Songbook: The Cure
Γιορτάζοντας 50 χρόνια ύπαρξης ενός εκ των κορυφαίων σχημάτων όλων των εποχών μέσα από 30 αξεπέραστα κομμάτια
Οι Cure ανήκουν αναμφισβήτητα στην κατηγορία των συγκροτημάτων που καθόρισαν μία εποχή. Αν με ρωτάτε, πιθανά να καθόρισαν και περισσότερες καθώς η πορεία τους μέχρι και τα μέσα των ‘90s φαντάζει αψεγάδιαστη. Και από εκεί και πέρα βέβαια, μπορεί να υπάρχουν κάποια μικρά σκαμπανεβάσματα αλλά, σε γενικές γραμμές, το συγκρότημα δεν μας έχει απογοητεύσει ποτέ. Εξάλλου, από τις post-punk απαρχές τους στα τέλη των 70s μέχρι τις θριαμβευτικές επιστροφές τους αλλά και τη διαχρονική επιρροή τους στις επόμενες γενιές, ο Robert Smith και οι συνοδοιπόροι του έχουν καταφέρει κάτι εξαιρετικά σπάνιο, μετατρέποντας τη διαρκή εξέλιξη σε καλλιτεχνική ταυτότητα.
Και αυτό γιατί ελάχιστα συγκροτήματα έχουν επιδείξει αντίστοιχη ικανότητα να κινούνται με τέτοια άνεση ανάμεσα σε φαινομενικά ασύμβατους κόσμους. Από την παγωμένη μελαγχολία του “Faith” και του “Pornography” μέχρι την πολύχρωμη pop εξωστρέφεια του “Kiss Me Kiss Me Kiss Me” κι από την συναισθηματική ωριμότητα του “Disintegration” μέχρι το “ Songs Of A Lost World” που λατρέψαμε σε βαθμό που το ψηφίσαμε κορυφαίο άλμπουμ της χρονιάς το 2024, οι Cure δεν ακολούθησαν ποτέ μια ευθεία γραμμή. Και ευτυχώς δηλαδή εδώ που τα λέμε καθώς αυτό που τους καθιστά πραγματικά ξεχωριστούς είναι πως μέσα στην εκπληκτική δισκογραφία τους θα βρει κανείς σχεδόν τα πάντα. Τραγούδια για τον έρωτα, τη μοναξιά, την απώλεια, τη νοσταλγία, την ελπίδα και την απόγνωση, τραγούδια για να σε συνοδεύσουν στις καλύτερες μέρες της ζωής σου αλλά και σε εκείνες που μοιάζουν ατελείωτες, τραγούδια που θα σε κάνουν να χορέψεις, να χαμογελάσεις, και να δακρύσεις.

Σε μια τέτοια βάση στήσαμε και αυτό το Songbook που ξεκίνησε από 60 κομμάτια για να φτάσει στα 30, κάνοντας μας σαφές πως οι Cure είναι ένα από τα ελάχιστα συγκροτήματα εκεί έξω που διαθέτουν τόσα μα τόσα πολλά σπουδαία κομμάτια. Το φανερώνει και η φετινή τους περιοδεία, η οποία θα περάσει και από την Αθήνα την Τετάρτη 15/07/2026 στο πλαίσιο του φετινού Eject Festival (7 χρόνια μετά την τελευταία τους εκπληκτική εμφάνιση εδώ), για την οποία – όπως αποκάλυψε πρόσφατα ο Smith – έχουν προβάρει 55 κομμάτια, εκ των οποίων περίπου τα 28 παίζουν σε κάθε τους ζωντανή εμφάνιση, η οποία, σε πείσμα των καιρών και της ηλικίας τους, αγγίζει τις δυόμιση ώρες. Και όποιος τους έχει ξαναδεί ξέρει καλά πως αυτές οι δυόμιση ώρες με τους Cure μπορούν πολύ εύκολα να εξελιχθούν στις καλύτερες ώρες ολόκληρης της ζωής σου.
Όπως και να έχει, εν αναμονή της μεγάλης τους επιστροφής, καταφέραμε να φτιάξουμε αυτή τη λίστα, όχι στη βάση μιας προσπάθειας να αναδείξουμε τα αντικειμενικά καλύτερα τραγούδια τους, άλλωστε κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο για ένα συγκρότημα με τόσο πλούσια και πολυσχιδή δισκογραφία, αλλά, αντίθετα, επιλέγοντας 30 κομμάτια που σκιαγραφούν μια διαδρομή 50 χρόνων και, για διαφορετικούς λόγους το καθένα, θα άξιζαν μια θέση στο ιδανικό setlist μιας συναυλίας τους. (ΑΑ)
1. Killing An Arab (Single, 1978)
Υπάρχει ένα αξίωμα στον κόσμο μας: δεν είναι όλοι έξυπνοι. Επομένως, ήταν λογικό και επόμενο πως όταν εκδόθηκε το πρώτο single των Cure το πάλαι ποτέ (1978), δημιουργήθηκε σούσουρο και φήμη ότι είναι «ρατσιστικό» και ότι παρακινεί σε βία εναντίον των Αράβων. Πού χρόνος και σκέψη για να ψάξει κανείς ότι οι στίχοι αντλούν έμπνευση από το θρυλικό μυθιστόρημα «Ο Ξένος» του Καμύ; Τα γαβγίσματα είναι πάντα ευκολότερα. Οι Cure λοιπόν μας συστήνονται με ένα ανατολίτικο riff, μια νευρώδη μπασογραμμή, σφιχτά τύμπανα και μια φωνή που τους χαρακτήρισε καθοριστικά έκτοτε. [Π.Κ.]
