The Dionysians: «To garage δε θα πεθάνει ποτέ!»
Ο Γιώργος Παπακώστας, το ήμισυ των Αθηναίων γκαραζάδων που έκαναν αίσθηση με το ντεμπούτο τους, μας αναλύει τι τους διαφοροποιεί από αυτό που νομίζετε ότι είναι
Οι πρωτοεμφανιζόμενοι πέρυσι Dionysians τάραξαν τα εγχώρια νερά της πάντα δραστήριας σκηνής του garage συνδυάζοντας τον ελληνικό στίχο με την πιο ωμή μορφή της 60s εκδοχής του είδους. Η καινοτομία αυτή μπορεί να έρχεται με περίπου 60 χρόνια καθυστέρηση για την ελληνική σκηνή (αφού εκείνη τη δεκαετία ανάλογη δισκογραφία μάλλον δεν είχαμε) αλλά όχι μόνο είναι καλοδεχούμενη, είναι και προσαρμοσμένη στο σήμερα αφού προσθέτει διάφορα στοιχεία που την κάνουν επίκαιρη.
Για το ποια είναι τα στοιχεία αυτά, τα νεωτεριστικά αλλά και τα πιο βασικά ως προς το αρχετυπικό rock, πώς τα επεξεργάζονται και πώς τα συνθέτουν, μας μίλησε ο Γιώργος Παπακώστας, ο ένας εκ των δύο που αποτελούν, σε στουντιακό επίπεδο, το συγκρότημα. Η μορφή τους στη σκηνή φυσικά εμπλουτίζεται, όπως θα μάθουμε σύντομα στις συναυλίες που θα δώσουν με αρχή το ερχόμενο Σαββατοκύριακο.
Πρώτη ερώτηση είναι μάλλον η αναμενόμενη. Γιατί ελληνικός στίχος σε ένα είδος που δε συνηθίζεται;
O ελληνικός στίχος είναι ιδιαίτερος και δεν τον συναντάμε συχνά σε garage, beat, psych. Στην προκειμένη περίπτωση μας άρεσε ο τρόπος που ξεχωρίζει μέσα στα κομμάτια και η αμεσότητα του. Δίνει μια εξωτική χροιά, αλλά παράλληλα και έναν πιο προσωπικό τόνο.
Πολλές φορές αναφέρεστε ως 60s garage revival, και είναι φυσικά ακριβές, αλλά στα 60s η πιο τραχιά εκδοχή του garage δεν είχε ελληνικό στίχο. Μπορούμε να μιλάμε λοιπόν και για μια αντίφαση ότι κάνετε κάτι πρωτοποριακό με κάποιες δεκαετίες καθυστέρηση;
Φυσικά! Θεωρούμε πως είναι πράγματι πρωτοποριακό τόσο λόγω της σύγχρονης παραγωγής σε αντίθεση με το ύφος των κομματιών, όσο και στο γεγονός ότι τα 60s garage στην Ελλάδα πάντα έτειναν προς την πιο pop-beat μουσική που κυριαρχούσε. Είναι ένα κράμα 60s garage revival με ελληνικό στίχο και παραγωγή που κατευθύνεται και εξελίσσεται στο «τώρα».
Πόσο διαφορετικά (ή όχι) «πατάει» ο ελληνικός στίχος στο rock αυτού του είδους και πώς ξεκινάτε τη σύνθεση των τραγουδιών, από το στίχο ή τη μουσική;
Δεν έχει τεράστια διαφορά για να πούμε την αλήθεια. Θεωρούμε ότι κουμπώνει τέλεια με τις συνθέσεις μας. Είναι βολικό να βρίσκεις ομοιοκαταληξίες σε μία γλώσσα με 200.000 λέξεις! Η σύνθεση των κομματιών εξαρτάται κυρίως από τον τρόπο που μελοποιεί ή γράφει ένας εκ των δύο μας. Εγώ σαν Γιώργος προτιμώ να ξεκινάω με την μουσική, ενώ ο Κώστας γράφοντας στίχους. Όπως και να έχει υπάρχουν και εξαιρέσεις από αμφότερες πλευρές.
