​Hammers Of Misfortune

Overtaker

Self Released (2022)
Ανέβα στις πλάτες αυτού του ρετρο-χάι τεκ δράκου, όμως να θυμάσαι ότι δεν έχει φρένα και δεν κάνει στάσεις
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

O John Cobbett, γενικός μαριονετίστας των Hammers of Misfortune, επιλέγει κάθε φορά διαφορετικό κράμα μετάλλων για να φτιάξει τα σφυριά του. Από τις πιο heavy και επικές στιγμές στην ανατολή της καριέρας τους, στα πιο prog περάσματα ενός "17th Street", και μέχρι το χωνευτήρι thrash/prog/NWOBHM που ήταν το "Dead Revolution", πρόκειται για ένα πνεύμα ανήσυχο, που λατρεύει να παίζει μουσική, και θέλει να φτάσει την ηχητική του ταυτότητα στα άκρα. Πολλά μπορούμε να πούμε για τον John Cobbett, που εκτός από την εκλεκτικότητα που έχει επιλέγει εντός των Hammers, έχει κάνει πολλά και σπουδαία σε διάφορες μπάντες (είτε με τους Lord Weird Slough Feg, είτε με τους πιο πρόσφατους και φασαριόζους VHOL).

Τα χρόνια που μεσολάβησαν από το προηγούμενό τους άλμπουμ ήταν αρκετά, με το μέλλον του συγκροτήματος να μοιάζει αβέβαιο. Ο John Cobbett άρχισε να γράφει τη μουσική για το "Overtaker" χωρίς συγκεκριμένο μουσικό όχημα για να το κυκλοφορήσει, και αποφάσισε να έρθει σε επαφή με διάφορους μουσικούς που θα ήθελε να συνεργαστεί. Ένας από αυτούς ήταν ο Blake Anderson, η μηχανή που κάθισε πίσω από τα τύμπανα των Vektor για τα τρία σπουδαία sci fi-thrash άλμπουμ που κυκλοφόρησαν μεταξύ 2009 και 2016. Μάλιστα, θέλησε να γράψει μουσική που θα τον εντυπωσιάσει, κι όταν ο Cobbett θέλει να εντυπωσιάσει κάποιον, τότε το αποτέλεσμα είναι δίσκοι σαν το "Overtaker".

Οι Hammers έχουν φορέσει τα παπούτσια του sci fi-thrash, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, με επιρροές που μας πάνε μέχρι και τους Obliveon ως απαραίτητο σημείο αναφοράς του υποείδους. Έχουμε στριγκά φωνητικά και τον ήχο στις κιθάρες α λα Voivod, έχουμε ‘70s επιρροές και ιδιαίτερα solo ως κομμάτι της σύνθεσης που θυμίζει Psychotic Waltz, και έχουμε και το ανηλεές σφυροκόπημα που ωστόσο δεν χάνει την ατμόσφαιρά του, με τις ισορροπίες που δίδαξαν οι Depressive Age. Βέβαια, ο Cobbett θέλει να μας σπάσει την πυξίδα, ισχυριζόμενος ότι ήθελε να κάνει έναν ψυχεδελικό thrash δίσκο, κάνοντας παράλληλα λόγο για το παίξιμο του Hendrix και τους King Crimson σε ένα πάντρεμα με τους Black Sabbath, τους hardcore-punkάδες Discharge, και τους Venom. Ας το ερμηνεύσουμε όλο αυτό ως μία συνύφανση επιθετικότητας και αναλογικών ηχογραφήσεων με περίεργα ηχοτοπία και ψυχεδελικές πινελιές.

Πράγματι, τα πλήκτρα που βρίσκονται διάσπαρτα στο άλμπουμ δεν αραιώνουν ούτε στο ελάχιστο το εκρηκτικό μείγμα του "Overtaker", αλλά προσθέτουν περισσότερα επίπεδα στις ήδη ασφυκτικές συνθέσεις. Το τζαμάρισμα στο δεύτερο μισό του "Vipers Cross" (με πλήκτρα από τον Steve Blanco των Imperial Triumphant, βεβαίως βεβαίως) θα μπορούσε να είναι στιγμιότυπο από κάποιο live των Deep Purple, ενώ το "Orbweaver" με τις πιανιστικές του παύσεις μέσα στα πανηγυρτζίδικα riffs, στέκεται ως διπολικό και πολυπρόσωπο. Κι είναι στιγμές σαν την κρατημένη νότα στο Hammond της Sigrid Sheie με το μπάσιμο του "Ghost Hearts" που υπερτονίζουν την άγρια ένταση του οργάνου, αρκεί να πλαισιώνει και να πλαισιώνεται από την αντίστοιχη μουσική.