2. 10:15 Saturday Night (Three Imaginary Boys, 1979)
Τι μπορεί να συμβεί όταν ο έφηβος Robert Smith κοιτάζει σε μια στιγμή ανοίας μια βρύση που στάζει; Τίποτα λιγότερο από το εισαγωγικό κομμάτι στο ντεμπούτο των Cure, το οποίο όχι μόνο έπεισε τον παραγωγό Chris Parry να αναλάβει την μπάντα, αλλά κυρίως αποτύπωσε κάποιες πτυχές του κόσμου των Cure πριν το δημιουργικό big bang του 1980. Το Hi-hat γίνεται νερό που στάζει και ταυτόχρονα ρολόι που μετρά βασανιστικά τον ρυθμό και τον χρόνο, με τη μοναξιά των φωνητικών να κατακλύζει τον χώρο και τις κιθαριστικές ριπές να διαταράσσουν φευγαλέα το σκηνικό. "Drip, drip, drip, drip"... [XKM]
3. Boys Don’t Cry (Single, 1979)
Από τις πρώτες τους κιόλας συνθετικές απόπειρες οι νεαροί Cure έδειξαν ότι μπορούν να φτιάξουν αξέχαστα κομμάτια. Ο συνδυασμός της αξιομνημόνευτης μελωδίας και της μοναδικής φωνής του Robert Smith με το δύσκολο θέμα της τότε κοινωνικής απαίτησης από τους άρρενες περί απόκρυψης των συναισθημάτων τους είχε ως αποτέλεσμα ένα από τα πιο κλασσικά τους κομμάτια. Δυόμιση λεπτάκια όλα κι όλα καταφέρνουν να συμπυκνώσουν τη νεανική ενέργεια και το νεύρο των Cure σε ένα τραγούδι που ακόμα και σήμερα, τόσες δεκαετίες μετά, ακούγεται δυστυχώς επίκαιρο θεματολογικά. [Π.Κ.]
4. Play For Today (Seventeen Seconds, 1980)
Μπορεί το “A Forest”, ως βασικό single, να αποτελεί το τραγούδι που καθιέρωσε την σκοτεινή αισθητική των Cure, όμως το “Play For Today” είναι αυτό που έθεσε τις βάσεις για ολόκληρο το δεύτερο άλμπουμ τους. Χτισμένο πάνω σε μια από τις πιο αναγνωρίσιμες μελωδίες της πρώιμης περιόδου τους, και ένα από τα κορυφαία singalongs σε κάθε συναυλία τους, το κομμάτι αποτυπώνει ιδανικά την αίσθηση αποξένωσης που ήθελε να αιχμαλωτίσει το συγκρότημα στην δεύτερη κυκλοφορία του, ενώ μας υπενθυμίζει και το γρήγορο πέρασμα του Matthieu Hartley από το γκρουπ. Γραμμένο, όπως και το εκπληκτικό “M”, λίγο πριν την κυκλοφορία του “Three Imaginary Boys”, το “Play For Today” ισορροπεί τέλεια ανάμεσα στους δύο πρώτους δίσκους τους, διατηρώντας κάτι από την pop ανεμελιά του ντεμπούτου τους, χωρίς όμως να χάνει ίχνος από την μελαγχολία που διαπερνά τον δεύτερο δίσκο τους. (ΑΑ)
5. A Forest (Seventeen Seconds, 1980)
Aν υπάρχει ένα σημείο μηδέν για αυτό που μένει ως ηχητικό σύμπαν των Cure, βρίσκεται στο ομιχλώδες “Α Forest”. Mε περισσότερη δημιουργική ελευθερία, η μπάντα σκοτεινιάζει τον ήχο της, τα εφέ μετουσιώνονται σε συστατικό της σύνθεσης, οι μπασογραμμές γίνονται ο οδηγός και το κιθαριστικό μέρος αιωρείται περιπλέκοντας τις υφές αυτής της νέας ατμοσφαιρικότητας. Κάπου εκεί το post-punk ανοίγει για να απορροφήσει ό,τι έχει να του δώσει το πρώτα goth ψήγματα, αφήνοντας ένα από τα πιο χαρακτηριστικά intro όλων των εποχών, μια μουσική που εικονοποιείται, εν τέλει ένα ηχοτοπίο της μελαγχολίας που έχει εισχωρήσει στις ζωές μας όσο λίγα. [XKM]
