Boards Of Canada

Inferno

Warp (2026)
Σε μια από τις πιο καθηλωτικές στιγμές της καριέρας τους, oι Βoards of Canada κατεβαίνουν στην κόλαση αναζητώντας το νόημα.
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Στην εποχή της συνάφειας (relevance) και των τάσεων, στην ψηφιακή καθημερινότητα αλγορίθμων που αδηφάγα απαιτούν κάτι νέο για κατανάλωση κι έπειτα το εξαφανίζουν από τις αρχικές μας με όρους μνήμης χρυσόψαρου, οι επιστροφές δεν σπανίζουν. Αυτή η, κατά τον Μαρκ Φίσερ, φρενίτιδα της διαρκούς κίνησης είναι ένα δείγμα πολιτισμικής στασιμότητας, μέσα στο οποίο η δεκατριάχρονη σιωπή των Boards of Canada, όσο και η κρυπτική επάνοδός τους μοιάζει παράταιρη. Ίσως γι’ αυτό και η επιστροφή τους να κατάφερε όχι μόνο να ξεφύγει από την ελώδη δημιουργική συνθήκη, αλλά να χτίσει έναν (δικαιολογημένο) πανικό που ξεκίνησε στα μέσα Απριλίου - με την κυκλοφορία του αινιγματικού "Tape 05", κράτησε έως την επίσημη κυκλοφορία του "Inferno" τις τελευταίες ημέρες του Μαΐου και διατήρησε την μετάδοση του ήχου τους ως σταθερή παρουσία μέσα στο καλοκαιρι.

Σημαντικό ρόλο βέβαια έπαιξε ο τρόπος με τον οποίο επελεξαν να επανασυστηθούν oι αδελφοί Mike Sandison και Marcus Eoin. Αινιγματικές αφίσες, glitch αναπαραστάσεις και πυρακτωμένα εξάγωνα ως άλλοι ήλιοι - ένα θεμέλιο σχήμα στο σύμπαν τους - έστησαν ένα παιχνίδι αποκωδικοποίησης το οποίο μας καλούσε να αποφασίσουμε περί τίνος πρόκειται και κατά πόσο θα ανταποκριθούμε. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις - ειδικά στο reddit - που οι εκτιμήσεις άγγιζαν επίπεδα Pepe Silvia. Κάπως έτσι, εξάλλου, λειτουργεί ο κόσμος των Σκωτσέζων εδώ και δεκαετίες, όπου "Μusic is Math", το τι λειτουργεί ως ψυχοτρόπο γίνεται θολό, και οι συχνότητες, η χρήση συγκεκριμένων ηχογραφήσεων, η οπτική τους ταυτότητα βρίθουν υπόρρητων μηνυμάτων.

Το "Inferno", όπως αποκαλύπτουν τα πρώτα δευτερόλεπτα των synthesizer του "Introit", δεν συνοδεύεται από κάποια θεαματική απόρριψη της μουσικής γλώσσας των Boards of Canada. O πυρήνας της διατηρείται όπως χτίστηκε το 1998 και έγινε ο οδηγός μας σε ηλεκτρονικά αστρικά ταξίδια, είτε μιλάμε για την αναλογική ονειρικότητα και ψυχεδέλεια του "Music Has The Right To Children" ή το σκοτάδι του "Tomorrow’s Harvest". Η ομορφιά της νέας φάσης που ξεδιπλώνουν στη μία ώρα και δέκα λεπτά της πέμπτης, πρόσφατης κυκλοφορίας τους - και εν τέλει η δυναμική της επανεμφάνισής τους, βρίσκεται στην μετατόπιση εντός του ηχητικού τους σύμπαντος. Σε έναν (μουσικό) κόσμο που διαμορφώθηκε καταλυτικά από τους ίδιους - και κατ’ επέκταση ακούγεται όπως αυτοί - το ντουέτο καλείται να αντιπαρατεθεί με την ίδια του την κληρονομιά.

Στο "Inferno" το σκοτάδι είναι εμφατικά παρόν, ωστόσο περνάει σε ένα διαφορετικό βάρος, το οποίο μοιράζεται τόσο στον εντονότερο ρυθμό όσο και το αέρινο στοιχείο, ταξιδεύει τόσο στα highlands, όσο και στις αμμουδερές παραλίες εν μέσω θέρους. Ο ήχος είναι στα γνώριμα lo-fi μοτίβα ωστόσο εντυπωσιακά καθαρός, οριακά τρισδιάστατος. Τα beats έχουν μια έμφαση που παραπέμπει στις εποχές "Geogaddi", ενώ τα επίπεδα των συνθέσεων πληθαίνουν: οι κιθάρες αποκτούν οριακά goth χροιά, τα κρουστά εμφανίζονται με tribal, ξερές και διαπεραστικές αποχρώσεις και τα συνθς απλώνονται μέσα από σπειροειδείς μελωδίες.

