Μια μικρή φωνή στο τέλος του κόσμου
37 χρόνια αργότερα, το δεύτερο άλμπουμ των Heir Apparent συνεχίζει να συγκινεί
Στην ιστορία του σκληρού ήχου, έχουμε μάθει να ταυτιζόμαστε και να αγκαλιάζουμε καλλιτέχνες, αλλά πολύ περισσότερο δίσκους, δημιουργώντας μια παράλληλη πραγματικότητα που η εκάστοτε δουλειά βρίσκεται στο βάθρο που της αξίζει στο ιστορικό θυμικό. Σε αυτή τη συνομοταξία ανήκουν και δίσκοι σπάνιοι, χαμένα διαμάντια από μια εποχή που δεν εκτιμήθηκαν για το ποιόν τους και που, ετεροχρονισμένα, βρήκαν την αναγνώριση από ρέκτες του ήχου που αναζητούσαν βαθύτερα. Και μιας και η συναυλιακή επιστροφή των Heir Apparent αναμένεται σε μερικές μόλις ημέρες, μας δίνει ιδανική αφορμή για να ανακαλέσουμε τη δεύτερη κατά σειρά κυκλοφορία τους, το αλαβάστρινο "One Small Voice".
Ας αναλογιστούμε την κατάσταση που ήταν διαμορφωμένη στις τάξεις της μπάντας τότε. Με το "Graceful Inheritance" να έχει κάνει αίσθηση στους κύκλους της εποχής, η αναδιαμόρφωση του lineup θα έφερνε αλλαγές και στη δημιουργική κατεύθυνση για το επόμενο άλμπουμ. Ο Paul Davidson θα αποτελούσε την μεγαλύτερη αλλαγή, ουσιώδες πλήγμα αν αναλογιστούμε τις ερμηνείες του στο φανταστικό ντεμπούτο τους, με τον άγνωστό Steve Benito να μοιάζει εξαρχής με στοίχημα.
Το ίδιο το άλμπουμ θα ακολουθούσε μια διαφορετική πορεία από τον προκάτοχο του, όντας περισσότερο στοχαστικό και ανθρώπινο, ένας εντατικός εσωτερικός μονόλογος εντός ενός πολύπλευρου μουσικού πεδίου. Η παραγωγή είναι καθαρότερη, οι ενορχηστρώσεις πιο φιλόδοξες και οι ατμόσφαιρες σαφώς πιο κυρίαρχες. Έτσι, ενώ το heavy metal παραμένει ο θεμέλιος λίθος, γύρω του υψώνεται ένα οικοδόμημα που αντλεί στοιχεία από το progressive rock, το AOR, αλλά ακόμη και από τα σινεματικά ηχοτοπία.
Με τις μελωδικές κιθάρες του Terry Gorle να διαθέτουν μια λεπτότητα και μια ευαισθησία που σπανίζουν, μιλάμε για την απόλυτη εναρμόνιση των κιθαριστικών θεμάτων με τις πραγματικές ανάγκες των συνθέσεων, καθώς υποχωρούν διακριτικά για να δώσουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε ατμόσφαιρες και φωνητικά. Όσο αφορά, δε, το τελευταίο, ο Steve Benito αποδείχθηκε εκείνη η μυθική προσθήκη που έκανε one of a kind το υλικό του "One Small Voice".

Η φωνή του Αμερικάνου ερμηνευτή διέθετε μια σπάνια, δαντελωτή αύρα, σαν μια πιο εύθραυστη εκδοχή ενός prime Geoff Tate. Με ερμηνείες που βασίζονταν κυρίως στην έκφραση και στη χροιά, υπάρχουν στιγμές που η φωνή του μοιάζει να αιωρείται πάνω από την εκάστοτε σύνθεση, διαπερνώντας το θυμικό και προκαλώντας αβίαστα ανατριχίλες. Ένα αηδόνι που έκανε την εμφάνιση του για μία και μοναδική φορά, χαρίζοντας μας μια χούφτα αιώνιες ερμηνείες για να τον ενθυμούμαστε, ακόμη και 37 χρόνια αργότερα, με μια αίσθηση δέους για αυτά που κατάφερε, μα ακόμη περισσότερο για τα όσα περισσότερα θα μπορούσε να προσφέρει.
Σε μια εποχή που τα πάντα εντείνονταν, προτού καταρρεύσουν υπό το grunge κύμα, οι Heir Apparent επέλεξαν την καλλιτεχνική δημιουργία έναντι της μεταλλικής έξαψης, γεγονός που τότε τους καταδίκασε, αλλά ταυτόχρονα τους χάρισε το status που απολαμβάνουν σήμερα. Επιλέγοντας να αναπνεύσουν, με μια παραγωγή αέρινη, με μια διασκευή - μύθο στο "Sound Of Silence" των Simon & Garfunkel, με τα πλήκτρα του Mike Jackson να χτίζουν μελωδικά σύμπαντα, οι Αμερικάνοι έπεσαν με τους δικούς τους δημιουργικούς όρους, αλλά και με μια ομιχλώδη ποιότητα που αναδεικνύεται με ακουστικά και μοναχικές ακροάσεις, παρά σε αρένες.
Το ακόμη εντυπωσιακότερο στην όλη ιστορία είναι πως το "One Small Voice" δεν αποτέλεσε την εμπορική αυτοκτονία που φαντάζονται οι περισσότεροι, αλλά ουσιαστικά αποτέλεσε το ύστατο χαίρε μιας μπάντας που είχε καταρρεύσει εκ των έσω. Το σημαντικότερο πρόβλημα φαίνεται πως ήταν οι εσωτερικές διαμάχες γύρω από τον έλεγχο της μπάντας και τα συνθετικά δικαιώματα. Σε μεταγενέστερες συνεντεύξεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη που μας είχε παραχωρήσει το 2018, ο Terry Gorle έχει μιλήσει ανοιχτά για ένα είδος «πραξικοπήματος» μέσα στο συγκρότημα, υποστηρίζοντας ότι απομακρύνθηκε από τη διοικητική και δημιουργική διαδικασία λίγο πριν την κυκλοφορία του δίσκου, ενώ αργότερα ακολούθησαν και νομικές διαμάχες σχετικά με το όνομα και τα δικαιώματα των τραγουδιών.
Έτσι, ό,τι υπογραφές κι αν υπήρχαν με κραταιές δισκογραφικές της εποχής για μια σειρά δισκογραφικών κυκλοφοριών τα επόμενα χρόνια, κατέρρευσαν σαν τραπουλόχαρτα. Η ειρωνεία είναι εμφανέστατη· ο πιο φιλόδοξος δίσκος της μπάντας κυκλοφόρησε σε μια εποχή που πρακτικά δεν υπήρχε συγκρότημα για να τον υποστηρίξει με οποιονδήποτε τρόπο. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που το "One Small Voice" παραμένει τόσο συγκινητικό άκουσμα ακόμη και σήμερα, αφού έχει εγκλωβίσει υπέροχα την κορυφή της δημιουργικότητάς των Heir Apparent, τη στιγμή ακριβώς πριν εξαφανιστούν για δεκαετίες. Χαμένη στο θόρυβο μιας βιομηχανίας που άλλαζε με ραγδαίους ρυθμούς, αλλά απαλλαγμένη στο παρόν από τις προσδοκίες της εποχής, εκείνη η μικρή φωνή ακούγεται σήμερα καθαρότερη από ποτέ.