6. Primary (Faith, 1981)
Από όπου και να το πιάσεις, το “Primary” αποτελεί ένα από τα πιο ιδιαίτερα τραγούδια που ηχογράφησαν ποτέ οι Cure. Με ένα περίεργο δίδυμο μπάσων, καθώς Simon Gallup και Robert Smith βουτάνε στον πειραματισμό αφήνοντας στην άκρη κιθάρες και πλήκτρα, και έναν Smith να συμπυκνώνει σε ένα κομμάτι όλη την υπαρξιακή αγωνία του “Faith”, το μοναδικό single του άλμπουμ δεν άργησε να εξελιχθεί σε μία από τις πιο εμβληματικές συνθέσεις τους. Σκοτεινό χωρίς να γίνεται βαρύ, εσωστρεφές αλλά όχι απόμακρο, απειλητικό και ταυτόχρονα ρομαντικό, το “Primary” καταπιάνεται με την θεματική του θανάτου ως απελευθέρωση, ως δώρο, ως πέρασμα στην αιώνια ύπαρξη. Δεν είναι τυχαίο που στις πρώτες ζωντανές εκτελέσεις του κομματιού, ο Smith το αφιέρωνε στη μνήμη του Ian Curtis. (ΑΑ)
7. Charlotte Sometimes (Single, 1981)
Ειδικά στην πρώτη δεκαετία κυκλοφοριών τους, οι Cure μοιάζουν να βρίσκονται σε συνεχή ηχητική μετάβαση με κάποια κομμάτια να φανερώνουν την πορεία που θα πάρουν στο επόμενο βήμα τους. Εμπνευσμένο από το ομώνυμο βιβλίο της Penelope Farmer, το “Charlotte Sometimes” είναι ένα τέτοιο κομμάτι καθώς παίρνει μια ιστορία χρονικών μετατοπίσεων και την μετατρέπει σε ένα ονειρικό, στοιχειωμένο μουσικό τοπίο που, σήμερα, μπορούμε να πούμε πως προκαθόρισε την κατεύθυνση που θα έπαιρναν στη συνέχεια. Το επιβλητικό μπάσο του Simon Gallup, το σχεδόν ρομποτικό παίξιμο του Tolhurst, και οι κιθάρες που αισθάνεσαι να λιώνουν καθώς ο Smith παίζει κάθε νότα, δημιουργούν μία από τις πιο ατμοσφαιρικές συνθέσεις ολόκληρης της δισκογραφίας τους κι ένα single που λειτουργεί τέλεια σαν γέφυρα ανάμεσα στο “Faith” και το “Pornography”.(ΑΑ)
8. The Hanging Garden (Pornography, 1982)
Το “Pornography” είναι (απαραίτητη σημείωση για να μη μαλώνουμε: για μένα) ο κορυφαίος δίσκος των Cure, ένα σκοτεινό και διαχρονικό αριστούργημα. Επειδή ακριβώς το βλέπουμε σαν ένα ολοκληρωμένο δημιούργημα, ως ομάδα επιλέξαμε από αυτόν το κομμάτι που μας φαινόταν ότι έχει περισσότερο από τα υπόλοιπα την αύρα του κλασσικού. Η μπασογραμμή του σε συνδυασμό με τα καλπάζοντα τύμπανα συνδυάζονται καταιγιστικά και η κουπ του Smith λέγεται ότι έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή της εδώ. Μάλιστα, η ατμόσφαιρα του κομματιού είναι τέτοια που οι παραγωγοί της ταινίας “The Crow” τους το ζητήσανε μερικά χρόνια αργότερα, αλλά η άρνηση των Cure να τους το παραχωρήσουν είναι μια άλλη ιστορία. [Π.Κ.]
