One Of The Greats: Florence + the Machine
Αναδρομή στην πορεία και τα έργα ενός μοναδικού σχήματος και μίας ανεπανάληπτης μουσικού
Τρέφουμε ιδιαίτερη αδυναμία σ’ αυτές εδώ τις διαδικτυακές κατακόμβες για την πορεία των Florence + the Machine, απ’ τις πρώτες μέρες που ήταν ένα συγκρότημα με μία καταπληκτική μπροστάρισσα, ως και τώρα που έχουν μετασχηματιστεί σε προσωπικό καλλιτεχνικό αποκούμπι της Florence Welch, με μερικά σταθερά μέλη. Από την παρεξηγημένη πρώτη της εμφάνιση στην Αθήνα το 2009, όπου ο κόσμος έμοιαζε να μην μπορεί να συντονιστεί με το τι έβλεπε, μέχρι και την απόλυτη αποθέωσή της στην Πλατεία Νερού στα πλαίσια του Ejekt Festival 2023, έχει κυλήσει πολύ νερό στ’ αυλάκι. Η Florence Welch, με ξεκάθαρα δικό της στίγμα, μουσικά και αισθητικά, κατάφερε να γιγαντώσει το όνομά της και το πολιτιστικό της αποτύπωμα μέσα στα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει.
Αυτή η εκπληκτική δισκογραφική πορεία, με έμπνευση από art rock, art pop και chamber pop μουσικούς, gothic αισθητική και αγγλικό φολκλόρ, ιστορία της μαγείας και της γυναικότητας, δύσκολα μας αφήνει ασυγκίνητα εδώ, ενώ ακόμη και διακριτικές τοποθετήσεις γύρω από κάνα δυο σημαντικά θέματα, την κάνουν ακόμη πιο συμπαθή. Με αφορμή την επικείμενη συναυλία της στα πλαίσια του "Everybody Scream Tour", πολλές ιδέες είχαμε για το πώς να την τιμήσουμε. Εν τέλει, αυτό που χρειαζόμασταν ήταν μία αναδρομή στην ιδιαίτερη πορεία της, για να θυμηθούμε πώς μέσα σε λίγα χρόνια, η Florence Welch αναδείχτηκε σε one of the greats, μέσα από ένα σχεδόν αψεγάδιαστο σερί έξι δίσκων.
Lungs (2009)
~ Πρώτη Ανάσα, Γεμάτα Πνευμόνια ~

Δεν υπάρχει κάτι πιο καθοριστικό από την πρώτη εντύπωση. Πώς να ξεχωρίσει από το σωρό ένα ντεμπούτο, όμως, όταν τα πάντα έχουν παιχτεί; Η απάντηση που έδωσε το "Lungs" ήταν εξίσου προφανής και δύσκολη ταυτόχρονα. Προφανής, επειδή στην αρχική σύστασή τους, η Florence Welch και το σχήμα της, με ένα διαβολικά απλό τρόπο στέκονταν αριστοτεχνικά ανάμεσα στο φρέσκο και το γνώριμο. Δύσκολη, επειδή αυτή η ισορροπία ήταν, είναι, και πάντα θα είναι ιδιότροπη για να επιτευχθεί.
Μέσα σε μερικά μέτρα και λίγα παλαμάκια για ρυθμικά, το "Dog Days Are Over" έχει δείξει το δρόμο. Μέχρι να βγει το πρώτο ρεφραίν, οι άμυνες έχουν πέσει. Κομμάτι το κομμάτι, η ενέργεια χτίζεται. Οι μελωδίες πετυχαίνουν κέντρο χωρίς τραβήγματα. Η παραγωγή ξεχειλίζει φως με τον πιο φυσικό τρόπο. Το να περιγράψει κανείς τις ερμηνείες ως εμπνευσμένες θα ήταν μάλλον υποτιμητικό. Στη δυάδα "Kiss With A Fist" / "Girl With One Eye" το ταβάνι διαλύεται και η μάχη έχει επισήμως κερδηθεί.