Η αντίστοιχη, λοιπόν, μουσική στην οποία αναφέρομαι, είναι ένας ορυμαγδός από riffs, και φρενήρη ντραμς που δεν αφήνουν καμία νότα ατόνιστη, καμία στροφή και γύρισμα ασυνόδευτα. Πριν καν ολοκληρωθεί το πρώτο λεπτό του ομώνυμου και πρώτου κομματιού, έχουμε πέσει πάνω σε μία καταιγίδα κιθαριστικών επιδείξεων. Μεγάλο ρόλο στη συνολική ταυτότητα του άλμπουμ, όμως, διαδραματίζει η εντυπωσιακή Jamie Myers (των Sabbath Assembly, Like Flies on Flesh, αλλά και στους Hammers για μία περίοδο πριν δεκαπέντε χρόνια), ένα λαρύγγι εξωπραγματικό και δαιμονισμένο, που ερμηνεύει τους στίχους με περίσσεια άνεση πάνω από τη φουρτουνιασμένη μουσική άλλοτε με συριγμούς, κι άλλοτε με βόρβορο. Η μεγάλη επιστροφή, φυσικά, παραμένει ο Mike Scalzi. Ο πρώτος τραγουδιστής των Hammers θα κάνει μία guest εμφάνιση σε δύο κομμάτια, το "Dark Brennius" (ένα απίστευτα θεατρικό κομμάτι με πυρακτωμένα solo) και το "Overthrower" με κάποιες NWOBHM σκιές, το οποίο, παραδόξως, μεταφράζεται με περισσότερη παράνοια παρά μελωδία - με τη συμμετοχή του νεαρού αν και ήδη αρκετά δραστήριου Tom Draper των Pounder, Primitai, και Carcass εσχάτως. Το ήδη εντυπωσιακό roster συμπληρώνει ο έτερος Καππαδόκης των παλαιών Vektor, o Frank Chin, που αναλαμβάνει καθήκοντα μπασίστα σε δύο κομμάτια, το προαναφερθέν "Dark Brennius", και το "Outside Our Minds".

Το "Overtaker" είναι ένα άλμπουμ που πρώτα και κύρια αποδεικνύει την αγάπη του Cobbett για τη μουσική, όπως συνέβαινε και με τις προηγούμενες κυκλοφορίες που κάθε φορά εντρυφούσαν ως εργασίες και σε μία διαφορετική πτυχή του σκληρού ήχου. Χωρίς να πρόκειται για ένα άθροισμα μερών, οι Hammers of Misfortune γράφουν ένα δίσκο που παραπέμπει στη μακρά thrash ιστορία, αποτείνει φόρο τιμής σε μεγάλα ονόματα, ενώ διατηρεί μικρές ρανίδες της προσωπικής τους ταυτότητας. Για παράδειγμα, το εμπνευσμένο από τα blues "Aggressive Perfection" που κλείνει τον δίσκο μου θύμισε το "317" από το "17th Street" σε διάθεση και ρυθμό. Με την αναλογική και φυσική ηχογράφηση, την κατ’ ελάχιστο επηρεασμένη από τα στουντιακά μαγικά, καταφέρνουν να αιχμαλωτίσουν τη μαγεία που είχαν άλμπουμ λιγότερο ραφιναρισμένων και γυαλιστερών εποχών, αλλά και γι’ αυτό με περισσότερη προσωπικότητα - μιλάει βεβαίως και η ρομαντικοποίηση εδώ. Το "Overtaker" βάζει το δικό του λιθαράκι στην αψεγάδιαστη πορεία ενός πραγματικά υποτιμημένου συγκροτήματος, και παρά τις διάφορες ιδιαιτερότητές του, ανταμείβει και με το παραπάνω ύστερα από λίγες ακροάσεις. Ανέβα, λοιπόν, στις πλάτες αυτού του ρετρο-χάι τεκ δράκου, και προσδέσου καλά, γιατί δεν υπάρχουν φρένα, και δεν κάνει στάσεις.

Bandcamp
Spotify

  • SHARE
  • TWEET