περισσότερες πρωτιές πέρυσι στις λίστες με τα καλύτερα της χρονιάς, κι αυτό μολονότι κυκλοφόρησε στα τέλη της χρονιάς με αποτέλεσμα σε πολλές λίστες να μην συμπεριληφθεί καν). Με τα πολλά, η κυκλοφορία του "Bon Iver" συνδυάστηκε με αξιόλογες πωλήσεις (104.000 αντίτυπα στις Η.Π.Α. την πρώτη εβδομάδα) που το προσγείωσαν στο #2 και #4 των άλμπουμ charts των Η.Π.Α. και την Βρετανίας αντίστοιχα. Καθόλου άσχημα για δίσκο αυτού του είδους.

Είχε μεσολαβήσει το 2009 το αξιόλογο EP "Blood Banks", το οποίο περιείχε και το "Woods" που sampleρισε ο West, αλλά εκείνο που αξίζει να υπενθυμιστεί είναι το περιπετειώδες στοιχείο πίσω από την κυκλοφορία του "For Emma, Forever Ago", που ήδη θεωρείται κομμάτι της ροκ μυθολογίας. Βιώνοντας μια αδιέξοδη ζωή, έχοντας απομακρυνθεί από το μέχρι τότε συγκρότημά του (DeYarmond Edison, με τους οποίους παρέμεινε για 10 χρόνια και ήταν ιδιαιτέρως δεμένος), με έναν πρόσφατο χωρισμό στην πλάτη του και ενώ ανάρρωνε από λοιμώδη μονοπυρήνωση, ο Vernon πέρασε το βαρύ χειμώνα του 2007-2008 στο βόρειο Wisconsin, μόνος, χωρίς λεφτά -δεν τα είχε ανάγκη, άλλωστε, εκεί πέρα που βρισκόταν- μέσα στο παλιό τροχόσπιτο του πατέρα του. Πιθανότατα για λόγους πολιτικής ορθότητας, σπανίως αναφέρεται πλέον, αλλά το διάστημα εκείνο τράφηκε με δύο ελάφια, που ο ίδιος σκότωσε. Εκεί συνέθεσε και ηχογράφησε (παίζοντας μόνος του όλα τα μέρη) τα εννέα πανέμορφα κομμάτια του "For Emma...", τα οποία, ενώ στην αρχή δεν προορίζονταν για κάτι παραπάνω από τη δωρεάν διάθεσή τους μέσω του Myspace, σιγά-σιγά τράβηξαν την προσοχή του κόσμου, που, από στόμα σε στόμα, κατέστησε οικονομικά εφικτή την επίσημη κυκλοφορία του δίσκου.  

Με τις δάφνες από το σύνολο του indie μουσικού τύπου για ένα δίσκο που κατέληξε να θεωρείται μια από τις πιο cult κυκλοφορίες των τελευταίων ετών, επιστρέφει φέτος, επιλέγοντας να δώσει το όνομα ενός τόπου σε κάθε κομμάτι του νέου του άλμπουμ. Κατά αυτόν τον τρόπο φέρνει στο μυαλό το project των 50 Πολιτειών (διαβάστε περισσότερα εδώ) του Sufjan Stevens, ενός εκ των σπουδαιότερων των (φτωχών) καιρών μας. Φυσικά, αυτός δεν είναι ο μοναδικός λόγος που θυμίζει το Stevens. Για παράδειγμα, το άψογο "Perth", που ανοίγει το δίσκο, μπορεί να ξεκινά αντηχώντας τα πρώτα άλμπουμ των Sigur Ros, αλλά -κατά τα λοιπά- έχει όλα τα στοιχεία των συνθέσεων του δημιουργού του Illinois (2005). Εκείνο, πάντως, που εκτοξεύει το εν λόγω track είναι τα βγαλμένα από το Terminator τύμπανα (θυμίζω το κλασικό, πλέον, θέμα του Brad Fiedel). Συμβαίνουν άκρως ενδιαφέροντα πράγματα στα τεσσεράμισι λεπτά που διαρκεί το κομμάτι κι αυτά δεν είναι παρά μόνο η αρχή.

Οι κριτικές που λαμβάνει το άλμπουμ στον ξένο τύπο είναι αποθεωτικές για ακόμη μια φορά και συγκρίνονται μόνο με εκείνες που έλαβε φέτος το "Helplessness Blues" των Fleet Foxes. Οι ξεκάθαρα πιο πλούσιες ενορχηστρώσεις των κομματιών κερδίζουν τις εντυπώσεις, αλλά παράλληλα κάνουν το Vernon να ακούγεται λιγότερο μυστηριώδης και απόμακρος. Όχι ότι μετατράπηκε η μουσική των Bon Iver σε κάτι εύπεπτο -κάθε άλλο-, απλά μοιάζει πλέον ευκολότερο για τον ακροατή να χωρέσει στο κάδρο των ηχητικών τοπίων που σκηνοθετεί ο Vernon με την παρέα του. Το falsetto του τριαντάχρονου από το Wisconsin παραμένει ακέραιο και εξακολουθεί να καθηλώνει, όπως και στο ντεμπούτο του, μόνο που αυτή τη φορά οι ογκωδέστερες ενορχηστρώσεις φέρνουν κι άλλα επίπεδα στην επιφάνεια. Το feeling που εισπράττω από το δίσκο μπορώ να το συγκρίνω με το αντίστοιχο που μου βγάζουν άλμπουμ όπως τα πανέμορφα "Vespertine" (2001) της Björk και "()" (2002) των Sigur Rós.  

