Χαμένος ανάμεσα σε όρια και συναρτήσεις αναζητά το σταθερό του σημείο στη μουσική που ακούει. Θαυμαστής μοναχά της μελωδίας, αδιαφορεί μεν για το είδος του πλαισίου που την παρέχει, όχι όμως και για...
Periphery
A Pale White Dot
Metalcore; Metalcore έχω και στο συρτάρι μου. Έφυγες!
Άργησα πολύ να εκτιμήσω τη μουσική των Periphery. Ενώ τσέκαραν πολλά από τα στοιχεία που ταιριάζουν στα θέλω μου, μου ακούγονταν κάπως περίεργα τα φωνητικά του Spencer και δυστυχώς δε με άφηναν να συνδεθώ μαζί τους. Χάνοντας αυτήν όμως τη σύνδεση τελικά δεν μπορούσα να απολαύσω το μουσικό τους βάθος, τον έντονα πειραματικό και αναπτυσσόμενο χαρακτήρα τους, το ταλέντο τους και τις τόσο πρωτοποριακές όσο και εμφατικές τους προτάσεις.
Τελευταία έχω ασχοληθεί όμως πολύ πιο σοβαρά με το υλικό τους, στο σύνολο της δισκογραφίας τους, και έχουν ανέβει αρκετά στις playlist μου. Ειδικά δίσκοι όπως το "Periphery II: This Time It's Personal" (το καλύτερό τους αν με ρωτάτε), "Periphery III: Select Difficulty" (το πιο άμεσο και προσβάσιμο, με εξαίρεση το καινούργιο) αλλά και το τέσσερα και το πέντε, έχουν μεγάλη αξία για το σύγχρονο, μοντέρνο, προοδευτικό metal. Μάλιστα και στις υπόλοιπες δουλειές τους υπάρχουν κομμάτια υπέροχα που ξεχωρίζουν, άκου για παράδειγμα το τρομερό "The Bad Thing" και το ομώνυμο από το "Juggernaut: Omega" ή το "Icarus Lives" από το πρώτο. Γενικά η μπάντα έχει μια πολύ ποιοτική δισκογραφία με μερικά άλμπουμ πραγματικά τρομερά. Μπορεί να έφτανα ακόμα και στο σημείο να πω ότι είναι μάλλον υποτιμημένοι στο στερέωμα του σύγχρονου metal, αλλά όταν είδα τον χαμούλη που έγινε στο live τους στο Βέλγιο, κατάλαβα ότι έξω τους εκτιμούν πολύ περισσότερο απ' ότι νόμιζα. Παρεμπιπτόντως έσπειραν live, κι ας έλειπε ο τρίτος κιθαρίστας τους, Jake Bowen.
Πάμε τώρα στο νέο άλμπουμ όμως, το "A Pale White Dot". Θα ξεκινήσω λέγοντας ότι μετά από αρκετές ακροάσεις δεν έχω εντυπωσιαστεί καθόλου με τη στροφή που έκαναν στο ύφος τους, για να μην πω ότι απογοητεύτηκα. Αλλά ας το πάρουμε λίγο βήμα βήμα. Ο δίσκος ανοίγει με το "Obsession", ήπια μελωδικά μέρη που εναλλάσσονται με ξεσπάσματα. Ok, αλλά οι κιθάρες είναι ψιλό ανούσιες. Ένα εντελώς basic riff που δεν προκαλεί ενδιαφέρον παρά μόνο δυνατό ήχο. Ότι σώζεται από το τραγούδι είναι λόγο της ενέργειας που βγάζει αλλά και, παραδόξως θα επανέλθουμε σε αυτό, από τα φωνητικά του Spencer. Ok όμως πρώτο κομμάτι είναι δε θα είμαστε αυστηροί.
Εκεί που γίνονται πιο ξεκάθαρα τα πράγματα είναι στο "Talk". Η ταυτόχρονη προσπάθεια να δουλέψουν πάνω σε ένα μισό-τεχνικό, μισό-djenty riff και ένα απόλυτα απλοϊκό, wanna be memorable, modern pop-core ρεφρέν δυστυχώς αποτυγχάνει. Και δείχνει σαφή προσανατολισμό. Στη μελωδική πλευρά οι Architects το έκαναν καλύτερα (στο "Elegy" π.χ.), στα riff το έκαναν πολύ καλύτερα οι ίδιοι οι Periphery, σε κάθε προηγούμενη δουλειά τους. Θα μου πεις τώρα, δεν είχαν πάντα μελωδικά ρεφρέν που έσπαγαν τον καταιγισμό από τις κιθάρες τους; Ναι, αλλά πρώτων τα μελωδικά τους μέρη είχαν άλλη αφετηρία, πιο κοντά στους Protest The Hero, τους Coheed And Cambria και τους Paramore παρά στο σημερινό εμπορικό metalcore, ενώ ταυτόχρονα ο καταιγισμός από κιθάρες δεν είναι πια καταιγισμός.
