Man/Woman/Chainsaw

Cannonball

Fiction Records (2026)
Μια βόμβα από τη σκηνή του Windmill, με ένα ωστικό κύμα που θα μείνει
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Είναι πρωί, όλα φαντάζουν όμορφα και ψάχνεις κάτι νέο να ακούσεις. Οι Man/Woman/Chainsaw έχουν μόλις κυκλοφορήσει το ντεμπούτο τους, "Cannonball" και το όνομα της μπάντας σποιλάρει το τέλος της slasher ταινίας που ακόμα δεν έχεις δει. Το εξώφυλλο του LP, σε άλλο concept, παραπέμπει στην εφηβεία, με όλο το δράμα και την ευτυχία της: ένα ακατάστατο δωμάτιο, στο κέντρο το κρεβάτι και μια θολή φιγούρα που χοροπηδάει πάνω του. Η προσοχή σου έχει ήδη μαγνητιστεί. Προχωράς στην ακρόαση και μια βόμβα από το Λονδίνο σκάει σε ένα διαμέρισμα της Αθήνας.

Το σεξτέτο που ξεκίνησε ως σχολική παρέα σχηματίστηκε το 2019. Με μια σειρά από singles και EPs κατάφερε να σκαρφαλώσει στις λίστες νέων καλλιτεχνών που αξίζει να προσέξεις, συνδέθηκε με τη σκηνή του Windmill και δεν έλειψαν οι συσχετισμοί με τους Black Country, New Road και black midi. Γνήσια τέκνα της Gen Z, αντιμετωπίστηκαν άλλοτε με ενθουσιασμό και άλλοτε με καχυποψία, καθώς έμοιαζε να μην έχουν ακόμη ξεκάθαρο μουσικό κέντρο, παρ’ όλα αυτά φτάσαμε εδώ. Οι Man/Woman/Chainsaw διαμόρφωσαν μια δική τους ηχητική ταυτότητα, κάπως τιθάσευσαν το χάος τους, βρίσκοντας μια ιδιόμορφη ισορροπία ανάμεσα στον ανήσυχο κόσμο του post-punk τους (πχ Back/Burden) και τη μελαγχολική έκφραση της pop και εισέβαλαν στις μουσικές επιλογές του 2026.

Ο κόσμος αυτού του ντεμπούτου αποκαλύπτεται από την πρώτη στιγμή, με τον κεραυνό που σκάει στο snare της Lola Cherry για να δώσει τον τόνο του "Only Girl". Ο  indie, art rock καταιγισμός που ακολουθεί είναι απολαυστικός. Οι κιθάρες των Billy Ward και Billy Doyle μπλέκουν παραμορφωμένες συγχορδίες, το βιολί της Clio Starwood μοιάζει να αιωρείται πάνω από τον θόρυβο, ενώ το πιάνο της Emmie-Mae Avery κινείται παιχνιδιάρικα δίπλα στα φωνητικά. Οι διαφορετικές κατευθύνσεις κάθε μέλους, όπως και οι μη συμβατικές διαδρομές, θα μείνουν στον πυρήνα αυτού του δίσκου μέχρι το τέλος, αλλά - υπόσχεση - τίποτα δεν θα ακούγεται ασύνδετο ή επιτηδευμένα περίεργο, όπως το "Meagan" από το ep "Easy Peasy". Την μάχη του ύφους από εκείνη την περίοδο, κέρδισε το συγκινητικό και ανατρεπτικό "Ode To Clio". Ο ήχος, επίσης, από τότε έχει καθαρίσει και η παραγωγή έχει την φροντίδα που της αρμόζει.

