Arctangent Festival @ Bristol Fernhill Farm, UK, 21-22/08/26
Ζώντας το όνειρο ενός ολοκληρωμένου κι ανεξάρτητου φεστιβάλ στην Αγγλία, μέρος Β
For the english version, click here.
Cover Photo: Abbi Drapper - Scott, Cult Of Luna & Julie Christmas
Ημέρα 3η
Μετά από ένα αρκετά κρύο βράδυ για τα δεδομένα μας αλλά την καρδιά γεμάτη, η ερχόμενη Παρασκευή φάνταζε στα χαρτιά η πιο πολυάσχολη μέρα του φεστιβάλ, συνάμα όμως έμελλε να είναι και η πιο διασκεδαστική. Αυτό το γεμάτο πρόγραμμα προερχόταν τόσο από τα πολλά ενδιαφέροντα sets που είχαμε σημειώσει προς παρακολούθηση, όσο και από τρείς διαφορετικές συνεντεύξεις που έπρεπε να χωρέσουν μέσα στη μέρα - περισσότερα για αυτές θα μάθετε πάρα πολύ σύντομα! Καφές στο χέρι απαραίτητος λοιπόν, για να χορτάσουμε στο πλήρες της αυτή την όμορφη μέρα. Κερασάκι στην τούρτα, ή μάλλον πολλά κερασάκια πάνω στην τούρτα χρώματος ροζ, είναι η συνήθεια πλέον του Solo Arctangent Group να παρουσιάζεται την Παρασκευή στο φεστιβάλ με κάποια θεματική μεταμφίεση και φέτος αυτό το θέμα περιστρεφόταν γύρω από τον Mr Blobby. Πιθανότατα εάν διαβάζεις αυτή την ανταπόκριση από την Ελλάδα δεν έχεις ιδέα για ποιο πράγμα μιλάω αλλά μπορείς να μελετήσεις εδώ και στο Youtube. Το περισσότερο που χρειάζεται να γνωρίζεις είναι πως κυκλοφορούσαν στο φεστιβάλ πολλοί άνθρωποι με ροζ αποχρώσεις και κίτρινες βούλες - κι ένα χαμόγελο βγαλμένο από εφιάλτες. Ευτυχώς γνώριζα αρκετά πράγματα προηγουμένως για να μην τρομάξω, δυστυχώς όχι αρκετά προηγουμένως χρονικά για να έχω το περιθώριο να συμμετάσχω.

Photo: Jez Pennington, Senor Pink
H πρωινή βόλτα ξεκινά από τους Worn Out στην PX3 και μια απαραίτητη δόση αδρεναλίνης και hardcore για να πάει καλά η μέρα. Μάλλον βέβαια οι δυνατότητες εισροής αλκοόλ στον οργανισμό στις έντεκα το πρωί για να γίνει κάποιος πλήρως συγχρονισμένος με ιρλανδικό hardcore πρέπει να είναι δυνατές, οπότε, θα θέλαμε να ανανεώσουμε το ραντεβού μας για ένα slot πιο αργά μέσα στη μέρα. Η εμφάνιση όμως που μου κέρδισε την προσοχή χωρίς καν να το περιμένω για τη συγκεκριμένη ημέρα, ήταν αυτή των Señor Pink, της καταιγιστικής εξάδας από το Leeds που πραγματικά παίζει λίγο από όλα χωρίς να μοιάζει μπερδεμένη. Εκπληκτικός ήχος και διάθεση, που προσωπικά ανυπομονώ να αποτυπωθεί σε full length δίσκο. Άσε που πάντα στην καρδιά του rocking.gr δημιουργείται μια αδυναμία στη θέαση μπάσου σαξόφωνου.

Photo: Derek Bremner, moksha
Ολοκληρώνοντας κάπου εδώ τις επισκέψεις στο άγνωστο, προχωράμε στην κεντρική σκηνή για μια εμφάνιση που μας τράβηξε χωρίς καν να μπορούμε να την ακούσουμε προηγουμένως. Τι εννοώ; Το Arctangent Festival φιλοξένησε που λέτε μια από τις τελευταίες εμφανίσεις των Ithaca προτού μπουν στον πάγο. Στον απόηχο της έντονης δράσης τους, το πρώτο μέλος που εμφανίζεται με νέα μουσική πρόταση είναι ο Sam Chetan-Welsh με το σχήμα των moksha. Το Arctangent δείχνοντας του πλήρη εμπιστοσύνη, κάλεσε τους moksha για την πρώτη τους ουσιαστικά ζωντανή εμφάνιση (αν εξαιρέσουμε ένα μικρό show προετοιμασίας στο Λονδίνο) και μας άφησε με τις καλύτερες εντυπώσεις! Με δραματική στροφή στον ήχο προς ένα indie prog που θυμίζει τη νεότερη στροφή των Black Country, New Road, και δυο διασκευές οι moksha άδραξαν την ευκαιρία και τοποθετήθηκαν στο μουσικό χάρτη. Αν σας φαίνονται ενδιαφέροντα όλα αυτά, λίγη υπομονή, καθώς τα συζητήσαμε αναλυτικά! Περάσαμε σύντομα από το σετ των Ringlets για λίγο χορό κι εξαφανίστηκα να πάρω κάποιες συνεντεύξεις, καθώς ακολουθούσε μια εμφάνιση μπετόν - αρμέ που προσωπικά περίμενα καιρό.

Photo: Abbi Draper - Scott, Zatokrev
Οι Zatokrev είναι ένα συγκρότημα που μου κίνησε την περιέργεια πολύ αργότερα από ότι θα έπρεπε, μιας που αυτό συνέβη με το περσινό "…Brings Mirrors To The Surface", παρόλο που είναι ενεργοί πολλά χρόνια. Κάλλιο αργά παρά ποτέ όμως, μιας που όχι μόνο αυτό οδήγησε στο να εκτιμήσω όλη τους τη βαριά και ασήκωτη δισκογραφία, αλλά και σε τούτη τη συναυλιακή στιγμή. Έχεις ανακατέψει ποτέ τσιμέντο σε οικοδομή, ή έστω, δει άλλους να το κάνουν; Το αποτέλεσμα της διαδικασίας είναι κατά πάσα πιθανότητα ισοδύναμο με τη σκηνική παρουσία των Zatokrev, που βουλιάζοντας στα άδυτα του τελευταίου τους δίσκου μα και ακόμη πιο πίσω, τάραξαν ό,τι στεκόταν όρθιο εκείνη την ώρα στο Main Stage. Κυριαρχική εμφάνιση με άψογο ήχο που πιστεύω αναμφίβολα κέρδισε νέους οπαδούς στο συγκρότημα.