Οι αγάπες της βιομηχανίας έμοιαζαν με αναλαμπή λογικής σε ένα παράλογο κόσμο. Η διασκευή στο "You've Got The Love" ήταν καταδικασμένη να σαρώσει. Ο ντόρος ακολούθησε δικαιολογημένα κι αναμενόμενα. Το πέρασμα από το κινηματογραφικό instant cult classic "Jennifer's Body" πρόσθεσε ένα επιπλέον θαυμαστικό. Οι ασταμάτητες περιοδείες ήταν εκεί για να βάλουν σε τάξη τυχόν σκεπτικούς. Το σετ στο KEXP στέκει σαν μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς μιας περασμένης εποχής.
Ceremonials (2011)
~ Η Μεγάλη Γιορτή ~

Πριν προλάβει να καταλαγιάσει στο ελάχιστο ο θόρυβος, το δεύτερο χτύπημα έσκασε μεγαλοπρεπώς, και κόντρα στα προγνωστικά πράγματι τράβηξε τον ήχο της Εγγλέζας δημιουργού στα άκρα. Οι γεροπαράξενοι που μέχρι τότε ψέλλιζαν λέξεις όπως «άγουρο» ή «απλοϊκό», στρίβοντας τα μουστάκια τους, δεν μπορούσαν παρά να αποδεχθούν την ήττα τους. Ήδη από τα "What The Water Gave Me" και "Shake It Out" που προετοίμασαν το έδαφος, οι διαθέσεις ήταν σαφείς. We want this bigger, ο ορισμός.
Με τον τρόπο του, το "Ceremonials" κοίταξε την προαιώνια παγίδα του δεύτερου δίσκου, κατέβασε καπέλο, έκανε στο πλάι, και συνέχισε την πορεία του σα να μη συνάντησε ποτέ κάτι το αξιοπρόσεκτο. Οι δοσολογίες ανανεώθηκαν προσεκτικά, τα σκηνικά έγιναν πιο φανταχτερά, η πρωταγωνίστρια στάθηκε με ακόμα περισσότερη αυτοπεποίθηση στο κέντρο των πλάνων, ενώ η ομάδα γύρω της δυνάμωσε. Από τη γλύκα του "Only If For A Night" μέχρι το υπέρ-hook του "Spectrum", η ροή μόνο δίνει.
Αναμφίβολα, η μετάβαση από το προσγειωμένο ύφος του προκατόχου του στην Abbey-Road-ική-με-καλογυαλισμένα-remixes υπερπαραγωγή δεν ήταν ό,τι ευκολότερο, ιδιαίτερα για το indie προσκείμενο κοινό, όσο κι αν κάποια σημάδια βρίσκονταν εκεί. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα δικαίωσε απόλυτα το ρίσκο και καθιέρωσε το όνομα της μπάντας στην εναλλακτική εμπροσθοφυλακή. Κι αν χρειαζόταν μια έξτρα επιβεβαίωση υπεροχής, το "MTV Unplugged" την έδωσε όπως έπρεπε· από τη σκηνή.
How Big, How Blue, How Beautiful (2015)
~ Η Καταιγίδα ~

Μετά τον κύκλο του "Ceremonials" , που την ανέβασε σε κάθε μεγάλη σκηνή της Ευρώπης και των ΗΠΑ, η Florence χρειάστηκε να πάρει το χρόνο της. Η εξάντληση της εκτεταμένης περιοδείας και μια επώδυνη προσωπική ρήξη ταυτίστηκαν, και το κενό ανάμεσα στους δύο δίσκους έφτασε σχεδόν τα τέσσερα χρόνια. Ο τρίτος δίσκος τελικά βρήκε και το θέατρό του: τον Ιούνιο του 2015, με τον Dave Grohl να σπάει το πόδι του στη Σουηδία, η Florence ανέλαβε το headline slot του Glastonbury που είχε κλειστεί για τους Foo Fighters. Η εμφάνιση εκείνη έγινε από τις πιο θρυλικές της φεστιβαλικής ιστορίας.