Η συνθετότητα των ενορχηστρώσεων συνοδεύει κάθε κομμάτι, με στιγμές όπως το "Canyons", μια μπαλάντα που κρύβει μικρούς συναισθηματικούς σεισμούς, να ξεχωρίζουν. Στο "Nosedive", ωστόσο, βρίσκεται το κύριο διαμάντι του δίσκου. Μια synthάτη λούπα, ο motorik ρυθμός των ντραμς και η μπασογραμμή της Vera Leppänen που δίνει όλο τον όγκο, χτίζουν σταδιακά μια επανάληψη που υπνωτίζει. Οι κιθάρες και το βιολί προσθέτουν διαρκώς νέες υφές, μέχρι που η σύνθεση εκρήγνυται σε μια ευφορική συνάντηση φωνών και οργάνων. Εδώ, κάτι από το "Ants From Up There" των προαναφερθέντων Black Country, New Road συναντά το "This Is Happening" των LCD Soundsystem. Βουτώντας βαθύτερα, ξεκλειδώνει μια ακόμη ομορφιά του δίσκου: κάθε σύνθεση εξελίσσεται διττά, ως μάχη ή υποχώρηση και συνομιλία μεταξύ κάθε μουσικού μέρους - είπαμε για έλεγχο του χάους εξάλλου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εναλλαγή των φωνητικών ανάμεσα στους Ward, Avery και Leppänen. Οι δύο τελευταίες κινούνται από την εύθραυστη, σχεδόν ψιθυριστή εξομολόγηση στην οργισμένη φεμ διεκδίκηση, δημιουργώντας μια γλυκιά αντίθεση με τη βραχνή, θεατρική ερμηνεία του Ward. Ωστόσο, τα "Goddamn, Lizard Man!" και "Flick of the Wrist" αποτελούν δύο από τις αμφιλεγόμενες, αν όχι λιγότερο πειστικές στιγμές του άλμπουμ. Παρότι πατούν σε μια ενδιαφέρουσα, γκοθίζουσα πλευρά της μαγνητικής φωνής του, η αισθητική του προβληματισμένου λευκού άντρα που αφηγείται τα σκοτάδια του παραπέμπει τόσο έντονα στον Nick Cave και τον Leonard Cohen, ώστε η προσωπικότητα της μπάντας να χάνεται. Το "Get Up and Dance", αντίθετα, αποδεικνύει πόσο συναρπαστική μπορεί να γίνει αυτή η θεατρικότητα όταν παίζει με τους όρους των Man/Woman/Chainsaw, ακόμα κι αν ανά στιγμές δημιουργείται μια σύνδεση με τις The Last Dinner Party. Ένα σχεδόν κινηματογραφικό άνοιγμα απελευθερώνει έναν παράξενο, σκοτεινό χορό, όπου τα έγχορδα, η φωνή της Avery και τα προσεκτικά κατανεμημένα ντραμς κλιμακώνουν τον συναισθηματισμό μέχρι το ορχηστρικό ξέσπασμα.

Πέρα από τον μουσικό πειραματισμό, η στιχουργική δεν διστάζει να βουτήξει βαθιά στο εύρος του ανθρώπινου συναισθήματος ως προς τον έρωτα. Το "Cannonball" ηχεί σαν μια διαδρομή από τις παιδικά ρομαντικές αιώνιες υποσχέσεις προς όλα εκείνα τα what ifs της ενηλικίωσης - από την πληγωμένη αποδοχή του "The Thing", με τα riffs που ξερνούν grunge και τις τρεις φωνές να συγκρούονται και να συμφιλιώνονται, μέχρι τα γεμάτα γυναικεία οργή φωνητικά και αρπίσματα του "Still Angry". Ακούμε σε επανάληψη "Yeah I never changed, I’m still fucking angry" και κλειδώνει εσωτερικά εκείνη η άρνηση υποχώρησης που κουβαλάει όλο το δίκιο.

Στο κλείσιμο, trip-hop αποχρώσεις, ένα μπάσο που γκρουβάρει υπόγεια και φωνητικά που μπλέκονται τόσο μελωδικά με τις νότες του βιολιού, χαμηλώνουν τους παλμούς, διατηρούν όμως και με το παραπάνω τον συναισθηματισμό που κατακλύζει το άλμπουμ. Το "Something Else to Give" είναι εκείνη η μουσική αγκαλιά για τις στιγμές που καταφέρνεις να σταθείς στα πόδια σου και να βάλεις τα όριά σου.

Συνοψίζοντας με την διόλου βάσιμη θεωρία μου, οι Breeders με το δικό τους "Cannonball" δημιούργησαν έναν κανόνα που θέλει κάθε επόμενο να ταράζει τα νερά. Oι Μan/Woman/Chainsaw την επιβεβαιώνουν, αφού μιλάμε για το ντεμπούτο μιας μπάντας που έχει ταλέντο, ενώ παράλληλα δουλεύει πάνω στις αδυναμίες για να μετασχηματίσει τις αντιφάσεις της σε μουσική. Όλα αυτά, χωρίς να θυσιάσει τον αυθορμητισμό της και δίνοντας χώρο για εξέλιξη. Το ωστικό κύμα αυτής της βόμβας θα μείνει, αφού οι Man/Woman/Chainsaw έχουν πολλά ακόμη να πουν.

Bandcamp

  • SHARE
  • TWEET