Photo: Abbi Draper - Scott, Conjurer
Άλλη μια συνέντευξη με φέρνει στα παρασκήνια, από τα οποία άκουγα στο βάθος τους You Win Again Gravity να δημιουργούν εντυπωσιακά ηχοτοπία. Αποχωρώ όσο το δυνατόν πιο γρήγορα όμως, μιας που το Main Stage ήταν έτοιμο να δεχτεί ένα ακόμη μεγαλύτερο πλήγμα παρόμοιας μουσικής ταυτότητας. Οι Conjurer αποτελούν μια από τις μεγάλες μου μουσικές αγάπες των τελευταίων ετών, και μάλλον δεν υπάρχει κάποιος αυτή τη στιγμή καλύτερός σύγχρονός τους στο μεταίχμιο post metal και sludge συναντήσεων. Παρόλο που γνώριζα τι να περιμένω λόγω του περσινού Damnation Festival που ξανασυναντηθήκαμε, οι βουτιές στο "Mire" και ακόμη περισσότερο στο αριστούργημα "Unself" δεν είναι ποτέ αρκετές. Ο πρόλογος στο "Let Us Live" αρκετά ενδυναμωτική πολιτική τοποθέτηση για όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως ταυτότητας. Δείτε τους Conjurer σε κάθε σας ευκαιρία εάν αυτή η μουσική είναι του γούστου σας. Να σημειωθεί εδώ ότι παράλληλα με αυτούς σε άδικο (για τα γούστα μας) slot έπαιζαν τα νέα πουλέν του shoegaze, Night Swimming, που θέλουμε σίγουρα να πετύχουμε και αυτούς κάποια στιγμή.

Photo: Abi Draper - Scott, Barrens
Άμεσο πέρασμα στη διπλανή Bixler stage για άλλο ένα από τα σετ που αναμέναμε ζεστά. Οι Barrens αποδείχθηκαν από τους πιο γλυκούς ανθρώπους με punk ανησυχίες παρά τον post χαρακτήρα τους (είναι πάντοτε χαρμόσυνο να καταλήγεις μαζί με συγκροτήματα που εκτιμάς να κάνετε τα Fall of Efrafa fangirls), και σίγουρα η σημασία της συγκεκριμένης εμφάνισης τους βάραινε, παραγωγικά ωστόσο. Πάνω στο σανίδι, δεν τους πήρε πολύ για να αποδείξουν τους λόγους για τους οποίους το όνομά τους φιγουράρει στα πιο ελπιδοφόρα ονόματα για τον ήχο. Με σκηνική παρουσία που παραπέμπει σε πολύ πιο σκληρούς ήχους, η ατμόσφαιρα που χτίζουν οι Barrens λυγίζει σίδερα και ευφραίνει καρδιές με την ίδια ευκολία.

Photo: Jez Pennington, Mass Of The Fermenting Dreggs
Μεταβολή για την κεντρική σκηνή όπου παίζει το συγκρότημα που εάν δεν γνωρίζεις, σε κερδίζει με το όνομά του. Οι Mass Of The Fermenting Dreggs ταξίδεψαν από την Ιαπωνία. Όντες ένα ιστορικό συγκρότημα με πολλά χρόνια καριέρας στον τόπο καταγωγής τους, οι Mass Of The Fermenting Dreggs άρχισαν πλέον μετά από μια επανεκίννηση της δραστηριότητάς τους να γίνονται πιο γνωστοί και στην Ευρώπη. Αναμνήσεις και μουσική πολιτισμική κληρονομιά των Boris, σε διάλογο με pop και alt rock ανησυχίες, συμπνέουν στην ηχητική διάσταση των Mass. Η παρουσία τους είναι τόσο γλυκιά και προσβάσιμη, ειδικά με το μπλέξιμο Ιαπωνικών και Αγγλικών στις ενδιάμεσες ευχαριστίες τους.
Στα μέσα του σετ τους, σαν να μετείχαμε σε κάποια ιερή τελετή, οι ουρανοί ανοίγουν άγρια. Για περίπου δέκα λεπτά μια δυνατή μπόρα παρασύρει τα πάντα στο πέρασμά της, κι ένα άγχος για τα σπιτικά μας αχνοφαίνεται στον ορίζοντα - ανήμποροι ωστόσο και πρακτικά πλέον (τα αδιάβροχα δεν ήταν αρκετά) για να μετακινηθούμε, περιμένουμε την καταιγίδα να κοπάσει για να ελέγξουμε. Έτσι και γίνεται, με τη θυσία της τελευταίας συναυλίας των HECK που κρεμούν κι αυτοί τα παπούτσια σχεδόν ολόκληρη, προς χάριν της επιβίωσης. Δώσαμε το παρόν για τα τελευταία δέκα λεπτά. Και μπορούμε να πούμε πως ήταν άγρια, περιείχαν σκαρφαλώματα, και έντονες συγκινήσεις.

