The Wran

The Stone Man

Deise Records (2026)
Από τον Βλάση Λέττα, 15/10/2026
Τα παιδιά από την αρχαιότερη πόλη του νησιού που μεγάλωσαν με Pogues και Lankum
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Η δική μου Ιρλανδική μουσική έχει δύο βασικούς πυλώνες, δύο σημεία αναφοράς απ’ τα οποία ξετυλίγονται όλοι οι ήχοι, οι εικόνες και τα ριζώματα που πιάνουν μέσα βαθιά στήνοντας άφθαρτα συναισθήματα και μια ξέγιομη λαχτάρα για τους ρυθμούς και τον παγωμένο αγέρα του νησιού. Από τη μία είναι οι The Pogues και η κληρονομιά της κέλτικης punk που έχει απλωθεί σ’ όλες τις άκρες του πλανήτη κι από την άλλη η πολιτισμική επανάσταση που σήκωσαν οι Lankum, επαναπροσδιορίζοντας την έννοια της παράδοσης και τα ίδια της τα όρια. Οι The Wran είναι τέσσερα αδέρφια από τα Όρη Κόμεραγκ της Ιρλανδικής κομητείας του Γουότερφορντ που ανοίγουν τη μουσική τους πορεία ξεκινώντας ακριβώς από αυτά τα δύο παράλληλα κέντρα, τους The Pogues και τους Lankum.

To “The Stone Man” είναι το πρώτο τους ολοκληρωμένο άλμπουμ και αποτελείται από μια πρωτότυπη σύνθεση, καθώς και επτά ιρλανδικά κομμάτια, που στα χέρια των The Wran αποκτούν νέο ήχο. Γενικά αν κάτι χαρακτηρίζει τις μελωδίες που έχει φτιάξει το νησί είναι το πόσο γεμάτες πάθος, ένταση και συγκινητικό εκτόπισμα, στέκουν. Αυτό όμως που έρχεται σήμερα να διαφοροποιήσει την προσέγγιση στην Ιρλανδική folk είναι η διάθεση που βγαίνει από νέους μουσικούς να τη δουν ως ζωντανό κομμάτι της εξέλιξης του πολιτισμού και των ήχων που παράγει. Δεν την αντιμετωπίζουν μουσιακά, σαν έκθεμα που απαγορεύεται να αγγίζεται ώστε να παραμείνει αναλλοίωτο, πειραματίζονται πάνω της με διαφορετικούς τρόπους, δένοντάς τη με σύγχρονα ακούσματα ή ακόμα και εξετάζοντας πιθανές στρεβλώσεις των επιμέρους στοιχείων της. Η μορφή που έχουν δώσει οι The Wran στο εναρκτήριο “Sullivan’s John”, είναι πολύ διαφορετική από τον τρόπο που το είχε γράψει ο Pecker Dunne, ή το παρουσίασαν οι The Dubliners. Μια σύγχρονη, ατμοσφαιρική, ηλεκτρική πλευρά συνυπάρχει με το μπάντζο μέχρι που το τραγούδι (μια χαρακτηριστική σκιαγράφηση της δύσκολης ζωής του Ιρλανδού νομά) αποκτά το δικό του ξέσπασμα στο τέλος, τόσο βαρύ ώστε να νιώθεις το φορτίο στην πλάτη του ταξιδιώτη.

As you roam the road with a mighty load
And a toolbox on your back

Η μοναδική σύνθεση που έχουν γράψει οι ίδιοι είναι το “Dunford’s March”. Κινείται γύρω από μια κεντρική μελωδία αλλά παρουσιάζει πολύ προσεγμένη ανάπτυξη με λεπτομέρειες που ανοίγουν συνεχώς τον ήχο και το χώρο της. Παίρνοντας αυτό ως δείγμα θα πω ότι φαίνεται πολύ ενδιαφέρουσα η προοπτική να δούμε ακόμα περισσότερες πρωτότυπες δημιουργίες τους στο μέλλον να φυτεύονται ανάμεσα στην παράδοση και τις μελωδίες του τόπου τους.