9. Let’s Go To Bed (Single, 1982)
Εκεί που κανείς δεν το περίμενε μετά την ψυχρή περίοδο των “Faith” και “Pornography”, σκάει ένα single σαν new wave pop κομήτης. To “Let’s Go To Bed” βάζει τα synths στο προσκήνιο και η προτροπή του τίτλου μοιάζει να σηματοδοτεί τη μετατόπιση από τη μελαγχολία σε μια διάθεση παιχνιδιάρικη, σχεδόν χορευτική. Αυτή η πρώτη ψηφίδα μιας νέας, γεμάτης χρώμα περιόδου είναι το σημείο επαφής των Cure με την ηλεκτρονική αυτοκρατορία των 80s. Βέβαια, εδώ δεν απαρνούνται την ιδιοσυγκρασία τoυς, αφού η πρό(σ)κληση εν τέλει αποτελεί μια ειρωνική ματιά πάνω στην αισθητική της εποχής και την επιφανειακότητα με την οποία μπορεί να προσεγγίζεται η ερωτική σύνδεση. [XKM]
10. The Walk (Single, 1983)
Που πας μετά το ασφυκτικό σκοτάδι του “Pornography”; Οπουδήποτε. Και πόσες φορές να αλλάξεις πρόσωπο μέσα σε 4 χρόνια; Άπειρες. Αυτά θα αποδεικνύουν οι Cure κάθε φορά που ο δημοσιογράφος (ή ο ιστορικός) του μέλλοντος θα μελετά την διαδρομή τους και θα προσπαθεί να την χαρτογραφήσει. Σε ένα παράλληλο σύμπαν λοιπόν που μοιάζει πολύ με το δικό μας, μετά το “Pornography” οι Cure έγιναν synth-pop ντουέτο, σαν τους OMD, τους Pet Shop Boys, και τους Soft Cell, έφεραν τον Peter Hook να αντικαταστήσει τον Simon Gallup που είχε αποχωρήσει και ξεκίνησαν μια ένδοξη πορεία, κάτω από τις ντισκομπάλες. Στο δικό μας όμως σύμπαν, το “The Walk” παραμένει μια παρένθεση στη δισκογραφία τους που σηματοδοτεί την μετάβαση του Lol Tolhurst στα πλήκτρα και το σύντομο φλερτ του Robert Smith με την ηλεκτρονική μουσική της εποχής, ενώ, παράλληλα, μας προδιαθέτει για την πιο χαρούμενη και ανέμελη πλευρά των Cure που θα απολαύσουμε πάρα πολλές φορές ξανά στο μέλλον. (ΑΑ)
11. The Lovecats (Single, 1983)
“It’s the grooviest thing, it’s the perfect dream”. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να παρουσιαστεί το ερωτικό παιχνίδι, αν οχι πατώντας απαλά ανάμεσα στον jazzy ερωτισμό και το σουρεάλ μέσα από την συχνή, γατίσια εικονογραφία των Cure; Ολοκληρώνοντας την εκκεντρικά ποπ μετατόπισή τους με αυτό το single (που μετέπειτα θα ενταχθεί στο “Japanese Whispers”), εδώ δίνουν μια άλλη διάσταση στον συναισθηματικό τους κόσμο, γεμάτη γουργουρητά και groove, με ένα κοντραμπάσο που θα μπορούσε να ξεπηδήσει από ένα καπνισμένο jazz club. Οι αλλόκοτες pop πλευρές ενίοτε θριαμβεύουν και κάπως έτσι το “Lovecats” έγινε το πρώτο μεγάλο βρετανικό hit τους, κερδίζοντας μια θέση στη μουσική ιστορία - και, όταν οι γάτες καταλάβουν τον κόσμο, το δικαίωμα να αποτελέσει ύμνο τους. [XKM]
12. In Between Days (The Head on the Door, 1985)
Η συνθετική φλέβα των Cure συνεχίζει να τους τροφοδοτεί με έμπνευση. Η μελωδία του “In Between Days” έχει μια διάχυτη μελαγχολία η οποία επιτείνεται από τους στίχους που αναφέρονται σε κάποιον χωρισμό. Πέρα από όλο αυτό όμως, το κομμάτι έχει pop στόφα μεγάλου παίκτου, μιας και καταφέρνει να κολλήσει το κεφάλι του ανυποψίαστου ακροατή στην πόρτ…, συγγνώμη, στον τοίχο από τις πρώτες κιόλας νότες. Το σκουρόχρωμο, στα όρια του ασπρόμαυρου, video clip είναι ένα μικρό οπτικό έργο τέχνης που συμπληρώνει τέλεια το ηχητικό. [Π.Κ.]