Photo: Abi Draper - Scott, Kulk
Μετά από αυτά τα αποχαιρετιστήρια και την επιβεβαίωση πως η τέντα μας ακόμη στέκει αεικίνητη, νομίζω ήρθε η στιγμή για μια σύντομη κουβέντα γύρω από τον πλήρως ακαδημαϊκά αναγνωρισμένο όρο του "fomo" (fear of missing out). Ισχύει σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, εδώ θα τον χρησιμοποιήσω για εκείνες της φορές που γνωρίζουμε πως δίπλα μας συμβαίνει σε ένα φεστιβάλ κάτι πολύ μεγάλο, κάτι με το οποίο ωστόσο δεν έχουμε ουσιαστική σύνδεση μαζί του, και δεν θέλουμε να το χάσουμε γιατί καταλαβαίνουμε την ιστορική του σημασία. Θα έρθω εδώ να συμπληρώσω πως, ναι, πράγματι, αν δεν συμπίπτει με κάποια άλλη επιθυμία μας δεν έχουμε κάτι να χάσουμε, αλλά ορισμένες φορές αξίζει να πάμε με την καρδιά και να επιλέξουμε το δικό μας μικρό αγαπημένο έναντι του πολυαγαπημένου (από άλλους).
Αυτή η περίπτωση τη συγκεκριμένη μέρα μου συνέβη δύο φορές και η πρώτη, ήταν η επιλογή μεταξύ του ευρέως αγαπημένου βρετανικού συγκροτήματος Arcane Roots και του νεοσύστατου ντουέτου των Kulk. Με την καρδιά μου να έχει αγγιχτεί από τα κομμάτια των Kulk που είχα ακούσει (δώσε sludge στο κορίτσι και θα είναι χαρούμενο), άφησα τους Arcane Roots στα χέρια των εκατοντάδων οπαδών τους που δακρύζουν με τη μουσική τους, και επέλεξα τους Kulk. Και δεν έχασα. Η Jade και ο Thom από το Norwich, αρκούνται σε τύμπανα και κιθάρα έκαστοι, για να παράξουν ένα ηχητικό κατασκεύασμα που δεν περιμένεις στην όψη των νεανικών και συμπαθητικών φυσιογνωμιών τους. Με μεγάλο μέρος του set τους να συνοδεύεται από το τσέλο των IAN, οι Kulk απλά έστρεψαν όλα τα βλέμματα στην πρώτη τους κυκλοφορία, "Choosing To Die" που κυκλοφόρησε λίγες μέρες αργότερα και, ε, να μην τα πούμε και γι’ αυτή σύντομα;

Photo: Abi Draper - Scott, Perturbator
Με ένα ευτυχές διάλειμμα που προέκυψε λόγω του ελαφρώς μικρότερου set των Kulk, πεταγόμαστε να απολαύσουμε τους πάντα εξαιρετικούς σε αυτό που κάνουν Nothing. Θα ήμουν πολύ πιο ενθουσιασμένη για αυτή την εμφάνιση εάν δεν τους είχα ξαναδεί φέτος και αν δεν κρατούσα δυνάμεις γι’ αυτό που ερχόταν. Παρ’ όλα αυτά, οι Nothing μας ταξίδεψαν στα αστείρευτα, βρώμικα shoegaze ηχοτοπία τους και καθάρισαν το μυαλό από κάθε άγχος, και κάπως όμορφα, ο καιρός επίσης αποφάσισε να μας αφήσει χωρίς απρόοπτα για το υπόλοιπο του φεστιβάλ. Αποχωρούμε λίγο νωρίτερα, για να πιάσουμε στασίδι στο Main stage γιατί, ε, έχουμε και κάποιες αδυναμίες.
Ο θεός και σωτήρας μας (όπως αυθαίρετα τον αποκαλώ) Perturbator είναι κάπως γνωστός για τις σαρωτικές του συναυλίες και την αδιάστειστη μουσική του ταυτότητα. Παρούσα πλέον στην έβδομη φορά που τον βλέπω ζωντανά ήξερα και τι να περιμένω, και πως δεν υπάρχει ουδεμία περίπτωση να απογοητευτώ. Ενώ συνέρρεαν γύρω μου μερικά αξιαγάπητα ροζ πλάσματα που έφερναν κάπως στον Mr Blobby, παρατηρώ ότι η διάθεση έχει αρχίσει να αλλάζει. Η συναυλία γίνεται rave party. Κυκλοφορούν γύρω σου neon χρώματα. Κράνη ντισκόμπαλες. Φυσικά η μαριονέτα του Κέρμιτ. Τα φώτα πέφτουν και η εισαγωγή του "Apocalypse Now" με την αγγελική φωνή του Garm μας πετά ψίχουλα, και θέλουμε κι άλλο. Αυτό το άλλο δεν αργεί να έρθει. Ξεχασμένοι στο χρόνο, μερικές χιλιάδες άνθρωποι χορεύουμε μέχρι τελικής πτώσης, άνθρωποι περπατούν πάνω σε ανθρώπους που τους κρατούν ψηλά, από το "Humans Are Such Easy Prey" μέχρι το "Neo Tokyo" και το "Future Club". Νομίζω πως αυτό το σετ με γέμισε με όλη την αντοχή που χρειάζομαι για το χειρότερο μήνα του χρόνου που λέγεται Σεπτέμβριος. Χορέψτε, γιατί χανόμαστε.

Photo: Jez Pennington, BRUIT
Για το επόμενο clash, είχα την πολυτέλεια να έχω στο στόχαστρο το ένα συγκρότημα για μια γεμάτη πενταετία, ενώ το άλλο θα κάνει τη βόλτα του σύντομα στην Αθήνα. Έτσι, παρά την γλυκύτατη φυσιογνωμία του Barney Greenway των Napalm Death να κυκλοφορεί στο φεστιβάλ σαν σωστός Άγγλος gentleman που είναι και να μιλά σε όλους με πάθος και ψυχή μικρού παιδιού, η καρδιά και το σώμα μας, οδηγήθηκαν στην Bixler stage και τους Γάλλους BRUIT ≤. Ένα συγκρότημα που συνεχίζει με ζήλο την μαχητική κινηματογραφική post rock κληρονομιά των GYBE, οι BRUIT≤ είναι ένα συγκρότημα που με συγκλόνισε δισκογραφικά και είχα ακούσει τόσα για τη σκηνική του παρουσία που δεν μπορούσα να περιμένω. Είναι ουσιαστική εμπειρία να νιώθεις την έκσταση δύο φορές συνεχόμενα με τρόπους τόσο διαφορετικούς. Πρώτα ο χορός που προηγήθηκε, έπειτα η ψυχή που βγαίνει από το στήθος στο άκουσμα οργάνων που παλεύουν μεταξύ τους. Τσέλο, κιθάρα, πλήκτρα, τύμπανα, όλα συνομολογούν σε ένα μουσικό ταξίδι που είναι βαρύ και δύσβατο. Πρέπει να κλείσεις τα μάτια για να το κατανοήσεις στο πλήρες του. Έτσι και κάναμε, και θα το θυμόμαστε για πάντα. Άλλωστε, αν ανοίγαμε την πολιτική συζήτηση μαζί τους, θα μας έπαιρνε μια αιωνιότητα και μια μέρα. Ή μήπως, σκοπεύουμε να το κάνουμε σύντομα;