Το "How Big, How Blue, How Beautiful" ξεκίνησε από ένα σπάσιμο, ένα επώδυνο τέλος σχέσης που η Welch αρνήθηκε να αφομοιώσει ήσυχα και αντ' αυτού το έφερε στο στούντιο με όλη του την ωμότητα. Ο παραγωγός Markus Dravs το κατάλαβε αυτό και δεν προσπάθησε να το ημερέψει. Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος που θέλει χώρο. Βάζοντας στην εξίσωση ορχήστρες, χάλκινα, drums που χτυπούν σαν κάτι ανυποχώρητο.
Το "What Kind of Man" θέτει τον τόνο από τα πρώτα δευτερόλεπτα, δεκαοχτώ δευτερόλεπτα σιγής πριν κατέβει ολόσωμη η μουσική. Τα "Ship to Wreck" και "Queen of Peace" κρατούν αυτή την ένταση με διαφορετικό πρόσωπο το καθένα, το πρώτο ψάχνοντας αν φταις εσύ για όσα χαλάνε γύρω σου, το δεύτερο αιωρούμενο ανάμεσα σε σωτηρία και ενοχή χωρίς να λύνει τίποτα. Το "Various Storms & Saints" είναι μία από τις πιο ακίνητες στιγμές που έχει γράψει ποτέ, με τη θετική σημασία: κάθεσαι μαζί του, δεν κάνεις τίποτα άλλο, και αυτό αρκεί. Και το "Third Eye" στο φινάλε, έξι λεπτά σαν αποκορύφωμα τελετουργικού, κλείνει τον κύκλο με τρόπο που αισθάνεσαι ότι δεν μπορούσε να τελειώσει αλλιώς.
Αυτό που διακρίνει το "How Big…" από τους προκατόχους είναι η αίσθηση ότι η Florence παλεύει μέσα στον ίδιο τον δίσκο. Με τη ζωντάνια του βιώματος, και όχι της παρατήρησης. Αυτό καθιστά και το άλμπουμ μια ξεχωριστή στιγμή στη δισκογραφία της, διαθέτοντας απαράλλακτη την έμφυτη φιλοδοξία που χαρακτηρίζει το σύνολο των έργων της.
High As Hope (2018)
~ Μετά τον Πυρετό ~

Η περιοδεία του "How Big" κράτησε σχεδόν δύο χρόνια και έκλεισε τον κύκλο μιας αναμφίβολα πολύ επιτυχημένης κυκλοφορίας. Αυτό που ακολούθησε ήταν σιωπή, η μεγαλύτερη απουσία της μέχρι τότε. Μέσα στο διάστημα αυτό, η Welch επανεξέτασε τη σχέση της με το ποτό, με την οικογένειά της, με στρώματα μιας εφηβείας που δεν είχε επεξεργαστεί ποτέ ήσυχα. Το 2018, με τον κόσμο γύρω της ήδη αναταραγμένο από Brexit και πολιτική αβεβαιότητα, κυκλοφόρησε έναν δίσκο που ακουγόταν σαν να απαντούσε στη φασαρία του παρόντος με κάτι αντίθετο.
Το "High as Hope" είναι μια αποφασισμένη επιλογή προς τα κάτω, όχι σε ποιότητα, αλλά σε ήχο, σε παραγωγή, σε πλάτος. Γραμμένο με τον Emile Haynie, είναι ο πιο ψιθυριστός δίσκος που έχει κυκλοφορήσει κάτω από το όνομά της. Οι ενορχηστρώσεις αδειάζουν, η φωνή μένει πιο συχνά μόνη της, και αυτό που χάνεται σε κλίμακα κερδίζεται σε εγγύτητα.