13. A Night Like This (The Head on the Door, 1985)
Από τα πιο χαρακτηριστικά κομμάτια που αποτυπώνουν τόσο εύστοχα την γλυκόπικρη καρδιά των Cure, το “Α Night Like This” βρίσκει ένα σημείο σύνδεσης ανάμεσα στην μελαγχολία της πρώιμης φάσης τους και τις πολλαπλές επιρροές που συγκροτούν το “The Head on the Door”. Αρπίσματα στην κιθάρα σαν να ξεδιπλώνουν την απώλεια και τη λαχτάρα, τα φωνητικά του Robert Smith γεμάτα με εκείνη την συναισθηματική ωριμότητα που δεν αρκείται στην εξομολόγηση, παρά επιδιώκει να διορθώσει το γυαλί που ράγισε. Στην κορύφωση όλων, το σαξόφωνο του Ron Howe αναλαμβάνει να εκφράσει όσα δεν μπορούν να ειπωθούν, αποτελώντας παράλληλα μια επιρροή τόσο των Roxy Music, όσο και της βρετανικής post-punk σκηνής, στην οποία διεκδικούσε και κέρδιζε χώρο. [XKM]
14. Close To Me (The Head On The Door, 1985)
Η επιστροφή του Gallup στο “The Head on the Door” βρίσκει τους Cure να ισορροπούν ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι ο Smith στο μυαλό του είχε να κυκλοφορήσει έναν δίσκο που θα κινούνταν μεταξύ του “Kaleidoscope” των Siouxsie and the Banshees και του “Dare” των Human League. Και νομίζω πως τα κατάφερε περίφημα καθώς ο έκτος τους δίσκος φανερώνει ένα τεράστιο μουσικό εύρος με το “Close To Me” να δένει τους στίχους μιας επικείμενης καταστροφής του Smith με πλήκτρα, πνευστά, και κρουστά που σφίγγουν συνεχώς τον κλοιό γύρω από τον ακροατή ενώ, παράλληλα, δημιουργούν μια απίστευτη pop ατμόσφαιρα. Και, φυσικά, το video clip του Tim Pope – του οποίου το γύρισμα ο Smith έχει δηλώσει πως ήταν οι πιο άβολες 12 ώρες της ζωής του - είναι από τα πιο αναγνωρίσιμα της καριέρας τους. (ΑΑ)
15. Just Like Heaven (Kiss Me Kiss Me Kiss Me, 1987)
Όσο κι αν τους έχουμε στο μυελό μας ως goth ή darkwave, η αλήθεια είναι ότι οι Cure έχουν φτιάξει μερικά από τα επικότερα pop τραγούδια. Μετά από χρόνια σκοτεινιάς και νταρκίλας, το “Kiss Me Kiss Me Kiss Me” είναι η φορά που ακούστηκαν πιο αισιόδοξοι από ποτέ ως τότε. Εκείνη την εποχή αυτό σίγουρα ξένισε αρκετούς οπαδούς, που είχαν συνηθίσει σε αρκετά διαφορετικό ήχο. Το “Just Like Heaven” είναι ένα ουράνιο τραγούδι, μια υπέροχη απόπειρα καταγραφής του Έρωτα με ήχους, που έχει την ικανότητα ακόμα και σήμερα να μου φέρνει δάκρυα χαράς όποτε το ακούω. [Π.Κ.]
16. Why Can't I Be You? (Kiss Me Kiss Me Kiss Me, 1987)
Αν κάποιος γνώριζε τους Cure μόνο από το “Pornography” ή ακόμη και από το “Disintegration”, δύσκολα θα πίστευε ότι το ίδιο συγκρότημα έγραψε το "Why Can't I Be You?". Ξέφρενο, πολύχρωμο, χορευτικό, και απολύτως απελευθερωμένο, το κομμάτι βρίσκει τον Robert Smith να φλερτάρει ανοιχτά με την εμπορική pop. Το “Kiss Me Kiss Me Kiss Me” παραμένει ένα από τα πιο πλουραλιστικά άλμπουμ του συγκροτήματος και το συγκεκριμένο κομμάτι, ακολουθώντας τον δρόμο που χάραξαν τα “Let's Go to Bed” και “The Love Cats”, βρίσκει το γκρουπ σε μια από τις πιο αισιόδοξες – ηχητικά τουλάχιστον – στιγμές της καριέρας τους με τους στίχους, κλασικά, να κρύβουν από πίσω κάτι πιο σκοτεινό. (ΑΑ)
17. If Only Tonight We Could Sleep (Kiss Me Kiss Me Kiss Me, 1987)
Μέσα στο πλήθος επιρροών του “Kiss Me, Kiss Me, Kiss Me”, στέκει μόνο του ένα υπνωτιστικό ξόρκι. Εξελίσσεται σαν μουσικό όνειρο που κουβαλά την αίσθηση του απόκοσμου - εκείνου “που βρίσκεται με σαφήνεια στους χώρους που περιμέναμε να κατοικούνται” - απλώνοντας ψυχεδελικές, ανατολίζουσες υφές που παραπέμπουν σε ηλεκτρονικό sitar, όπως και εκείνη την ηχώ που κάνει τα φωνητικά να μοιάζουν σαν να αναδύθηκαν από μια παραίσθηση, συγκλονίζοντας στην εκφορά του “Ιf” και του “Don’t let it end”, αλλά δίνοντας και πολύ μελετημένο χώρο στις σιωπές. Εδώ τα ντραμς του Boris Williams έχουν περάσει σε μια άλλη διάσταση, εγκαταλείπουν τα γνώριμα ρυθμικά μοτίβα και υπηρετούν μια tribal τελετουργία. Το “If Only Tonight We Could Sleep” έπρεπε να υπάρξει για να αποκτήσει ήχο η μυσταγωγία της επιθυμίας. [XKM]
18. Pictures Of You (Disintegration, 1989)