Photo: Joe Singh, Primus
Σε άλλη μια δυσκολία του να πιάσω τον μεγάλο headliner με τον οποίο έχω επιφανειακή σχέση ή να πάω στη μικρότερη σκηνή, η απόφαση κόπηκε στη μέση. Χρειαζόμουν άλλωστε λίγα λεπτά ώστε να επανασυνδεθώ με την πραγματικότητα μετά από όσα προηγήθηκαν. Αυτό συνέβη με την ευχάριστη ηλεκτρονική μουσική των Scaler που προσγείωσε από τον ηχητικό υπερβατισμό. Δίπλα όμως, συνέβαινε ένας πάρα πολύ ουσιαστικός διάλογος:
"-Primus sucks!
-I don’t know what the hell you’re talking about!"
Αναφερόμενο φυσικά στην viral ατάκα ότι αυτοί οι Primus δεν είναι και πολύ καλοί, το κοινό επευφημεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μπάσα στην ιστορία της ροκ μουσικής και ο Les Claypool παριστάνει τον ανήξερο με ένα πλατύ χαμόγελο. Οι Primus στη σκηνή, είναι μια ιστορική συγκυρία που δεν μπορείς να αγνοήσεις εάν αγαπάς τη μουσική, ή το South America Park, ή και τα δύο. Μη γνωρίζοντας πως μπορεί να πέσει τόσο ξύλο επί τόσο τεχνικής μουσικής, παρακολούθησα το, ευτυχώς πάνω σε hits βασισμένο set των Primus με μεγάλο θαυμασμό. Σίγουρα το "Winona’s Big Brown Beaver" και το "Jerry Was A Racecar Driver" αποτέλεσαν κορυφώσεις του σετ, προσωπικό αγαπημένο στιγμιότυπο όμως αποτέλεσε η διασκευή στο "Hello Skinny" των The Residents στους οποίους έχω τεράστια αδυναμία.

Photo: Joe Singh, Amplifier Silent Disco
Παρ’ όλα αυτά η βραδιά είχε σοβαρή συνέχεια, μιας που όπως είχα κάνει το πρόγραμμά μου ήταν και η μοναδική πραγματική ευκαιρία για να ζήσω πλήρως την εμπειρία της Silent Disco. Το «Για καμιά ώρα θα κάτσω μωρέ» φυσικά μετατράπηκε σε έπεσα για ύπνο κατά τις τέσσερις, κι εξηγώ γιατί. Φοράμε λοιπόν ωραία και καλά τα ακουστικά μας για να έρθουμε σε επαφή με τη ζωντανή εμφάνιση των Amplifier. Και νομίζω ότι μου αρέσει αυτή η συνθήκη του «ενός ακόμη σετ» μετά τον headliner για να πάρεις την απόφαση αν θα ξεκουραστείς ή αν θα μείνεις για το πάρτυ. Οι Amplifier άλλωστε συμπλήρωσαν πάρα πολύ καλά αυτό το ρόλο.
Η πραγματική εμπειρία όμως του Arctangent Silent Disco τα έβαλε όλα στη θέση τους. Τέσσερα κανάλια, δύο με dj να παίζουν ζωντανά, ένα με ηλεκτρονική μουσική και ένα που.. έπαιζε σχεδόν αποκλειστικά Mars Volta (δεν αστειεύομαι ούτε λίγο, είναι inside joke του φεστιβάλ), άλλο χρώμα φωτισμό στα ακουστικά σου ανάλογα με το κανάλι που ακούς για να αναγνωρίζεις και να αναγνωρίζεσαι από τους ομοίους σου, κι αν έβγαζες για λίγο τα ακουστικά, το απόλυτο χάος από βραχνιασμένες κραυγές, καλές και λιγότερο καλές φωνές, τον κόσμο να χορεύει από breakdance μέχρι τσιφτετέλι. Στο μυαλό κάποιου όλα αυτά ίσως φανούν κάπως χαοτικά, μα η πραγματικότητα ήταν ένα πλήθος που περνούσε υπέροχα με γνωστούς κι αγνώστους, κι ένα ακλόνητο safe space από την solo κοινότητα που είχε στήσει το δικό της μικρό μαγαζάκι μέσα στο πάρτυ, ανοιχτό φυσικά για όποιο ήθελε. Μετανιώνω πικρά που δεν το έκανα και τις τέσσερις μέρες, αλλά ποια καλύτερη δικαιολογία για επιστροφή; Μετά την, με διαφορά, πιο χορευτική μέρα του φεστιβάλ, έπεσα για ύπνο με χαμόγελο, προετοιμάζοντας τον εαυτό μου συναισθηματικά και για τη βαρύτητα της μέρας που θα ακολουθούσε αλλά και για το γεγονός πως, ήταν η τελευταία.
Ημέρα 4η

Photo: Joe Singh, 2 Promoters, 1 Pod
Σίγουρη πια πως είμαι η μοναδική έλλην στον περίγυρο, υιοθέτησα αρχαίες τεχνικές Ικαριώτικου κάμπινγκ και σηκώθηκα με βαριά πέντε ώρες ύπνο και φραπέ καραβίσιο για το πρώτο μεγάλο γεγονός της ημέρας και οριακά με τις μπιτζάμες. Ανέφερα στο πρώτο μισό αλλά και στα κείμενα για το φεστιβάλ, την ύπαρξη του podcast "2 promoters, 1 pod", όπου ο διοργανωτής των Arctangent και 2000 Trees, James Scarlett, μαζί με τον καρδιακό του φίλο Gavin McInally, διοργανωτή του Damnation Festival, μιλούν για μουσική και τι άλλο; Φεστιβάλ. Και στα τρία φεστιβάλ, το εβδομαδιαίο επεισόδιο του podcast γίνεται ζωντανά, συχνά με καλεσμένους που αυτή τη φορά δεν ήταν άλλοι από τον Johannes Persson των Cult Of Luna και τη Julie Christmas. Το επεισόδιο κυκλοφορεί και μπορείτε να βρείτε εδώ, περιέχει όμως αρκετά inside jokes - σας προσκαλώ να το ακολουθήσετε όπως και το γκρουπ του στο Facebook για να τα γνωρίσετε καλύτερα.

