Steve Hackett & Steve Rothery

The Roaring Waves

Inside Out (2026)
Από τον Χρήστο Καραδημήτρη, 28/08/2026
Μια ιδιαίτερη συνεργασία μεταξύ δυο θρύλων της κιθάρας, η οποία εμπνέεται από αγριεμένα νερά, χωρίς όμως να τα ταράζει
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Άραγε η πιο νέα γενιά ακροατών της rock μουσικής να αναγνωρίζει τα ονόματα των Steve Hackett και Steve Rothery; Νομίζω πως θα ήμουν ικανοποιημένος αν γνωρίζει τουλάχιστον τους Genesis και τους Marillion, των οποίων αντίστοιχα ήταν και είναι οι κιθαρίστες (και εκ των ηγετών) οι δυο αυτοί εξαιρετικοί μουσικοί. Πάντως, το να τους μάθει από αυτή εδώ τη σύμπραξη το βρίσκω κομματάκι δύσκολο, καθώς δεν μοιάζει να είναι ο σκοπός της να επεκτείνει την αναγνωρισιμότητά τους σε νέα κοινά.

Σε κάθε περίπτωση, ο 76χρονος Hackett υπήρξε εκ των σημαντικότερων επιρροών του 66χρονου Rothery, ενώ αμφότεροι υπήρξαν πάντα ανήσυχα δημιουργικά πνεύματα στην καλλιτεχνική τους πορεία, και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που ανέπτυξαν μια ιδιαίτερη φιλία, η οποία με τη σειρά τους οδήγησε στο "The Roaring Waves". Όχι ότι βιάστηκαν, βέβαια, καθώς έχουν περάσει ήδη 12 χρόνια από όταν ξεκίνησαν να συζητούν για αυτή την συνεργασία και 8 από όταν ξεκίνησαν να δουλεύουν πάνω στις συνθέσεις του άλμπουμ.

Πριν μιλήσουμε, όμως, για το μουσικό περιεχόμενο, οφείλουμε να αναφέρουμε ότι το "The Roaring Waves" αντλεί την έμπνευσή του από την θάλασσα, όχι όμως όπως την έχουμε εμείς στο μυαλό μας. Περισσότερο, όπως την έχει ένας Βρετανός και δη ο Rothery, ο οποίος μεγάλωσε στο Whitby, κάπου στα βορειοανατολικά της Αγγλίας, όπου οι θάλασσες είναι συνήθως φουρτουνιασμένες και κρύβουν περισσότερο μυστήριο και κινδύνους, παρά ευχάριστες καλοκαιρινές αναμνήσεις. Έτσι, λοιπόν, κάθε τραγούδι πραγματεύεται μια ιστορία σχετική με την θάλασσα, είτε πρόκειται για τις εικόνες που είχε ο Rothery από το ψαροχώρι του "Sandsend", είτε για την ιστορία του Ινδικού Εμπορικού πλοίου "Red Dragon", είτε για το μυστήριο της εξαφάνισης του Σοβιετικού υποβρυχίου "K-129" το 1968.

Εύλογα θα αναρωτηθεί κάποιος «Ρε μάστορα, θα ασχοληθούμε για τη θεματολογία των τραγουδιών σε έναν instrumental δίσκο;». Δεκτόν, αλλά όπως το εξώφυλλο δίνει μια πρώτη αίσθηση, έτσι και η θεματολογία καθορίζει με κάποιο τρόπο την ατμόσφαιρα του άλμπουμ. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι και οι δυο δημιουργοί του χρησιμοποιούν συχνά τις λέξεις ambient και κυρίως cinematic για να περιγράψουν τα τραγούδια και τη μουσική που περιλαμβάνει αυτή η δουλειά. Όσοι περίμεναν κάτι πιο proggy, μάλλον πρέπει να αναθεωρήσουν εγκαίρως.

Το άλμπουμ κινείται κατά βάση σε mid tempo ρυθμούς σχεδόν στο σύνολό του, με τους δυο μουσικούς να εναλλάσσονται στο προσκήνιο μέσω των χαρακτηριστικών κιθαριστικών τους μελωδιών. Στην πραγματικότητα, μικρή διαφορά κάνει ποιος Steve είναι κάθε φορά στο προσκήνιο, καθώς ο σκοπός δεν είναι να ξεχωρίσει του παίξιμο του ενός ή του άλλου, αλλά να αλληλοσυμπληρώνονται, προσθέτοντας ο καθένας το προσωπικό του ηχόχρωμα. Παράλληλα, το Mellotron του Riccardo Romano (από την προσωπική μπάντα του Steve Rothery) έχει σημαντική παρουσία στο να συνοδεύει τις δυο κιθάρες.

Ο Hackett σε κάποια σημεία διαφοροποιεί κάπως τα πράγματα, όπως με τη χρήση του sitar στο "Red Dragon" για να δώσει μια πιο ανατολίτικη αύρα, ή με την κλασσική κιθάρα και το πιο «σπανιόλικο» παίξιμο στην εισαγωγή του ομότιτλου τραγουδιού, το οποίο αποτελεί μάλλον και την πιο ενδιαφέρουσα σύνθεση στο άλμπουμ, μαζί με το εξίσου περιπετειώδες "K-129". Κι ενώ από το άλμπουμ μοιάζει να λείπει ένα πιο up-tempo στοιχείο, όταν αυτό έρχεται με το κλείσιμο του "Pacific Coast Highway", εν τέλει δεν μου κολλάει καλά. Η πιο bluesy, διαφοροποιημένη σε σχέση με ό,τι προηγήθηκε προσέγγιση του φέρνει λίγο Deep Purple στο μυαλό είναι ελαφρώς πιο cheerful από αυτό που περίμενα, βρίσκοντας τον Hackett να επιστρατεύει την φυσαρμόνικά του και μέλη των οικογενειών τους να συνεισφέρουν κάποια τύπου χορωδιακά φωνητικά  προς το φινάλε, αφήνοντας κάπως ανάμικτα συναισθήματα.

Συνολικά, το "The Roaring Waves" μοιάζει σαν μια πιο «οικογενειακή» υπόθεση, μια δουλειά στην οποία οι δυο συνονόματοι φίλοι μοιάζουν να θέλουν να τιμήσουν ο ένας τον άλλον και να το ευχαριστηθούν πρωτίστως οι ίδιοι. Αυτό προσδίδει μια αυθεντικότητα, ενώ παράλληλα τα ψήγματα του ταλέντου τους προσδίδουν μια αδιαμφισβήτητη ποιότητα σε σημεία. Την ίδια στιγμή, όμως, είναι τόσο laid back που βγάζει μια κάπως «παππουδίστική» διάθεση, η οποία μοιάζει να απευθύνεται κυρίως στους ήδη - κατά βάση μεσήλικές και άνω - οπαδούς τους, εξ ου και το συμπέρασμα του προλόγου. Προσωπικά, ως μεσήλικας οπαδός, πέρασα ευχάριστα, αλλά μέχρι εκεί. Τώρα αν το ακούσω εκ νέου τον χειμώνα, με φόντο κάποια αγριεμένη θάλασσα και το εκτιμήσω περισσότερο, θα φροντίσω να ενημερώσω επί αυτού.

  • SHARE
  • TWEET