Ο μύθος λέει πως η έμπνευση για το “Pictures Of You” γεννήθηκε όταν, μετά από μια φωτιά στο σπίτι του, ο Smith βρήκε ανάμεσα στα αποκαΐδια παλιές φωτογραφίες της συζύγου του, Mary Poole. Ο ίδιος βέβαια έχει δώσει κατά καιρούς και άλλες, αντικρουόμενες εξηγήσεις, μία εκ των οποίων λέει πως το έγραψε με αφορμή το βιβλίο “The Dark Power of Ritual Pictures” της Myra Poleo (got it?) που τον έσπρωξε να πετάξει όλες τις φωτογραφίες και τα video που διατηρούσε. Βέβαια, όπως και ο ίδιος έχει παραδεχτεί, ο Smith συχνά επινοεί ιστορίες και, στο τέλος της ημέρας, η αφετηρία δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία όταν μιλάμε για σχεδόν επτά λεπτά κιθαριστικής και συναισθηματικής τελειότητας. Το "Pictures Of You" χτίζεται αργά και υπομονετικά πάνω σε διαδοχικά ηχητικά layers μέχρι να μετατραπεί σε μία από τις πιο συγκλονιστικές κορυφώσεις ολόκληρης της δισκογραφίας τους. (ΑΑ)
19. Lullaby (Disintegration, 1989)
Η δημιουργία των Cure κουβαλάει στον πυρήνα της το αλλόκοτο και το απόκοσμο. Στην περίπτωση του πρώτου ανήκει και το “Lullaby” από τον σταθμό “Disintegration”, ένα νανούρισμα που γράφτηκε για να δώσει μορφή στους παιδικούς εφιάλτες του Robert Smith. Κοφτές κιθαριστικές συγχορδίες, ένα ρυθμικό section που δίνει πονηρά τον τόνο του εφιάλτη και ψιθυριστά φωνητικά, υφαίνουν τον ιστό του “spider-man” μιας διόλου υπερηρωικής φιγούρας που ασκεί μια ασφυκτική γοητεία. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτό το μικρό διαμάντι επιλέχθηκε ως ένα από τα πρώτα singles του άλμπουμ, προαναγγέλλοντας την επιστροφή των Cure σε έναν κόσμο όπου goth, μελαγχολία και αλλόκοτο συνυπάρχουν μοναδικά και αξεδιάλυτα. [XKM]
20. Lovesong (Disintegration, 1989)
Το “Disintegration” ήταν ένας μεγαλειώδης δίσκος σε αρκετά επίπεδα. Ένα από αυτά είναι ότι περιείχε τραγούδια με τα οποία μπορούσαν να ταυτιστούν περισσότεροι ακροατές σε σχέση με παλιότερα, λόγω του πιο «φιλικού» ήχου για το μέσο αυτί. Με μια λέξη, εμπορικά, απλώς ήθελα να το γράψω και περιφραστικά. Το “Lovesong” είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό από αυτά, με τη μπασογραμμή του να σου καρφώνεται στο μυαλό από την πρώτη ακρόαση. Ο Smith και οι υπόλοιποι παραδίδουν μαθήματα pop songwriting, δημιουργώντας ίσως το πιο δημοφιλές κομμάτι της τεράστιας καριέρας τους, ένα κομμάτι που ξέρουν ακόμα και οι πέτρες. [Π.Κ.]
21. Friday I’m In Love (Wish, 1992)
Λίγες φορές στη μουσική ιστορία οι στίχοι ενός κομματιού έχουν ταξιδέψει σε τόσα στόματα. Ακόμα λιγότερες φορές στην ιστορία των Cure η ευτυχία είναι τόσο εκκωφαντική. Ξεκινώντας με το “I don’t care if Monday’s blue”, το “Friday I’m In Love” ήρθε σε πλήρη αντίθεση τόσο με τη φιλοσοφία του “Disintegration” όσο και με το έπος των New Order, αφού εμφανίστηκε μέσα από την γλυκιά πτυχή του “Wish” ως μια δήλωση προθέσεων για την ολοκληρωτική παράδοση στην ευφορία του έρωτα, χαρίζοντας παράλληλα στους Cure μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της πορείας τους. Τόσο pop που έκανε και τον ίδιο τον Smith να απορεί όταν το έγραψε, με jangly κιθάρες και μια από τις πιο κολλητικές μελωδίες που έχουν υπάρξει, έδωσε σε κάθε ερωτευμένο πλάσμα από το 1992 κι έπειτα την αισιοδοξία πως όλα θα λυθούν αρκεί να έρθει η Παρασκευή. [XKM]
22. From The Edge Of The Deep Green Sea (Wish, 1992)
Εδώ οι Cure εξακολουθούν να μας δείχνουν αυτή την ευαίσθητη και εύθραυστη πλευρά τους που είναι οδηγός της μουσικής τους, αλλά αυτή τη φορά μας βάζουν να τη δούμε υπό το πρίσμα ενός μακρόσυρτου έπους. Τα εκπληκτικά φωνητικά του Smith είναι αψεγάδιαστα και μαζί με τον εμβατηριακό ρυθμό αφήνουν χαρακτηριστικό στίγμα, ενώ το πανέμορφο κιθαριστικό solo μετά τη μέση του κομματιού αναδεικνύει και μια συνήθως υποτιμημένη πλευρά των Cure. Όποτε κάνουν τη χάρη στο κοινό και παίζουν ζωντανά το συγκεκριμένο κομμάτι, δεν είναι τυχαίο ότι αποτελεί highlight της εμφάνισης. Ευτυχώς, υπάρχουν και ψηφιακά πειστήρια γι’ αυτό. [Π.Κ.]