Photo: Jez Pennington, Erotic Secrets Of Pompeii
Για το πρώτο συναυλιακό σλοτ της ημέρας, γύρισα να ντυθώ κανονικά, δυστυχώς βέβαια κατάλαβα πως η Sara Zozaya που έπαιζε είναι η ίδια Sara που συμμετείχε στον αγαπημένο δίσκο των Viva Belgrado, "Cancionero De Los Cielos". Πήρα βαθιά ανάσα όμως και προχώρησα προς τη Bixler stage, για να συναντήσω την νέα αγάπη που γνώρισα μέσα από το lineup του φεστιβάλ, δηλαδή τους Erotic Secrets Of Pompeii. Η γκρούβα του εναλλακτικού noise rock και η θεατρικότητα αυτού του σχήματος είναι άνευ προηγουμένου σε ηχογραφήσεις αλλά και τελικά ζωντανά. Ο νέος τους δίσκος θα κυκλοφορήσει αργότερα μέσα στη χρονιά και είμαι σίγουρη πως αν βρει το σωστό κοινό, θα κεντρίσει τις εντυπώσεις - με κομμάτια σαν το "Crowstepper", είναι αδύνατον να μην. Από περιέργεια και φεμινιστική αληλεγγύη χώρις να έχω εντρυφήσει ιδιαίτερα, πέρασα και από τη γειτονιά των Meatdripper στην PX3, για λίγο παραδοσιακό doom με άγγιγμα μάγισσας και ήταν σίγουρα η σωστή επιλογή.

Photo: Derek Bremner, Reclusé
Η πρώτη μου γνωριμία με τους Reclusé έγινε ελάχιστους μήνες νωρίτερα, στο Outbreak Festival όπου εμφανίστηκαν ξαφνικά συμπληρώνοντας ένα κενό. Η ύπαρξή τους όμως γενικότερα δεν είναι και πολύ μεγαλύτερη στο χρόνο. Μην τα πολυλογώ, έπαθα πλάκα την πρώτη φορά και ήθελα πάρα πολύ μια επανάληψη. Στους Reclusé συναντάμε τους Daniel Carter των Hexes και Bloodhound Gang αλλά και την Soren Bryce της προσωπικής της φήμης αλλά και του σχήματος των Tummyache. Στο πιάτο των Reclusé θα βρεις indie pop, alt rock, screamo και post-hardcore να συνυπάρχουν αρμονικά, με τη φωνή της Soren να τα μπλέκει λες και ανήκουν μαζί. Αυτές οι εκπληκτικές εμφανίσεις, προμηνύουν ένα ντεμπούτο για το οποίο ανυπομονούμε.
Οι υπόλοιπες ώρες κύλησαν λίγο παράξενα, αλλά και σοφώς ξεκούραστα, γιατί το σερί των τελευταίων ωρών του φεστιβάλ προμηνυόταν απαιτητικό. Η αρχή έγινε από μία στάση στην εμφάνιση των Forlorn. Εκεί που το σκοτάδι μπλέχτηκε με τη μελωδία και κάλεσε κάτι απόκοσμο στην επιφάνεια του πλανήτη. Έγινε ένα σύντομο πέρασμα από την Yokhai για να δούμε λίγο από τους Din Of Celestial Birds που ιδανικά θα θέλαμε να απολαύσουμε παραπάνω, η προκανονισμένη συζήτηση όμως με τους Pupil Slicer οδήγησε σε μια χαρμόσυνη μεσημεριανή στιγμή γεμάτη gaming αναφορές με την Kate Davies. Το μεσημέρι αυτό έληξε με ένα σύντομο πέρασμα από τους Leeched γιατί πρέπει να στηρίζουμε το θορυβώδες outsider, ειδικά αν πάνε χρόνια που δεν έχει ανέβει σε σκηνή. Και φυσικά φαγητό.

Photo: Derek Bremner, Oathbreaker
Θα το ομολογήσω πως αν δεν είχε προηγηθεί η εκ νέου μας συνάντηση μετά από δέκα χρόνια με τους Oathbreaker στο φετινό Roadburn, η τελευταία μέρα του φεστιβάλ και τα ονόματα που συγκεντρωνόντουσαν στο δεύτερο μισό της, ίσως και να ήταν υπέρ του δέοντος συναισθηματικά για μένα. Έχοντας φάει όμως την πρώτη κρυάδα και ανατριχίλα του να ζεις το "Rheia" από την αρχή, για τη συγκεκριμένη εμφάνιση ήμουν λίγο πιο έτοιμη. Υπήρξε κάποια μικρή καθυστέρηση, ωστόσο το συναίσθημα της βόμβας έτοιμης να εκραγεί είχε επιστρέψει, ίδιο και απαράλλαχτο με λίγους μήνες πριν. Η Caro, αυτή τη φορά στα λευκά, ξεσκίζει τις συλλαβές του "Second Son Of R" σαν φωτογραφίες που επαναφέρουν πληγωτικές αναμνήσεις. Ο ήχος διαχέεται στο Main Stage σαν αρρώστια. Στριφνός, αδιαπέραστος. Εκεί που δεν περιμέναμε το "Rheia" να ζωντανέψει και πάλι, τελικά αυτό κυρίευσε στην εμφάνιση, η οποία μάλιστα διεκόπη και λίγο πριν το τέλος της γιατί δεν μας έφτανε η ώρα. Πόσες φορές άραγε θεωρούνται πια πολλές, ώστε να σταματήσει ένας δίσκος να σου προσφέρει την ίδια κάθαρση; Ερώτηση που, γι’ αυτή τη μέρα, θα ξανατεθεί.