Ακούγοντας το single, και video, "Heaven On High" ας πούμε συναντάς την εξής, άγαρμπη, αντίθεση: τα πρώτα 40 περίπου δευτερόλεπτα έχουν πολύ ενδιαφέρον, με φαντασία, funk και πολύ ωραίο riff που αλλάζει ανάμεσα σε διαφορετικά είδη με απρόσμενο τρόπο. Μετά όμως περνάει σε συνεχόμενα χιλιοπαιγμένα metalcore θέματα, που ναι μωρέ διασκεδαστικά είναι, αλλά τα έχουμε ακούσει πολύ και σε σαφώς καλύτερες εκδοχές. Από το solo μέχρι και το breakdown δε, το κομμάτι ανεβαίνει τρία επίπεδα τουλάχιστον. Σα να γράφουν δυο μπάντες μαζί ένα πράγμα.
Ευτυχώς υπάρχουν και πολύ καλά κομμάτια στο δίσκο. Το "Subhuman" ας πούμε που είναι μια ολομέτωπη επίθεση προς το υπόλοιπο άλμπουμ, με ένα τεράστιο wall of sound που όμως υποστηρίζεται από ιδιαίτερα timings, δυσαρμονίες και riffάρες. Ο Will Ramos έχει επιστρατευτεί με ουσιαστικό τρόπο εδώ, σε μια πετυχημένη συμμετοχή. Το "Malevolent" επίσης είναι αψεγάδιαστο! Σκοτεινή ατμόσφαιρα, βαριά riff, περίεργα μετρήματα, σημεία που δίνουν το κάτι παραπάνω, two step πανκάδικα ξεσπάσματα και απρόσμενες λεπτομέρειες που πηγαίνουν μέχρι τους σύγχρονους Leprous. Το ότι λείπει το breakdown μάλιστα, ενώ ακροβατεί συχνά ανάμεσα στη ροή και το πέρασμα σε σπάσιμο, το κάνει ακόμα πιο απρόβλεπτο και του δίνει πόντους (προς θεού δεν εννοώ ότι είναι κακά τα breakdown, απλά δε χρειάζεται να είναι παντού). Ξεχωρίζει επίσης το "Neon Valley", όπως και κάποιες διάσπαρτες στιγμές στο δίσκο - ας πούμε το solo στο "Everyone Dies Alone" (που κατά τα άλλα ακούγεται σα να το έγραψαν σε συνεργασία με τον Jordan Fish) ή κάποια σημεία στο "Mr God".
Από την άλλη όμως υπάρχουν πολλά και σοβαρά προβλήματα, που μάλιστα δεν περιορίζονται μόνο σε συγκεκριμένα κομμάτια. Το "Blackwall" είναι από μόνο του αδιάφορο καθώς περιμένεις σε όλο το κομμάτι ότι κάτι θα συμβεί και τελικά απλά τελειώνει. Αλλά ταυτόχρονα σκοτώνει τη ροή του δίσκου. Όταν μπαίνει νιώθεις ότι πραγματικά έχει ενεργοποιηθεί το shuffle! Σβήνει απότομα την καύλα από το "Subhuman" ενώ λόγο της υπερδιέγερσης που έχει προκαλέσει η ενέργεια του προηγούμενου αργείς πολύ να ενταχθείς στο πλαίσιο αυτού του κομματιού, έτσι δημιουργείται απόσταση ανάμεσα στο κομμάτι και το ακροατό που δε βοηθάει. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με το "Carry On", που είναι βαρετό, με άψυχες φωνητικές γραμμές/ερμηνείες στα ήπια μέρη, ενώ ταυτόχρονα έρχεται κι αυτό μετά το φοβερό "Malevolent" να σπάσει την πώρωση. Εδώ βέβαια να πούμε ότι ο frontman της μπάντας έχει κάνει πολύ σοβαρή πρόοδο στις ερμηνείες και τον τρόπο που τραγουδάει, κι αυτό είναι από τα πιο θετικά points που βρήκα.
Λοιπόν το "Pale White Dot" είναι ένας modern metalcore δίσκος που στα καλά του σημεία γίνεται πολύ καλός. Πάσχει όμως σε ροή, προβλεψιμότητα μέσα στο αυτόνομο πλαίσιο του κάθε κομματιού (κάτι που γίνεται πιο ενοχλητικό όταν μιλάμε για τους Periphery), έχει πολλά forgettable σημεία και λίγα που θα ξεχωρίσουν. Τώρα αν τον δίσκο τον ακούσει κάποιο 148 φορές προφανώς και θα μάθει απ’ έξω όλα τα κομμάτια, αλλά ένας δίσκος που θέλει να είναι πολύ accessible, σταματώντας μάλιστα στα 47 λεπτά, αν χρειάζεται ένα σκασμό ακροάσεις για να σου μείνει έχει αποτύχει. Δεν είναι ότι δε σου κολλάει γιατί είναι σύνθετος και πολυεπίπεδος, δε σου κολλάει (το μεγαλύτερο μέρος του τουλάχιστον) γιατί απλά δεν τα καταφέρνει - ενώ το προσπαθεί.
Το να βρίσκουμε τους Periphery να μοιάζουν με άλλες δέκα, τουλάχιστον, μπάντες που ακούσαμε τα τελευταία πέντε χρόνια, που το metalcore με pop προσανατολισμό ζει μια τρελή έκρηξη, δεν είναι καλό. Είναι μετριότητα. Μέσα στην μετριότητα αυτή βέβαια είναι καλύτεροι από την πλειοψηφία του χώρου που αποφάσισαν πλέον να κινηθούν, αλλά ναι οι Periphery είναι, αυτό είναι το πιο κάτω που μπορούν.