23. Doing The Unstuck (Wish, 1992)
Μπορείτε να σκεφτείτε καλύτερο στίχο για να ξεκινήσει ένα κομμάτι από το “It's a perfect day for letting go, for setting fire to bridges, boats and other dreary worlds you know, and let's get happy!”; Σε έναν δίσκο γεμάτο αντιθέσεις, το "Doing The Unstuck" αποτελεί την πιο αισιόδοξη στιγμή (εντός του πλαισίου πάντα) του “Wish”, το οποίο αγκάλιασε σφιχτά το alternative rock με αποτέλεσμα, στην μέτα “Nevermind” εποχή, να εκτοξεύσει εμπορικά τους Cure ψηλότερα από ποτέ. Δικαίως, ο Robert Smith το ήθελε για τρίτο single του άλμπουμ αλλά η δισκογραφική τους είχε άλλη άποψη επιλέγοντας στη θέση του το “A Letter to Elise”. Ελαφρώς παραγνωρισμένο αλλά, σε κάθε περίπτωση, αριστουργηματικό, το “Doing The Unstuck” ξεχωρίζει ως ένα από τα καλύτερα κομμάτια της καριέρας τους και, για μένα προσωπικά, ένα από τα πιο αγαπημένα μου. (ΑΑ)
24. Burn (The Crow Soundtrack, 1994)
Ακόμα θυμάμαι το σοκ που έπαθα την πρώτη φορά που έβαλα στο CD player να παίξει το soundtrack του Κορακιού, μιας ταινίας που λόγω και του θανάτου του Brandon Lee στα γυρίσματά της είχε ήδη αποκτήσει μια μυθολογία από πριν ακόμα βγει στις αίθουσες. Τα πουλιά που ακούγονται στην εισαγωγή είναι στοιχειωτικά και σε βάζουν κατ’ ευθείαν στο «μαύρο» κλίμα του κομματιού. Ευτυχώς λοιπόν που οι Cure αποφάσισαν να γράψουν νέο κομμάτι για την ταινία όταν τους ζητήθηκε το “The Hanging Garden”, γιατί τώρα πιά εχουμε αυτό το αριστούργημα. Εκτός όλων των παραπάνω, το συγκεκριμένο είναι και η τελευταία συνεισφορά του ιστορικού drummer Boris Williams, πράγμα που δίνει στο “Burn” και ένα συναισθηματικό φορτίο. [Π.Κ.]
25. Mint Car (Wild Mood Swings, 1996)
Μπορούμε να πούμε ότι το “Friday I’m In Love” άνοιξε ένα καθαρά pop κεφάλαιο για τους Cure, από εκείνα που μουσικά και στιχουργικά αμφισβητούν τα βασικά τους μοτίβα και όλα μοιάζουν να βρίσκονται στη θέση τους. Μια τέτοια περίπτωση είναι το “Mint Car” που μέσα στην - όνομα και πράγμα - ψυχοσύνθεση του “Wild Mood Swings” έρχεται να επιβεβαιώσει ότι στην εποχή που ο εναλλακτικός ήχος ακολουθούσε άλλες διαδρομές, οι Cure είχαν συγκροτήσει ένα τεράστιο δισκογραφικό σύμπαν που χωρούσε πολλά, αλλά ήταν αυτόνομο. Απλώνοντας ονειρικές κιθαριστικές μελωδίες δίνει την αίσθηση μιας κατακτημένης και ανάλαφρης ευτυχίας, ιδανικά μέσα σε ένα αυτοκίνητο που κινείται χωρίς προορισμό γιατί αυτός δεν έχει καμία σημασία. [XKM]
26 The Last Day Of Summer (Bloodflowers, 2000)
Μπορεί οι δισκογραφικές παρουσίες των Cure να είχαν ήδη αρχίσει να μειώνονται από τη δεκαετία του ’90, όμως τα σπουδαία τραγούδια ποτέ δεν έλειψαν από αυτές. Ένα κομμάτι που είναι αφιερωμένο στην τελευταία μέρα του καλοκαιριού δεν θα μπορούσε να μην ήταν μελαγχολικό – για οποιονδήποτε φυσιολογικό άνθρωπο, θα πω σε ένα hot take της στιγμής. Τα πλήκτρα ξεχωρίζουν, τα φωνητικά ακούγονται ευαίσθητα, η μελωδία είναι ταξιδιάρικη, «δένει» με τους στίχους και φέρνει στο μυαλό ένα τέλος εποχής σαν αυτό που περιγράφει ο τίτλος. Από τις πιο δυνατές στιγμές ενός ιδιαίτερου δίσκου. [Π.Κ.]
