The Parlor Mob

Dogs

Roadrunner (2011)
Από τον Χρήστο Καραδημήτρη, 21/10/2011
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;
Τα σκυλιά στον «BCG Growth-Share Matrix» έχουν μικρό μερίδιο αγοράς, ενώ παράλληλα δραστηριοποιούνται σε έναν κλάδο με χαμηλό ρυθμό ανάπτυξης και νομίζω πως κάπως έτσι πρέπει να αισθάνονται σήμερα οι The Parlor Mob. Μια σχετικά νέα και άσημη μπάντα που την ξέρουν λίγοι και παίζει καθαρόαιμο rock, το οποίο, σύμφωνα με κάποιους «ειδικούς» της μουσικής βιομηχανίας, έχει κορεστεί.

Έτσι, λοιπόν, η μπάντα από το New Jersey κυκλοφορεί το δεύτερο άλμπουμ της, "Dogs", τρία χρόνια μετά το "And You Were A Crow" κι αν τότε παρουσιάζονταν ως underground συγκρότημα, τώρα με το νέο άλμπουμ τους δικαιούνται να ονειρεύονται ότι θα κατακτήσουν τον (rock) κόσμο. Από το «νεοπαλιακό» rock που έφερνε μια ξεκάθαρη αναφορά στους Led Zeppelin, το "Dogs" έρχεται να κάνει άλματα μπροστά σε όλα τα επίπεδα και να παρουσιάσει μια σχεδόν νέα μπάντα, που μέσα στα τραγούδια της περικλείει μερικά από τα καλύτερα συστατικά της σύγχρονης rock μουσικής.

Ας ξεκινήσουμε από τις συνθέσεις. Το άλμπουμ περιλαμβάνει 12 εκπληκτικά κομμάτια, μηδενός εξαιρουμένου, που ακούγονται φρέσκα, έχοντας διατηρήσει το υπόστρωμα της μουσικής τους στα '70s και παράλληλα, ενώ θυμίζουν πολλά, στο τέλος αφήνουν την αίσθηση ότι όλα έχουν περάσει από ένα φίλτρο που τους δίνει προσωπικότητα. Οι πρώτες μπάντες που έρχονται στο μυαλό ως σημείο αναφοράς (κυρίως λόγω φωνητικών γραμμών) είναι οι Coheed And Cambria και οι Wolfmother, που επίσης αμφότερες έχουν επιτύχει κάτι αντίστοιχο στο παρελθόν. Ταυτόχρονα, έχουν καταφέρει να απομονώσουν τα εμπορικά στοιχεία που κρύβονται στη μουσική των The Mars Volta, ενώ δεν έμειναν ανεπηρέαστοι από τα όσα πρεσβεύει ο Tom Morello ως συνθέτης. Τέλος, έχουν πάρει λίγα (ευτυχώς) στοιχεία από την αισθητική των Kings Of Leon και κάτι από το groove των White Stripes, που όσο κι αν δεν αντέχω ούτε τους μεν, ούτε τους δε, πρέπει να ομολογήσω πως έχουν όμορφη συμβολή στο τελικό αποτέλεσμα. Κι όμως, στο σύνολο των τραγουδιών του "Dogs" έχουν χωρέσει αρμονικά όλα αυτά τα στοιχεία και τα έχουν κάνει κτήμα τους, ενσωματώνοντάς τα στις μια προς μια προσεγμένες συνθέσεις τους.

Περνώντας στα φωνητικά, ο Mark Melicia σε αυτό το άλμπουμ κάνει τη διαφορά τόσο με τη λεπτή-χαρακτηριστική χροιά του, αλλά κυρίως με το πάθος και τις εκπληκτικές γραμμές που κολλάνε στον εγκέφαλο και θες να ακούς ξανά και ξανά. Κάπως έτσι θα ακουγόταν η μίξη του Claudio Sanchez με τον Andrew Stockdale, αν ο αγαπημένος τους τραγουδιστής ήταν ο Robert Plant (που μάλλον είναι) και προσέθεταν έναν Cedric Bixler-Zavala που δεν είχε πάρει ποτέ ναρκωτικά (τουλάχιστον όχι τόσα). Ακούστε μόνο την ερμηνεία του στο refrain του "I Want To See You", που είναι μεγαλειώδες και χαρακτηριστικό της νέας γενιάς του rock, ή την '70s προσέγγισή του στο ακουστικό "Slip Through My Hands" και θα αντιληφθείτε ότι δεν είναι άλλη μια φωνή της σειράς.

Η παραγωγή είναι ιδανική, ισορροπώντας μεταξύ παλιού και σύγχρονου ήχου, με τάση προς το δεύτερο, καθώς οι κιθάρες έχουν μια παραμόρφωση που ευνοεί τα -κατά βάση- πεντατονικά riff τους, ενώ στα solo λειτουργούν αφαιρετικά, τοποθετώντας μετρημένα μόνο εκεί που χρειάζεται, αλλά σωστά δουλεμένα, χωρίς να πρέπει να παραληφθεί η σημαντικότητα των μπασογραμμών που ακούγονται όπως πρέπει. Παρατηρήστε πώς έχουν πάει ένα βήμα παραπέρα τον ήχο των White Stripes στο "Fall Back", πόσο πειστικά προσεγγίζουν τους Audioslave στο "Take What's Mine" ή πώς παραπέμπουν στη neo-prog γενιά μέσω του "Cross Our Heart" και πόσο ομοιόμορφα ακούγονται εν τέλει όλα αυτά.

Μεταξύ ισάξιων κομματιών, το "Into The Sun" δικαίως επιλέχτηκε ως πρώτο single και video, καθώς είναι ο ορισμός ενός rock τραγουδιού που θα έπρεπε να γίνει επιτυχία σήμερα, ενώ πιθανότατα το "American Dream" θα το ακολουθήσει, όντας εξίσου up tempo και δυναμικό. Ή μήπως οι Red Hot Chili Peppers έχουν πολλά καλύτερα τραγούδια στο νέο τους άλμπουμ από το "Hard Enough" και δε θα ήθελαν να το έχουν για potential hit;

Παράλληλα, στις μεγάλες στιγμές του άλμπουμ συγκαταλέγονται το πιο χαλαρό "Practice In Patience", με τη μελωδία και την ερμηνεία να παίρνουν ξανά το παιχνίδι πάνω τους, το αργό "Holding On", όπου τα βιολιά και η καταπληκτική ενορχήστρωση το απογειώνουν, καθώς και το κλείσιμο του άλμπουμ με το "The Beginning", που ξεκινάει με μια καθηλωτική φωνητική γραμμή, για να καταλήξει σε ένα καταιγιστικό riff, βγαλμένο από άλλες εποχές.

Το "Dogs" έρχεται να ταράξει τα νερά της rock κοινότητας ή τουλάχιστον θα έπρεπε να το κάνει, γιατί είναι φτιαγμένο από τα υλικά που φωνάζουν «επιτυχία». Θυμηθείτε το όταν θα κεφαλαιοποιούν την υπερ-αξία του στο επόμενο άλμπουμ τους και ρίξτε ξανά μια ματιά στον πίνακα που αναφέρθηκε στην αρχή. Το δικό μου ποντάρισμα είναι ότι σύντομα στην περίπτωση των Parlor Mob το "Dogs" θα τους ανάγει σε "Stars".
  • SHARE
  • TWEET