Χαμένος ανάμεσα σε όρια και συναρτήσεις αναζητά το σταθερό του σημείο στη μουσική που ακούει. Θαυμαστής μοναχά της μελωδίας, αδιαφορεί μεν για το είδος του πλαισίου που την παρέχει, όχι όμως και για...
Above, Below
I Guess It Was Nowhere
Η αποθέωση ενός νευρικού ονείρου
Καταρχάς, οι Αυστραλοί έχουν μια τρομερή σκηνή με χαρακτηριστικά που δε βρίσκεις άλλου. Τα έχουμε πει αυτά αναλυτικά ξανά και ξανά. Το αναφέρω όμως και πάλι γιατί οι Above, Below, που μόλις κυκλοφόρησαν το δεύτερο άλμπουμ τους εφτά χρόνια μετά το πρώτο, είναι από το Σύδνεϋ και η μουσική τους ακολουθεί αυτόν τον ιδιαίτερο, Αυστραλέζικο τρόπο. Μοντέρνο progressive metal, πολύ προς το djent βασικά, με ξεκάθαρες ρίζες στο metalcore. Πριν όμως κάτσουμε να τα βάλουμε όλα σε μια σειρά, ας αρχίσουμε λίγο από το συμπέρασμα: το άλμπουμ είναι εξαιρετικό, και όποιο συγκινείται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από τα παραπάνω μουσικά είδη επιβάλλεται να το βάλει τώρα σε κάποια shortlist, μην κατά λάθος προσπεράσει.
Πρώτα πρώτα, όσον αφορά τη δομή του άλμπουμ, οι Above, Below επιλέγουν μονίμως να κρατούν ενιαία ροή στις δουλειές τους. Όλα τα κομμάτια συνδέονται μεταξύ τους, χωρίς κενά, με ομαλές μεταβάσεις που σε κάποιες περιπτώσεις δίνουν την αίσθηση της εξέλιξης του τραγουδιού ενώ αλλού παίρνουν τη μορφή μικρών ηχητικών παύσεων, με ambient ήχους, που γεφυρώνουν τέλη και αρχές. Έχει δηλαδή μια συνέχεια που παραπέμπει περισσότερο σε post-rock συγκροτήματα, ή ας πούμε concept δουλειές. Αυτό τελικά τονίζει τον μη αναμενόμενο χαρακτήρα των περισσότερων συνθέσεων, που δεν έχουν ρεφρέν και κολλητικά μέρη αλλά εξέλιξη. Υπάρχουν βέβαια και τραγούδια πιο τυπικής ανάπτυξης, αλλά δεν είναι η πλειοψηφία. Αν και αυτό γενικά φέρνει το ρίσκο του forgettable ή βαρετού, οι ιδέες κερδίζουν τη μάχη και δεν το αφήνουν να χαθεί. Βοηθάει και η διάρκεια φυσικά που είναι πολύ σωστή, με μοναδική ατέλεια την υπερβολική εισαγωγή, η οποία στην πρώτη (άντε και στη δεύτερη) ακρόαση μάλλον κάνει τη δουλειά της βάζοντας βαθιά στην ατμόσφαιρα του δίσκου, αλλά από ένα σημείο και μετά καταλήγει σταθερό σκιπ.
Η παραγωγή του δίσκου, που έχει γίνει από τον τραγουδιστή της μπάντας, Jacob Wilkes, είναι άψογη για το ύφος. Ατμοσφαιρική, σκοτεινή, με δυναμική μίξη που δε μένει σταθερή, φέρνοντας σε πιο βαθιά ή πιο ξεκάθαρη θέση τα υλικά της μπάντας, ανάλογα τις ανάγκες του κάθε σημείου των τραγουδιών. Οι κιθάρες έχουν αυτόν τον βαρύ ήχο που περιμένεις περισσότερο από το ευρωπαϊκό djent, παραπέμποντας σε Tesseract, Vildhjarta, Monuments ή και Meshuggah ενώ από την άλλη τα τύμπανα είναι καθαρά, όχι τόσο βιομηχανικά στην προσέγγιση, φτιάχνοντας ένα ενδιαφέρον δίπολο με καλοδεχούμενες και αλληλοσυμπληρούμενες αντιθέσεις.
Στις συνθέσεις ξεχωρίζουν σίγουρα οι κιθάρες που αναλαμβάνουν να στήσουν το δίσκο με τα πολύπλοκα και συχνά δυσνόητα riff. Δεν είναι ένα element που απλά κατηγοριοποιεί τη μουσική, αλλά, σε συνδυασμό με τον πολύ εκφραστικό τραγουδιστή, τη σμιλεύουν. Από την πρώτη στάση, στο "Soothsayer", δείχνουν το groove στο χαρακτήρα τους, ενώ γρήγορα περνάνε σε φόρμες μοντέρνου progressive. Breakdowns υπάρχουν, τα οποία μάλιστα παρουσιάζουν και μια υποψία deathcore επιρροής (η live συνύπαρξη με Chelsea Grin και Justice For The Damned πιθανότατα άφησε κάτι εδώ) αλλά είναι τόσο ομαλά περασμένα στα κομμάτια που δεν κλωτσάνε, σχεδόν δεν τα σπάνε καν στα δύο.
Στα τραγούδια που ξεκινάνε πιο συναισθηματικά, δίνοντας περισσότερο χώρο στις μελωδίες, λάμπει και η ωραία φωνή του Jacob. Μου αρέσει πολύ το πως αποδίδονται οι στίχοι βγάζοντας το συναίσθημα τους στις ερμηνείες, δεν είναι αποκομμένος δηλαδή ο ήχος από τις λέξεις και αυτό δίνει περισσότερη αξία στη μορφή του άλμπουμ. Κάνοντας μια κατάταξη πάντως στο μυαλό μου, βάζω πιο ψηλά τα καθαρά και τα εντελώς ακραία φωνητικά, με τα πιο τυπικά metalcore screams να μένουν λίγο πιο κάτω, όχι γιατί είναι κακά αλλά γιατί εκεί δεν ξεχωρίζουν από άλλους τραγουδιστές του ύφους.
Τώρα, αυτό που γενικά ανεβάζει ένα σύνολο από το πολύ καλό επίπεδο στο εξαιρετικό είναι οι λεπτομέρειες που μπαίνουν και τραβούν την προσοχή. Εδώ, συχνά έρχονται από τα πλήκτρα στο background, αλλού όμως είναι κάποιο αναπάντεχο blast beat, μια διαφορετική προσέγγιση στα παιξίματα του ντράμερ - για παράδειγμα στο πολύ ωραίο "An Orchestration Of Carbon" - μια πιο funk prog κιθάρα ή μία καθαρή στο βάθος. Μου αρέσουν τέτοιες λεπτομέρειες και κάνουν πολύ καλό στο άλμπουμ.
Συνολικά το "I Guess It Was Nowhere" είναι μια πολύ ευχάριστη έκπληξη. Δημιουργικό, φρέσκο σε δομή, ροή και ιδέες χωρίς να γίνεται καθόλου τετριμμένο. Αν οι Above, Below δείξουν συνέπεια στην ποιότητα τους και αφιερωθούν σοβαρά στην πορεία της μπάντας, μάλλον έχουν μεγάλες πιθανότητες να ξεχωρίσουν. Όσο κι αν ο χώρος τους είναι ένα κομμάτι του μοντέρνου και προοδευτικού metal (ή core αν σε ενοχλεί να το λέμε metal) που δεν ιδιαίτερα εμπορικό.
