Fontaines D.C.
Dopamine Chamber
Συγκλονιστική, δυστοπική ντοπαμίνη
“My childhood was small, but I'm gonna be big”, τραγουδούσε ο Grian Chatten στο εναρκτήριο κομμάτι του "Dogrel" το 2019. Επτά χρόνια και πέντε άλμπουμ αργότερα, η προφητεία έχει εκπληρωθεί. Οι Fontaines D.C. έγιναν πράγματι μεγάλοι, πιθανότατα η σημαντικότερη μπάντα της γενιάς τους, μπήκαν στο arena era τους και η αναμονή του νέου δίσκου τους γίνεται παγκόσμια υπόθεση. Στο μεταξύ, όλα έχουν αλλάξει και, αν την περιγραφή αναλάμβανε ο Roy Batty του Blade Runner, θα μιλούσε για “πράγματα που εμείς οι άνθρωποι δεν θα πιστεύαμε”. Η αναφορά στη δυστοπία δεν είναι τυχαία, αφού μέσα από ένα δικό της πρίσμα γεννιέται το “Dopamine Chamber”. Κοινωνική κατάρρευση, δυστυχία, αλλοίωση της ζωής και του εαυτού μέσα από το ψηφιακό, εν τέλει μια πραγματικότητα που η επόμενη είδηση καταστροφής απέχει μισό scroll από ένα αστείο reel.
Μετά τον χαμό του "Romance" με την indie ή και pop μετατόπισή του αλλά και τη σίγουρα πιο αισιόδοξη φύση του, η αγαπημένη πεντάδα των Ιρλανδών θα μπορούσε να επαναπαυτεί. Ευτυχώς, όμως, για εμάς, η πολυσχιδής δημιουργικότητά τους εξακολουθεί να αντιστέκεται στην επανάληψη. Το “Dopamine Chamber” είναι το ανεστραμμένο είδωλο του προκατόχου του και τους βρίσκει να απομακρύνονται ακόμη περισσότερο από το post-punk και το κιθαριστικό στοιχείο. Μπαίνουν σε έναν κόσμο ηλεκτρονικών παραμορφώσεων και darkwave υφών, σκοτεινού ρομαντισμού, synth και dream pop μελωδιών. Ψήγματα της καταιγίδας μπορεί να είχαν φανεί στο παρελθόν (“Sundowner”, “Τhe Lotts”), αλλά εδώ μιλάμε για έναν κεραυνό. Το υπνωτιστικό, το αλλόκοτο και το αγχώδες έχουν φύγει πλέον από το παρασκήνιο.
Με τον James Ford ξανά στην παραγωγή, τα synths και το μπάσο διεκδικούν την ηγεμονία, τα ηλεκτρονικά ντραμς και τα φωνητικά βουτηγμένα σε εφέ δημιουργούν νέες υφές, ενώ οι κιθάρες άλλοτε εξαφανίζονται και άλλοτε ορθώνουν καταιγιστικό wall of sound. H παραγωγή είναι γυαλισμένη όπου χρειάζεται, όπως στην αφοπλιστικά ερωτική μπαλάντα με την Rosalía, αλλά δεν φοβάται να γίνει πυκνή και να ποντάρει στον θόρυβο. Η μεταμόρφωση έχει και οπτική διάσταση: internet nostalgia, τα χρώματα του “Romance” σε dark και goth παραισθήσεις, όπως και μια υπερκορεσμένη neon παλέτα, κάπου ανάμεσα στο Euphoria και το Blade Runner 2049.
Aν μείνουμε όμως στην αλλαγή ως σοκ, χάνουμε την πραγματική ουσία. Οι Fontaines D.C. διαθέτουν τέτοια μαεστρία που με αδιανόητη άνεση κατακτούν νέα μουσικά εδάφη. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια σειρά πειραματισμών, αλλά με έναν ολοκληρωμένο κόσμο, όπου οι επιρροές από τους New Order, τους Cure, έως τον John Maus και όχι μόνο, λειτουργούν ως εργαλεία μιας δικής τους έκφρασης. Έτσι, η συνθετική ψυχρότητα και το ανθρώπινο συνυπάρχουν δίνοντας στον δίσκο την ιδιαίτερη ψυχή του.
Η εκδίκηση των synths - με τους Carlos O’Connell και Conor Curley να ξεφεύγουν από τον κιθαριστικό ρόλο - ξεκινά από το εναρκτήριο Six Shot Morning. Ο επίμονος ηλεκτρονικός παλμός, ο σχεδόν μηχανικός ρυθμός των ντραμς του Tom Coll και η αλλοιωμένη φωνή του Chatten στήνουν απ’ τα πρώτα λεπτά ένα ψυχρό σκηνικό, με τους Depeche Mode της εποχής του “Violator” να ηχούν κάπου στο βάθος. Ο στίχος “melancholy hearts in a motion film”, η πρώτη σύνδεση με την κινηματογραφική ατμόσφαιρα του άλμπουμ, κλείνει το μάτι. Κάπου εκεί εμφανίζεται το “Marianne” - γοητευτική στιγμή, βγαλμένη από κάποιο ομιχλώδες και ονειρικό σύμπαν. Το μπάσο του Conor Deegan κατακλύζει τα πάντα με το βάρος του, χτίζοντας μια μεγαλοπρεπή στιγμή μαζί με τη δραματική ενορχήστρωση των εγχόρδων. Ο Chatten τραγουδά μαγνητικά το “follow my lead, i can help you disappear” και η πρώτη κορύφωση του θαλάμου ντοπαμίνης βρίσκεται εδώ. Κι όμως! Θα είχε μείνει εκτός δίσκου αν δεν επέμενε ο Trevor Dietz, μάνατζερ, υπέροχος τύπος και αγαπημένος άνθρωπος της μπάντας, που έφυγε πρόωρα από τη ζωή τον Ιούνιο.