«Επιλέξαμε διάφορα παραδοσιακά τραγούδια, αλλά συνειδητοποιήσαμε ότι απολαμβάνουμε πραγματικά να παίζουμε εκείνα στα οποία αφιερώνουμε χρόνο να τα προσαρμόσουμε και να τους δώσουμε το δικό μας ύφος»
–Tommy

Πολύ φυσικά, οι διαφορετικές πηγές έμπνευσης από τις οποίες αντλούν στοιχεία οι The Wran, έχουν ως αποτέλεσμα πολυεπίπεδες ενορχηστρώσεις με ξεχωριστές οπτικές μέσα σε κάθε αυτόνομο πλαίσιο. Punk, παράδοση, drone, post μεχρι και τα όρια της ψυχεδέλειας επιστρατεύονται για να σχηματιστεί κάτι προσωπικό. Η χρήση δεκαπέντε διαφορετικών οργάνων, από ηλεκτρικά όπως bass VI μέχρι άρπα στόματος και μαντολίνο, συμβάλλουν σε αυτή τη διαμόρφωση, επιτρέποντας σε κομμάτια όπως το “The Limerick Rake” να κρατάνε ζωντανό μέρος της ωμότητας, που παρουσίασε και ο Shane MacGowan, αφήνοντας όμως ταυτόχρονα ένα σύγχρονο βαρύ σκοτάδι να απλώνεται σε κάθε του γωνιά. Ο τρόπος με τον οποίο χτίζεται πάνω στις αντιθέσεις η ροή του, τελικά στρώνει το έδαφος για ένα από τα πιο παντοδύναμα σημεία της φετινής folk σοδειάς… To the Lord for the soul of their father… και τρέχει ποτάμια ο ιδρώτας.

Θα ήταν εντελώς παράλογο να μη σταθεί κάποιο που θέλει να μιλήσει για το “The Stone Man”, στο “Aird Uí Chuain”. Μια πολύ συγκινητική παρουσίαση ενός sean-nós παραδοσιακού τραγουδιού για τη ξενιτιά και τον πόνο που νιώθει όποιο αφήνει το σπίτι του. Ο τρόπος που μεταφέρουν οι The Wran τη μελαγχολία και τη θλίψη του μετανάστη είναι πραγματικά ξεχωριστός δείχνοντας το εύρος της δυναμικής τους και την ικανότητά που έχουν να ερμηνεύουν έντονα συναισθήματα. Αξίζει νομίζω στο μέλλον να δώσουν πιο πολύ χώρο σε αυτή τους την πλευρά γιατί έχει σημαντικό βάθος και ισχυρό άγγιγμα.

«Όλοι έχουν ακούσει τραγούδια για το Δουβλίνο, το Γκάλγουεϊ ή το Κορκ. Κανείς όμως δεν ακούει τόσες πολλές ιστορίες για το Γουότερφορντ»
–Danny

Παρακολουθώντας τα video που έχουν κυκλοφορήσει μέχρι στιγμής, ένα βασικό στοιχείο που τα χαρακτηρίζει είναι ο έντονος DIY χαρακτήρας τους, που μάλιστα στηρίζεται σε ένα ιδιαίτερο δέσιμο της μπάντας με την τοπική κοινωνία και την οικογένεια. Έτσι το πολύ ατμοσφαιρικό “Some Say The Devil Is Dead” έχει γυριστεί στην αγροικία του θείου τους, ενώ το ζευγάρι “The Waterford Boys” και “All Kilbrien Are On A Spree” - που κλείνει το δίσκο - φτιάχτηκαν ενιαία σε μια πορεία συγγενών και φίλων προς το βράχο που απεικονίζεται στο εξώφυλλο και δίνει το όνομά του. Μάλιστα έχω την αίσθηση ότι είναι σχεδόν αδύνατο να ερμηνεύσει κάποιο ολοκληρωμένα τον χαρακτήρα αυτής της μπάντας χωρίς να δει το συγκεκριμένο υλικό. Δεν περιγράφει τίποτα, δεν έχει καμία σκηνοθεσία ή πλοκή, αλλά καταφέρνει να πει πάρα πολλά για το ποιοι είναι οι The Wran. Οι δε ζωντανές εμφανίσεις τους ολοκληρώνουν την πλήρη εικόνα.

Αν τώρα κάτι σηκώνει βελτίωση ώστε να τους ανεβάσει επίπεδο στο μέλλον, είναι να πειραματιστούν περισσότερο με τις δομές των κομματιών που πιάνουν. Η αλήθεια είναι ότι στο “The Stone Man” αφήνουν λίγο την αίσθηση επαναλαμβανόμενου μοτίβου, κάτι που δεν είναι παράλογο με δεδομένο ότι μιλάμε για ντεμπούτο, αλλά όταν φτάσουν στο σημείο να το αποδομήσουν και αυτό, έχουν όλες τις προοπτικές να φτιάξουν τρομερά πράγματα. Προς το παρόν απολαμβάνουμε το πρώτο τους δημιούργημα και ταξιδεύουμε μαζί τους σε βροχερά τοπία με βουνά δίπλα στην αρχαιότερη πόλη του νησιού.

Drinking and dancing and all other joys
For ructions, destructions, diversions, and divilment
Who's to compare with The Waterford Boys?

  • SHARE
  • TWEET