Photo: Carl Battams, Chat Pile
Σαν χαμένο κορμί, μετέβησα στην Bixler stage ακριβώς δίπλα και την έβγαλα κάτω. Η Darkher έδινε τη δική της μάχη με folklore τέρατα στη σκηνή, και να με συγχωρεί αν την αδίκησα αλλά και ήμουν λίγο στα χαμένα, και προετοιμαζόμουν για το που θα με οδηγούσαν νοητά οι υπολοιπόμενες τρεις εμφανίσεις που περίμενα όσο τίποτα. Έφυγα νωρίς, γιατί κάτι Αμερικάνοι χωριάτες κατάφεραν μέσα σε έξι χρόνια να διδάξουν πως, παρότι σινεφίλ σε βαθμό ίσως μεγαλύτερο απ’ ότι μουσικόφιλος, μπορείς να γράψεις την πιο προσβάσιμη άγρια μουσική. Η αγάπη μου για τους Chat Pile μετρά από το πρώτο τους μουσικό λεπτό. Είδα το άστρο τους, πόνταρα σε αυτό και κάθε χρόνο με δικαιώνουν όλο και πιο πολύ. Με το πλεονέκτημα στα χέρια μου να έχω αγαπήσει ήδη το νέο δίσκο "Who Loves The Sun" που κυκλοφόρησε προ λίγων ημερών, ήμουν έτοιμη για μια Chat Pile επανάληψη. Η χημεία των τεσσάρων τους είναι τερατώδης. Οι ερμηνείες του Raygun Bush είναι χειμαρρώδεις, πρωτόγονες οριακά, εν αντιθέσει με τα βαθειάς γνώσης αστεία του και αναφορών του επί των πιο παράξενων ταινιών που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ. Το "Pen Is Small" είναι ένα κομμάτι για live. Η απόδοση του "Why" ίσως μια από τις καλύτερες τους που είχα την τύχη να δω. Οι Chat Pile είναι το άγριο συγκρότημα του σήμερα, από μια διχασμένη Αμερική που τους χρειάζεται σαν δροσερό νερό. Θυσιάσα τα δύο τελευταία κομμάτια για να βρεθώ κάπου αλλού, κι αυτό θα το κατάφερναν μόνο ελάχιστα εν ενεργεία συγκροτήματα…

Photo: Joe Singh, TTNG
Θέλω να πω δεκατρία χρόνια πίσω, θέλω να πω μετά από εκείνη τη συναυλία των The Ocean στο Fuzz, αλλά ίσως και αυτά που λέω να μην είναι απολύτως ακριβή, σίγουρα όμως γυρνώντας από το Fuzz πριν πάνω από δέκα χρόνια, βρέθηκα σε ένα αυτοκίνητο με ανθρώπους που είχαμε κοινά μουσικά γούστα, μα πολύ διαφορετικές απόψεις για το τι σημαίνει επικοινωνία και ειλικρίνεια. Και στις παράξενες αναμνήσεις όμως, βασιλεύει και υπερνικά πάντα τις καταστάσεις η μουσική. Ανάμεσα σε πολλά πράγματα που γνώριζα και λάτρευα, θυμάμαι σαν χθες να ηχεί η κιθάρα του "Gibbon" και για λίγο ο χρόνος να παγώνει και να ρωτάω χωρίς να με ενδιαφέρει τίποτε άλλο, τι είναι αυτό που ακούω. Αυτή ήταν η γνωριμία μου με τους TTNG. Και από τότε υπάρχουν στιγμές που στο μυαλό μου το δικό τους "Animals", ηχεί λίγο μεγαλύτερο από αυτό των Floyd. Βαρύ, το ξέρω, αλλά για πάντα θα υπακούμε στην καρδιά.
Μετά από δέκα χρόνια αμφίρροπης παρουσίας (αλλά όχι διάλυσης), οι TTNG δραστηριοποιήθηκαν όχι μόνο για συναυλίες, αλλά και με το νέο τους EP "Juggling Moves (Beginner)", συνεπώς το timing δεν θα μπορούσε να ήταν καλύτερο. Το math rock βίωσε μια από τις μεγαλύτερες στιγμές του στο Yohkai stage και ο ήλιος, λες και το γνώριζε, αποφάσισε να δύσει ακριβώς εκείνη την ώρα αφήνοντας ένα επίχρυσο περίγραμμα στα δακρυσμένα κεφάλια που κοιτούσαν με θρησκευτική λατρεία τα αδέρφια Collis, τον Henry Tremain και τον Stuart Smith. Τέσσερα παιδιά (στην ψυχή πια καθώς, όλοι μεγαλώνουμε) που με τις πολυρυθμίες τους μας έκαναν να τραγουδήσουμε με κάθε μας πνοή τους εξίσου περίπλοκους στίχους τους: "perpetually perplexing the simple". Με νέα και παλιά αγαπημένη μουσική, ένα τεράστιο μουσικό απωθημένο είχε πλέον κατακτηθεί παρόλο που οι ελπίδες να γίνει αυτό ήταν λίγες. Μα όπως τα φέρνει η ζωή, ίσως αυτή η συνάντηση, να είχε και συνέχεια…