Στο “Mimesis” η φωτεινή pop του “Bizarre Love Triangle” βρίσκει την εθιστική εκδοχή της στο 2026, την ώρα που ακούγεται “Well, everybody’s depressed, We’re running on a wheel”. Διαπραγματευόμαστε την απελπισία και την αδιαφορία με δόσεις ηχητικής ντοπαμίνης, σε μια αντίφαση που συνοψίζει σχεδόν ολόκληρο το κόνσεπτ του άλμπουμ. Η στιχουργική είναι επίσης μετατοπισμένη, από το storytelling προς την αφαίρεση, με αφηγήσεις να δίνουν θέση σε σπαράγματα. Tα 80s vibes, περασμένα μέσα από σύγχρονα φίλτρα συνεχίζονται στις πιο Cure στιγμές του δίσκου, το goth “You Miss Me” και το γλυκόπικρο “Happy For You”, που αφήνει τις κιθάρες να χτίσουν σταδιακά την ένταση μέχρι την έκρηξη. “Ι swear”.
Αν κάτι ξεχωρίζει ακόμη περισσότερο σε αυτόν τον πέμπτο δίσκο, είναι ο Chatten, κουβαλώντας το υπαρξιακό βάρος των millennials. Το εύρος των γραμμών της φωνής του καθορίζει τις μεταπτώσεις ύφους από το πρώτο στο δεύτερο μέρος του άλμπουμ. Στο “Demolition” σχεδόν φτύνει τις λέξεις πάνω σε μια θορυβώδη συνάντηση από παραμορφωμένες κιθάρες με shoegaze επιρροές. Αντίθετα, στο “Tongue”, η φωνή του μοιάζει εγκλωβισμένη ενώ βουτάμε σε πιο σκοτεινά νερά. Η trip-hop ατμόσφαιρα συνομιλεί με το industrial ύφος του θαλάμου. Η σύνθεση είναι απολαυστική, δεν είμαι σίγουρη αν ισχύει όμως το ίδιο για όλες τις φωνητικές επιλογές. Το πέρασμα της φωνής του Chatten μέσα από το sampler μπορούσε να δώσει σίγουρα άλλες λύσεις. Ξαναλάμπει στο “One Man”, μια ορχηστρική μπαλάντα (από τις ομορφότερες της δισκογραφίας τους) με την ακουστική κιθάρα στο επίκεντρο.
Στην hyped-af (όχι άδικα) συνεργασία του άλμπουμ, “Where Is Gone?”, η Rosalía αποδεικνύεται μια απροσδόκητα ιδανική συνοδοιπόρος. Γλυκιά μπαλάντα, που της προσδίδει κάτι από την ευθραυστότητα της Hope Sandoval και τη στοιχειωμένη αίσθηση των φωνητικών της Chelsea Wolfe στο “Flatlands”. Ο έρωτας προσεγγίζεται χωρίς βεβαιότητες. Το τέλος μπορεί να μην είναι ο αρνητικός μονόδρομος που πιστεύουμε.
Η φαινομενική μουσική αισιοδοξία σπάει ξανά στο “Japan”, με λίγη προσοχή στον στίχο - πόσες φορές έχει χρειαστεί να αφήσεις το σώμα σου για να υπάρξεις σε μια σχέση που δεν σε βλέπουν; Στοίχημα ότι αυτή η συνειδητοποίηση θα οδηγήσει σε πολλά singalongs και δάκρυα. Όταν φτάνουμε στο “Intimate” αυτά έχουν ήδη στεγνώσει. Ο χορευτικός ρυθμός, η αίσθηση ενός θολού μουσικού τοπίου και η σκοτεινή ερμηνεία του Chatten στήνουν ένα ειρωνικό πάρτι προς τους humans of late capitalism.
Το “Dopamine Chamber” ακούγεται έτσι γιατί κατοικεί σε έναν κόσμο που έχει χάσει τις συνδέσεις του: με τον άλλο, τον εαυτό, τις γεωγραφίες - γι’ αυτό απουσιάζει ο τόπος, το Δουβλίνο, η ιρλανδική ταυτότητα του εξαιρετικού “Skinty Fia”. Αυτή δεν είναι αδυναμία, αλλά η διαφορετική θέση ενός δίσκου που ακούγεται όπως ακριβώς ο καιρός του. Φύσει απαισιόδοξος, πασχίζει να μην τον καταπιεί το σκοτάδι, αναζητώντας διέξοδο μέσα από κάθε αντίφαση - από την απόλαυση που γίνεται καταναγκασμός, την πραγματικότητα της οθόνης, την επαφή που είναι αβάσταχτα δύσκολη, αλλά αφήνει μικρές ακτίνες φωτός.
Οι Fontaines D.C. μας χαρίζουν ένα βαθιά ειλικρινές και συναρπαστικό άλμπουμ, το πιο συνεκτικό τους. Και είναι τόσο τετραπέρατο όσο οι ίδιοι, κάνοντάς μας πραγματικά να απορούμε: Υπάρχει ταβάνι για το σύμπαν τους;
