She Past Away
Mizantrop
Επαναπροσεγγίζοντας το '80s darkwave: Χορός μέσα στο σκοτάδι και την αποξένωση
Το κιθαριστικό goth rock, ή, ευρύτερα, εκείνη η σκοτεινή post-punk περιοχή που συνηθίσαμε να στεγάζουμε υπό την ομπρέλα του darkwave, ιδίως από τη δεκαετία του '90 και εντεύθεν, μοιάζει συχνά να έχει περιέλθει σε τέλμα. Ένα μεγάλο μέρος των σχημάτων που κινήθηκαν στους κόλπους του δεν επιχείρησε τόσο να επεκτείνει το ιδίωμα όσο να αναπαραγάγει, άλλοτε με ευλάβεια και άλλοτε ανιγράφοντας αφιλτράριστα, τους ήδη παγιωμένους κώδικές του: στην ευγενέστερη περίπτωση, τη σκονισμένη, εσχατολογική τελεολογία των Fields Of The Nephilim· στη λιγότερο ευφάνταστη, τη βαριά σκιά των The Sisters Of Mercy και, πίσω από αυτήν, ολόκληρη τη γνωστή γενεαλογία των σκοτεινών 80s τρόπων. Υπό αυτή την έννοια, οι She Past Away παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον ακριβώς επειδή δεν προσέρχονται στην παράδοση ως απλοί αντιγραφείς της. Παραπέμπουν ευθέως στις επιταγές της δεκαετίας του '80, αναγνωρίζουν δίχως υπεκφυγές το λεξιλόγιο από το οποίο προέρχονται, αλλά το επανενεργοποιούν με έμπνευση, πειθαρχία και αξιοσημείωτη αισθητική καθαρότητα. Που σημαίνει ότι δεν επινοούν εκ νέου το σκοτάδι· το επανακατοικούν με τρόπο πειστικό. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η περίπτωσή τους αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η μουσική τους δε λειτουργεί ως ακόμη μία άσκηση ύφους πάνω σε έναν εξαντλημένο κώδικα, αλλά ως πειθαρχημένη επιστροφή σε ένα ιδίωμα που, στα χέρια τους, ανακτά μέρος της αρχικής του αυστηρότητας, υποβλητικότητας και σκοταδιού.
Οι She Past Away σχηματίστηκαν το 2006 στην Προύσα, αρχικά από τον τραγουδιστή, κιθαρίστα και βασικό συνθέτη Volkan Caner και τον μπασίστα İdris Akbulut. Στη σημερινή τους υπόσταση συγκροτούν το δημιουργικό δίπολο των Caner και Doruk Öztürkcan, με τον δεύτερο να αναλαμβάνει τα τύμπανα, τα synths και την παραγωγή. Σε μια εποχή κατά την οποία η αναβίωση του post-punk κινδύνευε ήδη να παγιωθεί ως εύκολα αναγνωρίσιμη καλλιτεχνική και αισθητική σύμβαση, οι She Past Away κατόρθωσαν να διαμορφώσουν ένα ιδίωμα απολύτως διακριτό: μινιμαλιστική συνύπαρξη κιθαριστικής ψυχρότητας, υπνωτικών μπασογραμμών, σκοτεινών synths και ακατάπαυστων μηχανιστικών ρυθμών.
Το εκ Τουρκίας ορμώμενο δίδυμο μού γνωστοποιήθηκε προσφάτως χάρη στην darkwave στοχοπροσήλωση του μύστη και αγαπητού φίλου Στράτου. Δεν προσέρχομαι, συνεπώς, στο "Mizantrop" ως παλαιός κοινωνός της δισκογραφίας τους, αλλά ως ακροατής που πραγματοποιεί την πρώτη του κατάδυση στο ζοφερό και περίκλειστο σύμπαν τους. Το παρόν κείμενο γράφτηκε εξαιτίας του και, υπό αυτή την έννοια, του οφείλει τόσο την αφορμή όσο και την ίδια την ύπαρξή του.