Photo: Joe Singh, Eivor
Μπορεί τους Pupil Slicer που ακολουθούσαν να τους υπεραγαπώ σε υπερθετικό βαθμό, κάτι μέσα μου όμως όπως φαίνεται ήταν σπασμένο. Έκατσα στην ακρούλα να τους δω, απολαμβάνοντας το μάλλον καλύτερο τους show που έχω πετύχει. Ένα αδάμαστο σύννεφο σκόνης από το δυναμικότερο mosh pit του φεστιβάλ είχε σηκωθεί στην ατμόσφαιρα. Η Kate χρόνο με το χρόνο ξεθαρρεύει πάνω στη σκηνή οδηγώντας το κοινό σε ακρότητες με λίγες μόνο νότες, ενώ τα νέα μέλη των Pupil Slicer έχουν δέσει σε απόλυτο βαθμό. Και πως βαράει έτσι αυτό το "Gordian"! Αξίζει να σημειωθεί πως ήταν απών ο ντράμερ και ιδρυτικό μέλος του συγκροτήματος, Josh Andrews, αλλά για τον καλύτερο λόγο από όλους, αφού προσφάτως έγινε μπαμπάς! Μιας που η εμφάνιση των Pupil Slicer θα κρατούσε λίγο λιγότερο από την παράλληλη της Eivor, αποφάσισα να πάω από νωρίς να την προλάβω λίγο. Θα την δώσω, παρά τα μόλις δέκα λεπτά που πέρασα εκεί λίγο παραπάνω χώρο, καθώς ομολογουμένως η Eivor κέρδισε όλο το φεστιβάλ. Ίσως το πιο αναπάντεχο και εκτός των αναμενόμενων επιλογών set του φεστιβάλ, η folk μουσική της Eivor και η φαντασμαγορική ποιότητα που κουβαλάει, ντυμένη με παραδοσιακά όργανα και άψογα εκτελεσμένα φώτα, κέρδισε τις εντυπώσεις κι έκανε τους πάντες να παραμιλούν. Την επόμενη φορά, της αξίζει να την απολαύσουμε με αποκλειστική προσήλωση.
Αν μου το έλεγε κανείς πως θα παίζανε δίπλα μου οι High On Fire και δεν θα πήγαινα να τους δω, θα σταυροκοπιόμουν ενώ δεν πιστεύω. Το ίδιο θα έκανα αν μου έλεγαν πως η A. A. Williams παίζει δίπλα μου κι εγώ βράχος να στέκομαι λίγο παραδίπλα (τουλάχιστον αυτή την άκουγα καθώς βρισκόταν στο αμέσως διπλανό stage). Με την ευτυχή συγκυρία όμως του να έχω δει δύο φορές πέρυσι τους High On Fire σε δυο καταιγιστικά lives, αλλά και τη δυνατότητα να απολαύσω την A. A. Williams στην Αθήνα, αφιερώθηκα σε έναν ιερό σκοπό: να κρατήσω τη μπροστινή μου θέση στο αποκορύφωμα όλων όσων είχαμε έρθει να δούμε αυτό το τετραήμερο.

Photo: Abbi Draper - Scott, Cult Of Luna & Julie Christmas
"This album was not supposed to be played live", έλεγαν οι Cult Of Luna και η Julie Christmas για το "Mariner", πριν δέκα χρόνια όπου κανόνισαν μερικές εμφανίσεις μετρημένες στα δάχτυλα, που το έπαιξαν στην ολότητα του. Με τις αναμνήσεις από την τιτάνια συναυλία του 2017 στην Αθήνα που συμπεριλήφθηκε σε αυτές τις λιγοστές εμφανίσεις ανεξίτηλες, ήξερα ένα πράγμα - η συγκεκριμένη εμπειρία θα σου αλλάξει τη ζωή και θα επαναπροσδιορίσει τι θεωρείς καλή συναυλία. Είναι ελάχιστοι οι άνθρωποι στον κόσμο που έχουν δει το "Mariner" ζωντανά πάνω από μια φορά. Η γνώση πως είμαι μία από αυτούς, με φουσκώνει από περηφάνεια. Σιγή εκκλησιαστικής λειτουργίας στο Main stage. Σιλουέτες ξεπροβάλλουν μέσα από τους καπνούς. Μια μάσκα που θυμίζει κράνος αστροναύτη, γεμάτη φώτα και κρυστάλλους, φέρει μαζί της μια σιλουέτα γνώριμη. Μια σιλουέτα γεμάτη υπογραφές τις οποίες η ίδια ζήτησε από τον κόσμο να τη γεμίσει γιατί, «τι είμαι εγώ να σας υπογράψω, υπογράψτε με κι εσείς», όπως είπε το πρωί στο podcast, αποδεχόμενη την συναισθηματική σύνδεση που τελικά προσφέρει αυτή η υπογραφή. Μαζί τους, οι πρώτες νότες του "A Greater Call" παγώνουν την ατμόσφαιρα.
Αν έπρεπε να περιγράψω σε κάποιον που δεν έχει ακούσει ποτέ αυτό το δίσκο, πως είναι να τον βιώνεις ζωντανά, τότε θα το παρομοίαζα με μια βουτιά σε θάλασσα και η συνειδητοποίηση πως το βάθος τελικά, είναι πέρα των αισθητηριακών σου ορίων. Ή σαν να επιβαίνεις σε ένα διαστημόπλοιο και να ξεμένεις στο άπειρο σύμπαν, αναπνέοντας με οξυγόνο μεν αλλά χωρίς καμιά ιδέα του πόσο ακόμη μπορείς να αντέξεις κι αν αυτό τελικά είναι το τέλος. Η ερμηνευτική δεινότητα της Julie Christmas έχει εξυμνηθεί και από ανθρώπους με μηδενική επαφή με τη μουσική της. Η βαθιά γυναικεία της αγωνία μέχρι τα παιδικά της αθώα γρυλίσματα, καταλαμβάνουν το χώρο σαν φαντάσματα. Η αδελφή μουσική ψυχή που έχει βρει στον Johanes Persson έχει αποδειχθεί ως σήμερα ποικιλοτρόπως, κι αυτό μεταφράζεται με απόλυτη ακρίβεια στην επιστροφή στο "Mariner". Ακόμη περισσότερο, η τιτάνια μεγέθυνση των ζωντανών εμφανίσεων των Cult Of Luna την τελευταία τριετία, έκαναν όλο το πλαίσιο μεγαλύτερο. Τόσο που η φωνή του κοινού "You have to spit to see the shine" κατά τη διάρκεια του "The Wreck Of S. S. Needle", μπορούσε να σηκώσει τσουνάμι κι ας απείχε χιλιόμετρα από τη θάλασσα.