Ξεκινάει με το "June", ένα κομμάτι για τη μητέρα της που παραμένει ένα από τα πιο τρυφερά πράγματα που έχει γράψει. Ακολουθεί το "Hunger", μια ανοιχτή, ανυπεράσπιστη αναφορά σε διατροφικές διαταραχές, για εκείνο το κενό που ψάχνουμε να γεμίσουμε σε λάθος μέρη. Το ίδιο νήμα τρέχει κάτω από όλον τον δίσκο. Η εξερεύνηση πίσω στη νεότητα, στην οικογένεια, σε ό,τι μένει αφού αφαιρέσεις τον θόρυβο. Το "Big God" έχει τη θρησκευτική ατμόσφαιρα που η Florence χειρίζεται σαν να της ανήκει εκ φύσεως, αλλά μιλάει για σιωπή μέσα σε μια σχέση, για την αδυναμία να περιμένεις κάποιον να σε δει.
Αξίζει να ειπωθεί ξεκάθαρα: το "High as Hope" δεν έχει την εκρηκτική συναισθηματική βαρύτητα του "How Big", και δεν επιδιώκει να την έχει. Αλλά κερδίζει σε κάτι άλλο. Μένει. Επανέρχεται χωρίς να το ζητήσεις, σε τυχαίες στιγμές, σαν κομμάτι συζήτησης που δεν τελείωσε ποτέ σωστά.
Dance Fever (2022)
~ Και τώρα, χορός! ~

Ύστερα απ’ το πλέον ήπιο και απογυμνωμένο άλμπουμ της, η Florence είχε αρχίσει να αναρωτιέται σοβαρά για το αν ήθελε να συνεχίσει να περιοδεύει. Όταν βρέθηκε έγκλειστη λόγω της πανδημίας της Covid-19, η Welch αισθάνθηκε πως βίωνε μία contrapasso τιμωρία γι’ αυτή την βλάσφημη σκέψη της, κι άρχισε να πλάθει τον πέμπτο δίσκο της εγχύνοντας μέσα του όλη αυτήν την αγωνία γύρω απ’ τη ζωή, το θάνατο, αλλά και την προσωπική της πορεία ως μουσικού. Επηρεασμένο απ’ το φαινόμενο της χορεομανίας, ενός φαινομένου μανιακού και αδιάλειπτου χορού που κρατά από μέρες μέχρι μήνες, αφήνοντας πίσω εξαντλημένα πλήθη, το "Dance Fever" εκτόνωνε την ανάγκη της για κίνηση μέσα στην παγκόσμια ακινησία της καραντίνας, ενώ παράλληλα διαπραγματευόταν το πώς – και εάν – ήθελε να συνεχίσει τις ζωντανές εμφανίσεις.
Αγκαλιάζοντας ξανά την αισθητική του φολκλόρ που υπήρχε ανέκαθεν στο ίματζ του σχήματος, το "Dance Fever" ντύνεται με μυστικισμό, κάρτες ταρό, και μεσαιωνική μαγεία. Σε συμπαραγωγή με τους Jack Antonoff και David Bayley, η Florence Welch γράφει ορισμένα απ’ τα πιο δημοφιλή. ανεβαστικά, αλλά και ποιοτικά της κομμάτια, όπως τα "King", "Free", και "Dream Girl Evil", χωρίς τα οποία ήδη είναι δύσκολο να διανοηθούμε μία συναυλία Florence + The Machine. Χωρισμένος στα δύο ο δίσκος μεταξύ των δύο παραγωγών, είναι πολυσχιδής, έμπλεος συναισθήματος και ήχων, ενώ παραμένει συμπαγής και συγκεντρωμένος. Κι ανάμεσα στους πολλούς εκπληκτικούς στίχους, το "To exist in the face of suffering and death and somehow still keep singing?" παραμένει ο θεματικός πυρήνας του δίσκου.
Στο μεταξύ, η μηχανή που καβαλούσε η Florence Welch ήταν φανερό πια πως αποτελείται λιγότερο από μία συμπαγή μπάντα, και περισσότερο από μουσικούς και παραγωγούς που θα υλοποιούσαν το όραμά της. Με την Isabella "Machine" Summers, συνιδρύτρια του συγκροτήματος, να μην εμφανίζεται για δεύτερη φορά στα credits παρ’ όλο που συνέχιζε να είναι επίσημο μέλος, και τον κιθαρίστα Robert Ackroyd να φεύγει απ’ το συγκρότημα λίγο μετά, ακόμη κι η ψευδαίσθηση μίας ενιαίας μπάντας είχε αρχίσει να ξεφτίζει πια γρήγορα. Στο επίκεντρο ήταν η φωνή, η δημιουργική δύναμη, οι σκέψεις και τα βιώματα της Florence Welch.