Οι μουσικές τους καταβολές ανάγονται ευθέως στο βρετανικό darakwave/goth, στο ευρωπαϊκό coldwave και στην electro synth/post-punk της δεκαετίας του '80. Η μελαγχολική διαύγεια των πρώιμων The Cure, η απόκοσμη επιβλητικότητα των The Sisters Of Mercy, ο ενδότερος ρομαντισμός των Clan Of Xymox και Asylum Party, η θεατρικότητα των Siouxsie And The Banshees, αλλά και η ενσώματη, μηχανιστική λιτότητα των DAF διακρίνονται ως επιμέρους αφετηρίες. Εντούτοις, οι SPA δεν εξαντλούνται σε μία ευλαβική αναπαραγωγή των παλαιών τρόπων. Αφομοιώνουν τις αναφορές τους και τις μεταφέρουν σε ένα τουρκικό γλωσσικό και ψυχογεωγραφικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο η οικεία σκιά του ευρωπαϊκού post-punk αποκτά διαφορετική υλικότητα και πολιτισμική υπόσταση.
Η παραγωγή του δίσκου προβάλλει με ιδιαίτερη ευκρίνεια τα ψυχρότερα γνωρίσματα του ήχου τους. Οι κιθάρες διαχέονται σαν δυσδιάκριτες αντανακλάσεις, τα synths οικοδομούν ένα περίκλειστο βάθος, ενώ το μπάσο και οι υπολογιστικές μηχανές παρέχουν εκείνον τον αεικίνητο μηχανισμό που καθιστά τη μελαγχολία τους χορευτική, ήτοι ενσώματη. Το άλμπουμ μοιάζει έτσι να κινείται μέσα σε έναν χώρο από τον οποίο έχει αποσυρθεί κάθε ανθρώπινη θαλπωρή, αφήνοντας πίσω της μόνο το ψυχρό αποτύπωμα μιας παρουσίας που υπήρξε και πλέον επιμένει ως ίχνος. Η μουσική παραμένει χορευτική χωρίς να εκχωρείται στην εξωστρέφεια· διατηρεί τον παλμό της, χωρίς ποτέ να αίρει την εσωτερική ακινησία του υποκειμένου. Ακριβώς σε αυτή την αντίφαση, στη συνύπαρξη κινητικής ορμής και συναισθηματικής καθήλωσης, εδράζεται η ιδιοτυπία τους.
Στο πλαίσιο αυτό, ως χαρακτηριστικές στιγμές του δίσκου αναδύονται το Sessiz Orman, το ομώνυμο -με το χαρακτηριστικό goth-dance μεσαίο του πέρασμα- καθώς και το İnziva, το οποίο συμπυκνώνει με ιδιαίτερη ευκρίνεια την έννοια της εκούσιας απόσυρσης που διατρέχει ολόκληρο το άλμπουμ. Όπερ σημαίνει: τα απολύτως απαραίτητα μέσα και επανεπεξεργασία του 80s darkwave. Οι SPA αντλούν από την χαρακτηριστική κιθαριστική ψυχρότητα της post-punk περιόδου, τη συναρθρώνουν με τη μινιμαλιστική ποιητικότητα της τουρκικής γλώσσας και μετατρέπουν το darkwave τους σε έκρηξη συναισθηματικού άγχους μέσα από ένα μηδενιστικό πρίσμα. Το αποτέλεσμα είναι προσωπικό χωρίς να γίνεται περίκλειστα ιδιωτικό· ευρύ χωρίς να χάνει την εσωτερική του πληγή.
Υπό αυτό το πρίσμα, οι SPA δεν προσποιούνται ότι ανακαλύπτουν εκ νέου το darkwave/goth λεξιλόγιο· γνωρίζουν πολύ καλά από πού προέρχονται και, ακριβώς γι' αυτό, μπορούν να το χειριστούν με αυτοσυγκράτηση και πειστικότητα. Το "Mizantrop" λειτουργεί τελικά ως μουσική της απόσυρση, ως χορός μέσα στην αποξένωση, ως μινιμαλιστική τελετουργία ενός υποκειμένου που δεν αναζητά πια τη λύτρωση, αλλά εξακολουθεί να καταγράφει την παρουσία του εν κενώ. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη αρετή του: δεν κραυγάζει την απελπισία του, δε σκηνοθετεί το έρεβος ως εντυπωσιασμό, αλλά το κατοικεί ενσυνειδήτως αφήνοντας τον ακροατή αντιμέτωπο με το ψυχρό ίχνος μιας ύπαρξης που εξακολουθεί να κινείται μέσα στην αποξένωση.