Παρόλο που το άλμπουμ διαφέρει σημαντικά από εκείνο που προηγήθηκε, πρόκειται για μια απολύτως λογική πρόοδο. Ίσως επειδή παραμένει ζωντανή στο μυαλό μου η εικόνα του Vernon στο χιονισμένο Wisconsin, νιώθω τον ήχο της πατημασιάς στο αφράτο χιόνι μέσα σε κάθε track του "Bon Iver". Κρατώντας ο ίδιος, για μια ακόμη φορά, τα ηνία της παραγωγής, πιθανότατα το παρακάνει σε ορισμένα σημεία, αλλά δε μπορείς να τον αδικήσεις, καθώς είναι ευδιάκριτη η προσπάθειά του να αναχωρήσει από τη γυμνή μέχρι το κόκαλο εξομολογητική εικόνα, με την οποία τον γνωρίσαμε στο "For Emma...". Πλέον, μας επανασυστήνεται ως ένας πιο ευφάνταστος και πολυεπίπεδος ταξιδευτής. Εκεί που τον είχαμε κατατάξει ως αμετανόητο ερημίτη, βγαίνει μπροστά, ιχνηλατεί δίχως φόβο και καθοδηγεί τη μπάντα του, μια σειρά από session μουσικούς, και -το κυριότερο- εμάς σε σπάνια, σχεδόν ανεξερεύνητα μονοπάτια, όπως αυτά του απίθανου εξωφύλλου.

Το καλύτερο κομμάτι του δίσκου -και πιθανότατα ένα από τα σημαντικότερα indie tracks της χρονιάς- είναι το "Calgary" (δείτε το πανέμορφο video που θυμίζει το "Λαβύρινθο του Πάνα" εδώ). Ονειρικό, περιπετειώδες και ολοκληρωμένο, «χτίζεται» με κάθε χτύπο για να φτάσει στην κορύφωση στα 2:27, όντας, πλέον, ένα εντελώς διαφορετικό «ζώο» από εκείνο που δειλά-δειλά ξεπρόβαλε στην αρχή. Θυμίζει την υπέροχη ατμόσφαιρα που επικρατούσε στα πρώτα προσωπικά του Peter Gabriel. Όπως σε ολόκληρο το δίσκο, έτσι κι εδώ, η φωνή του Vernon λειτουργεί περισσότερο σαν ένα ακόμη όργανο που παράγει υπέροχους φθόγγους, παρά ως το φορτισμένο μέσο έκφρασης των αδιεξόδων του, όπως συνέβαινε τρία χρόνια πριν.  

Εάν αναλογιστεί κανείς το πόσο ραγδαία άλλαξε η ζωή του τα τελευταία χρόνια, δε μπορεί παρά να αναγνωρίσει το πόσο αξιοθαύμαστα συγκροτημένος και απερίσπαστος εξακολουθεί να ακούγεται. Θα μου πείτε, εδώ άντεξε να κρατήσει τα λογικά του με όλα εκείνα -τα εκλεκτά, σύμφωνα με τον ίδιο- που κάπνισε στην Hawaii, όπου βρέθηκε να διαμένει στο ίδιο δωμάτιο με τον ράπερ Rick Ross κατόπιν πρόσκλησης του Kanye West, για τις ανάγκες του πέμπτου άλμπουμ του τελευταίου, δε θα κόλλαγε τώρα που παίζει «εντός έδρας», στα αυλάκια του δικού του, πολυδαίδαλου εγκεφάλου. Προσωπικά του βγάζω το καπέλο για τον τρόπο που τραβά τον εαυτό του από το πρώτο πλάνο σε αυτό το άλμπουμ, αφήνοντας, έτσι, να αναδυθεί η ικανότητά του να συνθέτει και να ενορχηστρώνει υπέροχες μελωδίες.

Δε χωράει αμφιβολία ότι πρόκειται για άλμπουμ που σε ταρακουνάει από τη θέση σου. Χωρίς να είναι κάτι το αποθαρρυντικά σύνθετο, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι δε συγκαταλέγεται στα ανώδυνα ακούσματα. Ο Vernon κι η παρέα του δε βρίσκονται εδώ για να παίξουν εκ του ασφαλούς, ούτε έχουν την παραμικρή πρόθεση να κρατήσουν αιχμαλώτους. Επιχειρούν με περίσσεια φιλοδοξίας και τους βγαίνει. Ακούγεται άνετα από την πρώτη αναπαραγωγή, ενώ γίνεται όλο και πιο προσβάσιμο με κάθε παίξιμο κι ο ακροατής έχει μόνο να κερδίσει από αυτό. Ιδιαίτερα για κάτι ήσυχα βράδια περισυλλογής είναι -στα αλήθεια- ό,τι πιο ταιριαστό έχω ακούσει φέτος.  Απόλυτα πετυχημένο δεύτερο βήμα. Δίσκος που θα αναφέρεται στο μέλλον, όταν θα μιλούν για το 2011.
  • SHARE
  • TWEET