Πιστεύει ακράδαντα ότι υπάρχουν μόνο δύο είδη μουσικής, η καλή και η κακή. Σχολιάζει και από τα δύο στις σελίδες του Rocking.gr, αν και οι κακές γλώσσες λένε ότι γράφει κυρίως για ό,τι είναι ή μοιάζει...
Robben Ford
Two Shades Of Blue
Αποδεικνύει γιατί είναι ένας από τους «μεγάλους», όμως η σειρά των συνθέσεων αφαιρεί από κάτι που θα μπορούσε να είναι μία κορυφαία κυκλοφορία
Όταν η παλιά γενιά bluesmen φύγει από αυτόν τον κόσμο (Buddy, για σένα λέμε ουσιαστικά), o Ford θα πρέπει δικαιωματικά να πάρει τη θέση τους στην πρώτη σειρά των ιερών τεράτων αφού έχει και τη σταδιοδρομία και το ρεπερτόριο να το υποστηρίξει. Όντας διάσημος για το πόσο άνετα μπορεί να νιώθει τόσο στα blues όσο και στην jazz (και διάφορα άλλα παρεμφερή είδη) κάθε νέος δίσκος του είναι ένα ερωτηματικό ως προς το ποια κατεύθυνση θα ακολουθήσει. Ομολογουμένως, στο "Two Shades OF Blues" είναι ξεκάθαρα «ο εαυτός του», με όλα τα funky blues αλλά και funky fusion στοιχεία που έχουμε αγαπήσει, με μία συγκεκριμένη επιλογή στη δομή του δίσκου, όμως, που δεν είναι σίγουρο ότι βγαίνει υπέρ του.
Έτσι λοιπόν όπως ίσως και ο τίτλος υπονοεί, χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο έχει τραγούδια, δηλαδή ακούμε τη φωνή του πάνω σε ενορχηστρώσεις που περιλαμβάνουν έντονη παρουσία πνευστών. Αναμενόμενα, από δίπλα έρχεται το ουσιαστικότατο κιθαριστικό του παίξιμο, εντυπωσιακό και εμπνευσμένο χωρίς να διεκδικεί αφύσικα τους προβολείς. Αυτή η πλευρά του δίσκου μας δίνει ίσως και την καλύτερη στιγμή του, με το εναρκτήριο "Make My Own Weather" να είναι ένα δυνητικά κλασσικό κομμάτι του ρεπερτορίου του από τούδε και στο εξής, και να μπορεί να σταθεί στον κατάλογό του επάξια δίπλα στα "Talk To Your Daughter" και "How Deep In The Blues (Do You Want To Go)" για παράδειγμα. Η κλασική hard rocking μπλουζιά του "Black Night" ακολουθεί από κοντά, ενώ το "Perfect Illusion" είναι μελωδικότατο αλλά και υπερβολικά γυαλισμένο και ενήλικο. Την τετράδα συμπληρώνει μια διασκευή στο "Jealous Guy", όπως την ακούσαμε και όσοι τον είδαμε ζωντανά πρόσφατα, που είναι καλή αλλά όχι αξιομνημόνευτη.
Το άλλο μισό αποτελείται από απολύτως instrumental συνθέσεις όπου φυσικά η κιθάρα πλέον είναι απόλυτος πρωταγωνιστής. Πιθανόν αυτό το μέρος του δίσκου να προέρχεται από μία αρχική ιδέα που τον ήθελε να είναι κάτι σαν αφιέρωμα στον μακαρίτη Jeff Beck. Βγάζει νόημα, και ειδικά το "Fire Flute" έχει ακριβώς αυτόν τον jazz fusion ήχο για τον οποίο έγινε διάσημος ο τεράστιος Βρετανός κιθαρίστας και αποτελεί άξιο φόρο τιμής. Και το "Two Shades Of Blue" κατακλύζεται από παρόμοιο συναίσθημα σε πιο blues στυλ όμως και αμφότερα αποτελούν τις έτερες ξεχωριστές στιγμές του δίσκου που επιβεβαιώνουν το δικαιολογημένο status του Ford. Τα δύο τελευταία instrumental που κλείνουν την οκτάδα παίζουν το ένα σε παρόμοια Beck-ικά μονοπάτια ("The Light Fandago") και το άλλο σε πιο funky καταστάσεις ("Felling’s Mutual") με τα πνευστά να επανέρχονται. Παρότι και τα δύο πολύ καλά, δεν είναι αυτά για τα οποία θα επιστρέψει κάποιος στο "Two Shades Of Blue".
Με τελική σούμα τέσσερα πανέμορφα κομμάτια και τέσσερα πολύ καλά, θα έλεγε κάποιος ότι πρόκειται για μία κορυφαία κυκλοφορία, σωστά; Όχι ακριβώς. Κι αυτό διότι παρότι ξεχωριστά όλα τα τραγούδια είναι μεγάλης έως και τεράστιας αξίας, το σύνολο κάπου κολλάει και εν τέλει αυτό μάλλον εντοπίζεται στην λάθος επιλογή να μοιραστούν σε δύο τόσα διακριτά μέρη. Θα ήταν προτιμότερο αν τα τραγούδια και τα instrumental ήταν καλύτερα αναμεμιγμένα και η ροή βελτιωμένη. Τώρα η αίσθηση που μένει ολοκληρώνοντας τη συνολική ακρόαση, είναι σα να ακούσαμε δύο διαφορετικούς δίσκους και μάλιστα με τον καθένα από τους δύο από μόνο του να φαίνεται να έχει αφήσει μία υπόσχεση στη μέση. Είναι κρίμα γιατί ο Ford είναι και συνθετικά και ερμηνευτικά σε μεγάλα κέφια, όλα τα υλικά υπάρχουν και το μόνο μειονέκτημα προκύπτει από την ιδέα να δώσει τόσο διακριτούς ρόλους σε κάποια από τα κομμάτια του. Σε κάθε περίπτωση όμως αυτό δεν μπορεί να αναιρέσει ότι πρόκειται για μία εξαιρετική δουλειά, ίσως την καλύτερή του εδώ και χρόνια.