Έχετε παρελθόν σε συγκροτήματα που επίσης έπαιζαν garage και psych σε κάποιες εκδοχές του. Τι διαφορετικό θέλατε να εκφράσετε με τους Dionysians, ποια ανάγκη σας έσπρωξε στη δημιουργια τους;
Έχουμε παρελθόν που παράλληλα είναι και μέλλον! Στα σχήματα Coral Fuzz (Γιώργος) και Polaroid Buffalo Club (Κώστας) με surf garage psych και California psych ήχους. Με τους Dionysians επιζητούμε την δημιουργία ενός φρέσκου και πρωτότυπου ήχου που θα κάνει τον κόσμο να χορέψει στον ρυθμό μας και να ταυτιστεί με τους στίχους μας. Η δημιουργία αυτής της μπάντας προέκυψε αυθόρμητα καθώς συζητούσαμε πως θα μπορούσε να ακουστούν τα ελληνικά σε 60s garage κομμάτια.
Υπήρξαν κάποια συγκροτηματα που όταν ξεκινήσατε είχατε σαν πρότυπο; Είπατε κάποια στιγμή δηλαδή, πάμε να κάνουμε κάτι στο στυλ των...;
Η αλήθεια είναι πως δεν είχαμε κάποια συγκεκριμένη μπάντα στο μυαλό μας και σίγουρα όχι ελληνική. Ο ήχος μας κρύβει ξενικές επιρροές, πράγμα το οποίο αναδεικνύεται στην παραγωγή μας. Μία μπάντα στην οποία βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό η παραγωγή είναι οι Murlocs.
Ο πυρήνας του συγκροτήματος είναι δύο άτομα που κάνουν τα πάντα. Πώς μεταφράζεται αυτό στις συναυλίες;
Στις συναυλίες εμφανιζόμαστε ως τετράδα που πλαισιώνεται ως εξής: Κώστας Μηλιαράς στην κιθάρα, φωνή, ντέφι και φυσαρμόνικα, Γιώργος Παπακώστας στην φαρφίσα, δεύτερη κιθάρα και φωνή, Σταυρούλα Κυβέλου στο μπάσο και Άγγελος Καλογιάννης στα τύμπανα.
Από τη φύση του το είδος της μουσικής σας είναι αρκετά στυλιζαρισμένο. Ταυτόχρονα είναι και το rock στη πιο βασική μορφή του. Τι στοιχεία προσπαθείτε να βάλετε ώστε να δώσετε τη δική σας προσωπικότητα στον ήχο σας; Νιώθετε κάποια ανάγκη να το εξελίξετε στο μέλλον και αν ναι πώς;
Δεν θα λέγαμε ότι προσπαθούμε να εντάξουμε κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο. Ξεκινάμε από το πρωτογενές, αυτό που, όπως λες, αποτελεί τη βασική μορφή του rock: ωμό, χωρίς φτιασιδώματα και περιττούς στολισμούς. Στην πορεία προκύπτουν κομμάτια όπως το “Διαστροφή”, που είναι ξεκάθαρα ένα βρώμικο blues, αλλά και ο “Χορός”, ο οποίος έχει πολύ πετυχημένα χαρακτηριστεί από τον Τύπο ως bouzouki sake, με έντονο το ανατολίτικο στοιχείο.
Υπάρχει μία αντίφαση, ότι το garage είναι ένα είδος με συγκεκριμένο, κάποιοι θα έλεγαν και περιορισμένο, κοινό. Από την άλλη η μουσική του (και σας) είναι ιδιαίτερα χορευτική και ανεπιτήδευτα διασκεδαστική. Πώς επιδρά αυτό στο εύρος αλλά και το είδος του κοινού που σας ακολουθεί;
Το κλασσικό 60s garage όντως είναι αρκετά περιορισμένο, περίπλοκο ωστόσο. Το είδος που παίζουμε διαθέτει ενέργεια, πάθος και δόσεις ντεσιμπέλ! Αυτός ο συνδυασμός κάνει τον κόσμο να χορεύει και να ταξιδεύει σε μια ανέμελη εποχή. Μας αποδεικνύουν πως αυτό το είδος δεν πρόκειται να πεθάνει ποτέ, όσο υπάρχουν μπάντες να το συντηρούν.
Συμμετέχετε στο επερχόμενο φεστιβάλ της Veego, της δισκογραφικής σας. Θα είστε μέλος μιας ιδιαίτερα εκλεκτικής και πολυποίκιλης μουσικής παρέας. Τι να αναμένουμε από αυτή τη βραδιά;
Tόνους FUZZ και εκκωφαντική FARFISA! Σας περιμένουμε όλους εκεί να τα σπάσουμε!