Photo: Jez Pennington, Julie Christmas
Τριγύρω, άνθρωποι στο δικό του κόσμο, να ξαναζούν τις προσωπικές τους μάχες μέσα στο κεφάλι τους. Για το επόμενο σχεδόν μισάωρο, τα "Approaching Transition" και το αξεπέραστο "Cygnus", απλώνονται για να πουν το τελευταίο αντίο στο Fernhill Farm. Για να ξεθάψουν μια ζωντανή παράσταση που κάποιοι νόμισαν πως θάφτηκε μια για πάντα, μα ποιο πλάσμα της νύχτας πεθαίνει πραγματικά αν δεν του καρφώσεις έναν πάσσαλο στην καρδιά; Σε κάθε βρυχηθμό του Johaness, σε κάθε κίνηση του σώματος της Julie, η αλήθεια του "Mariner" δεν μειώθηκε ούτε λίγο αν ήταν η δεύτερή σου φορά. Μία, Δύο, Δέκα, εκατό. Αν ήξερα πως κάθε δέκα χρόνια, θα βλέπαμε ζωντανά το "Mariner", θα ήταν αρκετό κίνητρο για να αντέξω άλλη μια δεκαετία. Φήμες λένε πως οι Battlesnake που έκλεισαν ολοκληρωτικά τις ζωντανές εμφανίσεις για το φεστιβάλ στο δικό τους Silent Disco ήταν υπέροχοι, η πολύ πρωινή μου πτήση αχάραγα όμως με έστειλε να μαζέψω το σπίτι μου και να φύγω άμεσα, αφού πρώτα βέβαια ονειροπόλησα σχετικά με το τι μου συνέβη σήμερα και συνειδητοποιώντας πως βίωσα μια από τις καλύτερες μουσικές εμπειρίες της ζωής μου.
Αντί επιλόγου
Μιας που συνηθίζουμε να κλείνουμε έτσι τις ανταποκρίσεις μας για τα πολυήμερα φεστιβάλ, θα διατηρήσω την παράδοση και θα πω δυο ακόμη λόγια. Είναι μεγάλη υπόθεση να είσαι ανεξάρτητο φεστιβάλ που στηρίζεται κατά βάση σε μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, εθελοντές και την αγάπη του κόσμου για να επιτύχεις τέτοια αναγνωρισιμότητα και ποιότητα σε όλες τις φεστιβαλικές πτυχές. Το Arctangent Festival, με ένα αριστοτεχνικά δομημένο για τους λάτρεις της παράξενης σκληρής μουσικής lineup, σεβασμό σε ανάγκες, ήχο και καθαριότητα, και πολλές πρωτοβουλίες φιλικές προς το περιβάλλον, έχει στήσει ένα χωριό που καταλαβαίνεις εντός μόλις μίας ώρας από την παρουσία σου εκεί, γιατί οι Βρετανοί το αγαπούν τόσο πολύ. Εμένα το πάθος μου είναι να ανακαλύπτω τέτοια μέρη, τέτοιες κοινότητες και τέτοιους ανθρώπους. Να μοιραζόμαστε στιγμές, και να κρατώ τις ιστορίες για να τις διαδώσω, ώστε να καλέσω κι άλλο κόσμο να μοιραστεί μαζί μας.
Ζούμε σε μια δύσκολη εποχή. Βίαιη, αδιάφορη, πολεμική. Μέσα όμως στη μιζέρια, το θάνατο και την κακία, ο σκληρός ήχος πέτυχε την τελευταία δεκαετία να αρχίσει την εσωτερική του αλλαγή. Να γίνει περισσότερο συμπεριληπτικός, είτε στις ταυτότητες των καλλιτεχνών που τον απαρτίζουν, είτε στο κοινό που προσελκύει, κι επιτέλους, χτίζοντας ασφαλείς χώρους. Δεν δύναμαι να σου εγγυηθώ ότι δεν θα υπάρξουν ο ένας, δύο, τρεις, παράξενος ή ακόμη και παρεμβατικός (με οποιονδήποτε τρόπο) σε ένα χώρο σαν το Arctangent festival. Ξέρω όμως ότι εκείνος θα έχει άμεσα πρόβλημα αν επιδείξει τέτοια συμπεριφορά, κι αυτό που τη δέχεται άμεση προστασία. Όπως ανέφερα ξεκινώντας την ανταπόκριση, έκανα αυτό το ταξίδι ως μόνη γυναίκα ταξιδιώτης και δεν ένιωσα ούτε μισό λεπτό άβολα, δύσκολα ή ακόμη χειρότερα, μη ασφαλής. Κι αυτό θέλει προσπάθεια.
Μπορεί το Fernhill Farm να αποχαιρετίστηκε από το Arctangent για στερνή φορά, πάμε όμως για κάτι νέο, πιο μεγάλο, πιο όμορφο. Όσο τα πράγματα διατηρούνται ως έχουν, εμένα θα έχει την αμέριστη στήριξη και παρουσία μου. Μια στήριξη που δεν έρχεται μόνο από εμένα, αλλά και από άλλους διοργανωτές εντός κι εκτός χώρας. Μια υπενθύμιση ότι αν δεν έχεις αλληλεγγύη μεταξύ άλλων που θα μπορούσαν να είναι ανταγωνιστές, τότε η αλληλεγγύη σου είναι κάπως καπιταλιστικά δηλητηριασμένη. Έχουμε τη δύναμη για πρωτοβουλίες όπως ένα φεστιβάλ γεμάτο σεβασμό και επικεντρωμένο λίγο περισσότερο γύρω από την εμπειρία, παρά την έντονη έμφαση στη μουσική. Και αυτό δεν ισχύει μόνο για τη φεστιβαλική σεζόν. Να αγαπάτε, να μοιράζεστε και να ζητάτε βοήθεια, όταν οι καιροί μας σας παίρνουν από κάτω. Έχουμε μόνο ο ένας τον άλλον και την τέχνη μας.