Everybody Scream (2025)
~ Εξορκισμοί, τρόμος, και ουρλιαχτά μέσα στη Νύχτα ~

Κάθε δίσκος της Florence Welch μπορεί να χαρακτηριστεί ως ευάλωτος στιχουργικά, αφού ποτέ δεν είχε πρόβλημα να μας ξεδιπλώσει τα φύλλα της καρδιάς της. Όταν, λοιπόν, λέμε πως το "Everybody Scream" είναι ο πιο προσωπικός της δίσκος, καταλαβαίνουμε ότι εμπεριέχει θέματα που δύσκολα αγγίζονται. Στην τουρνέ για το "Dance Fever", η Florence Welch ήρθε αντιμέτωπη με το θάνατο εξαιτίας μίας εκτοπικής κύησης, οπότε η δημιουργία του δίσκου σημαδεύεται ανεξίτηλα απ’ την θνητότητα, την ματαίωση, τη μητρότητα, και τη σωματικότητα. Θέματα που έχει φυσικά ξαναπιάσει η Welch, όμως ποτέ τόσο ωμά και σκληρά.
Στα πλαίσια της περιστρεφόμενης πόρτας συνεργατών της, η Welch συνεργάζεται αυτή τη φορά με τον Mark Bowen των IDLES, τον Aaron Dressner των Nationals, και την Mitski, και γράφει έναν καταπληκτικό, ώριμο, και μυθολογικό δίσκο, μπολιάζοντας τον άλλοτε παραμυθικό και μαγικό καμβά της με φολκλορικό τρόμο, γκόθικ πινελιές, και μία μαγεία μολυντική και διαβρωτική. Η φωνή της και πάλι ίπταται με θεϊκή οργή πάνω απ’ τις συνθέσεις, καθώς η Welch αναδύεται μέσα απ’ τον πόνο, τις κακουχίες, και τα εμπόδια με μία ψυχρή, διαπεραστική δύναμη.
Πιθανώς στο απόγειο της καριέρας της σ’ αυτή τη φάση, η Florence Welch βρίσκεται αποκλειστικά στο επίκεντρο, ως μία ανεπανάληπτη μουσουργός και τραγουδίστρια. Με έξι δίσκους στο βιογραφικό της, λίγα χρόνια πριν κλείσει τις δύο δεκαετίες καλλιτεχνικής παρουσίας, η Florence και η μηχανή της έχει ξεκινήσει για να κατακτήσει τον κόσμο, και αν μας αποσβόλωσε με την μεσσιανική παρουσία της πριν τρία χρόνια, φέτος η περιοδεία της, που περνά κι απ’ την Αθήνα στα μέσα Ιουλίου, μοιάζει να είναι ακόμη πιο μαξιμαλιστική, με ένα υλικό που ακροβατεί μαεστρικά μεταξύ θλίψης και θριάμβου. Η πλαισίωσή της από την The Witch Choir σαν αρχαιοελληνικό χορό πρόκειται εξάλλου να δώσει έναν ακόμη πιο πληθωρικό και θεατρικό ύφος. Και πιθανώς να μιλάμε πάλι για μία απ’ τις καλύτερες συναυλίες της χρονιάς.
Playlist:
Dog Days Are Over
Rabbit Heart (Raise It Up)
Kiss With A Fist
Cosmic Love
Only If For A Night
Shake It Out
No Light, No Light
Spectrum
Ship to Wreck
What Kind of Man
Queen of Peace
June
Hunger
Big God
King
Free
Dream Girl Evil
My Love
Everybody Scream
One of the Greats
Sympathy Magic
You Can Have It All