Όλα τα παραπάνω χαρίζει ήδη από τις πρώτες ακροάσεις η καταβύθιση στη συνέχεια των "Prophecy at 1420 MHz", "Hydrogen Helium Lithium Leviathan" και του μαγικού "Age Of Capricorn". Κάπου εκεί, ανάμεσα στην απόκοσμη θεϊκή φωνή του vocoder, τις παραμορφωμένες κιθάρες, τη γραμμή του υδρογόνου (που έχει τη δική της ξεχωριστή θέση στην ιστορία της αναζήτησης εξωγήινης επικοινωνίας) και στις αναφορές στον Νοστράδαμο, τον Αντίχριστο, τον μυστικισμό, αλλά και τον γραφικό χριστιανισμό των τηλεευαγγελιστών, γεννιούνται δύο διαδρομές σκέψης. Η πρώτη αναγνωρίζει και τις προβληματικές. Άραγε, αποτυπώνεται έτσι η κόλαση του πραγματικού ή κινδυνεύει το "Inferno" ως σύνολο να δημιουργήσει ένα occult moodboard που δεν έχει τίποτα να πει;

Η δεύτερη αναρωτιέται αν το σύμπαν που ανοίγουν κάθε φορά στα πόδια μας οι Boards of Canada ενέχει ένα "όλον", ώστε συνειδητά μέσα στην πολυφωνία του να μείνει εν τέλει κάτι άλλο, πολύ πιο σιωπηλό. Στην ιδιαίτερη και άβολη στιγμή - τουλάχιστον για την γράφουσα - του "Father and Son" ένας πραγματικός διάλογος διαλύεται ηχητικά αλλά και νοηματικά - ο προσηλυτισμένος γιος ενσωματώνεται σε ένα παραληρηματικό beat, απομακρυνόμενος από έναν πατέρα/συνομιλητή με μια γλώσσα ξένη πια γι’ αυτόν, μεταλλική και παραμορφωμένη. Η επικοινωνία έχει χαθεί, ακόμη κι αν δυο μέρη φαινομενικά μοιράζονται τόσα. 

Σε έναν δίσκο που ήδη από τον τίτλο του καλεί σχεδόν αναπόφευκτα την εικόνα της κατάβασης, τις πιο σκοτεινές του στιγμές σηματοδοτούν σημεία όπως το "Naraka" - η σανσκριτική ονομασία του κόσμου της Κόλασης. Εδώ τα pads έχουν τον πρώτο λόγο και συναντούν τα κρουστά αλλά και μια λατρευτικού τύπου χορωδία, που αφήνεται στην αμφιθυμία ανάμεσα στο εκστατικό και το απειλητικό. Το "Memory Death" - τοποθετημένο ακριβώς στα μισά των 18 κομματιών - έρχεται ως συμβολικός θάνατος αυτής της διεργασίας. Μια απόλυτα λιτή δομή, ambient και με αργές νότες που συνοδεύονται από έναν τόνο που παραπέμπει σε καρδιογράφο και τις ηχογραφήσεις μιας ανάσας που χάνεται.

Από εδώ και πέρα, το "Ιnferno" μετασχηματίζεται. Το "Ιnto The Magic Land" φαινομενικά ανοίγει τον δρόμο, αλλά το "Blood In the Labyrinth" δίνει στην ακρόαση οριακά μια χωρική διάσταση. Οι συντεταγμένες τώρα έχουν αλλάξει, το φως φαίνεται αλλά δεν προσφέρεται καμία εύκολη διέξοδος. Το σιτάρ σε εναλλαγή με ψιθύρους και φωνές που αναδύονται φευγαλέα χτίζουν μια αρχιτεκτονική που γίνεται αντιληπτή σωματικά και βαθύτερα υπαρξιακά. Ίσως, συνομιλώντας με την παραπάνω διαδρομή σκέψης, δημιουργούν το έδαφος για να ανθίσει το "Deep Time" (το αινιγματικό Tape 05 που λέγαμε). Στην πιο συγκινητική στιγμή του δίσκου, δίνεται όλος ο χώρος του κόσμου, πατώντας σε έναν γεωλογικό χρόνο ασύλληπτο. Όλα εντός του φαντάζουν ασήμαντα, μικρά, και κάθε άρπισμα των ορχηστρικών συνθέσεων που αναπτύσσονται μέσα στο ambient ηχοτοπίο λειτουργούν ως μικρές ψηφίδες παρουσίας.

Mέσα από αυτή τη στιγμή μιας μακάριας ηρεμίας, εμφανίζεται πολύμορφα η ένταση, είτε πρόκειται για το γρήγορο tempo του "Arena Americanada", είτε με την γλυκιά στροφή στα αιθέρια synthesizer του "You Retreat in Time and Space". Και κάπου εκεί οι χρονικές συμπτώσεις των ακροάσεων του δίσκου με μια προβολή του "Project Hail Mary" ξεκλειδώνουν μια επικοινωνία πολύτιμη. Η απειλή του αφανισμού, η κόλαση του παρόντος είναι ζοφερά σενάρια που μπορούν να ανατραπούν από την δυναμική της συνάντησης με τον "Άλλο", τη δημιουργία ενός κοινού κώδικα. Ο καρδιακός παλμός στο κλείσιμο που φέρνει το "Ι Saw Through Platonia" δείχνει να συνηγορεί, βάζοντας ως κατακλείδα την ίδια την ζωή, εμμένουσα και δειλά αισιόδοξη.

Μετά από 13 χρόνια, οι Σκωτσέζοι δεν προσφέρουν καμία εύκολη απάντηση, μας δίνουν όμως ένα μεγάλο ερώτημα που θα μένει και θα μας κάνει να επιστρέφουμε στον δίσκο τους. Μέσα από τα σήματα, τις προφητείες και τον χρόνο που απλώνεται στις λούπες του "Inferno" επιμένουν να εκπέμπουν, έχοντας διατηρήσει την ικανότητα να προσεγγίζουν τόσο την πολυπλοκότητα του σύγχρονου συγκείμενου όσο και την επιστροφή στην μαγική απλότητα της ύπαρξης.

Bandcamp

 

  • SHARE
  • TWEET