27. alt.end (The Cure, 2004)
Αν κάτι χαρακτήριζε πάντα τους Cure, ήταν η ικανότητά τους να κρύβουν μεγάλα τραγούδια στα πιο απρόσμενα μέρη της δισκογραφίας τους. Το “alt.end” είναι μία τέτοια περίπτωση καθώς συνδυάζει την ωριμότητα του συγκροτήματος με τη γνώριμη ικανότητά του να γράφει φανταστικά ρεφρέν. Και μπορεί το ομώνυμο άλμπουμ τους να είναι το λιγότερο αγαπημένο του Smith, όμως, σε καμία περίπτωση δεν είναι η λιγότερο καλή κυκλοφορία τους (ούτε καν στις top3 αν με ρωτάτε). Άλλωστε, λίγες συνθέσεις τους καταφέρνουν να ισορροπήσουν τόσο πετυχημένα ανάμεσα στο pop και το alternative, μπολιάζοντας όλες τις ταυτότητες και εποχές του συγκροτήματος, και θυμίζοντάς μας γιατί οι Cure παρέμειναν ξεχωριστοί ακόμη και σε μια εποχή που, φαινομενικά, τους είχε ξεπεράσει. Σε κάθε περίπτωση, ούτε ο δίσκος, αλλά ούτε και το κομμάτι έχουν πάρει την αγάπη που τους αναλογεί αν και τα δύο είναι, χωρίς αμφιβολία, απολύτως αντάξια της κληρονομιάς τους. (ΑΑ)
28. The Only One (4:13 Dream, 2008)
Όταν είχε πρωτοβγεί το 13ο άλμπουμ των Cure, θυμάμαι να απογοητεύομαι, ένα συναίσθημα που καθόλου δεν αισθάνομαι, σήμερα, ακούγοντας πάλι τον δίσκο. Σε κάθε περίπτωση, η τελευταία τους δουλειά μέχρι την εντυπωσιακή επιστροφή τους το 2024, μπορεί να μην μας άφησε με το στόμα ανοιχτό αλλά αδιαμφισβήτητα εμπεριέχει κάποια σπουδαία κομμάτια. Ανάμεσα τους, το “The Only One” ξεχωρίζει ως μάλλον το καλύτερο single τους από το 1992, καθιστώντας σαφές γιατί το συγκρότημα ξεχωρίζει ως ένα από τα πιο διαχρονικά και κορυφαία rock σχήματα όλων των εποχών. Και αυτό το πετυχαίνει χωρίς φλυαρίες, υπερβολές, και υπερβάσεις, αλλά εστιάζοντας απλώς στη μοναδική ικανότητα τους να στήνουν pop κιθαριστικά διαμαντάκια με ακαταμάχητες μελωδίες και ρεφρενάρες. (ΑΑ)
29. Alone (Songs Of A Lost World, 2024)
Αυτό που έκανε την επιστροφή των Cure τόσο συγκλονιστική μετά από 16 χρόνια, δεν ήταν τόσο το γεγονός αυτό καθ’ αυτό, όσο η αδιανόητα ουσιώδης ποιότητά της. Τo “Songs Of Α Lost World” επέστρεψε στις σκοτεινές πλευρές της μπάντας, φέροντας τη ματιά των χρόνων που μεσολάβησαν. Το “Alone” είναι ο πυρήνας αυτής της δημιουργίας, αφού έρχεται σαν ένα intro σχεδόν επτάλεπτης μύησης. Mέσα σε ένα ηχοτοπίο που διεκδικεί χώρο και χρόνο ώστε να χτιστεί, τα ντραμς φέρουν όλο το βάρος της σύνθεσης, τα αιθέρια synths απλώνονται στον χώρο και οι παραμορφωμένες κιθάρες χαράζουν αδρές γραμμές που τονίζουν τα φωνητικά του Robert Smith. Αν αφεθούμε στη μοναχική και νιχιλιστική φωνή που λέει ότι γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μόνες/οι, τότε “Τhis is the end of every song, we sing, alone”. [XKM]
30. Endsong (Songs Of A Lost World, 2024
Η νεκρανάσταση των Cure πριν από δυο χρόνια μας έπιασε όλους απροετοίμαστους. Μετά από πάρα πολύ καιρό μουσικής σιωπής, μας παρέδωσαν έναν δίσκο που θα ζήλευαν ακόμα και τα παλιότερα αριστουργήματά τους. Το “Songs Of A Lost World” κλείνει με ένα δεκάλεπτο έπος ονόματι “Endsong” που είναι όνομα και πράγμα. Μια εσχατολογική ατμόσφαιρα χτίζεται επιβλητικά για τα δύο τρίτα του κομματιού με ατμομηχανή τα τύμπανα, για να έρθει η απαράμιλη και απαράλλακτη φωνή του Robert Smith στο τελευταίο τρίτο να μας γεμίσει συναίσθημα εκφέροντας τους απολογιστικούς και ρεαλιστικούς στίχους που μιλάνε για το τέλος. Ό,τι καλύτερο, δηλαδή. [Π.Κ.]
