Kim Gordon

Play Me

Matador Records (2026)
Aν ζούμε σε ένα διαρκές συστημικό glitch, η Kim Gordon βρήκε τον ήχο του
Πώς βαθμολογείτε το δίσκο;

Στον «Αποικιοκράτη Χίπστερ» του Gregory Pierrot, αφορμή για ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια σε σχέση με όσα ενυπάρχουν στο by the way της μουσικής, γίνεται το διάσημο beef της Kim Gordon με τον ράπερ LL Cool J. Ηχητικό αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι, ειδικά το “Kool Thing” των Sonic Youth, αλλά και συνολικότερα οι πορείες δύο ειδών που σε πολλά σημεία συναντήθηκαν, αλλά παρέμειναν διαφορετικοί κόσμοι.

Από τότε, πολύ νερό έχει κυλήσει στο δημιουργικό αυλάκι (τουλάχιστον για την Kim Gordon) και η ιέρεια - αν αυτός ο τίτλος ανήκει σε μια ιερή τριάδα, σίγουρα αυτή περιλαμβάνει τις Kims (Gordon, Deal) και την PJ Harvey - δίνει ακόμη καύσιμο με τρόπο που ανατρέπει βεβαιότητες. Αυτό δεν είναι κάτι καινούριο για εκείνη που συνδέθηκε με το περίφημο “Girls invented punk rock, not England” - το έκανε με τους Sonic Youth, το επανέλαβε, χωρίς να επαναπαύεται σε δάφνες, με τη σόλο καριέρα της όλα αυτά τα χρόνια - ας θυμηθούμε εδώ την αντιφατική, θορυβώδη ομορφιά του “The Collective”.

H στροφή που δημιουργεί το νοητό νήμα με όλα τα παραπάνω, κυκλοφόρησε μόλις. Mε περίσσεια ειρωνεία την ονόμασε “Play Me” – κοιτώντας στραβά προς τις πλατφόρμες και τις generic λίστες τους. Στα 72 της χρόνια, η Kim Gordon δείχνει με τσαγανό -αλλά και με μια ορμή που σε σημεία φαίνεται να την παρασύρει- ότι δεν αναπαράγει μια μουσική μανιέρα. Αντίθετα έχει στραφεί μουσικά στην ένωση ετεροτήτων, κουβαλώντας μια άποψη της οποίας δεν έχουν λειανθεί οι γωνίες.

Το “Play Me” είναι το παιδί τoυ noise rock με το hip-hop. Ο ήχος του είναι πυκνός σε υφές, με δόσεις industrial (“ΒyeBye25!”), trip-hop samples (όπως στο ομώνυμο) και krautrock λούπες στις συνθέσεις, φεύγοντας χιλιόμετρα μακριά από τη μελωδικότητα, αν εξαιρέσουμε λίγες shoegaze στιγμές με παράδειγμα το “Not Today”, ένα από τα πιο δυνατά σημεία του δίσκου. Δίνει μια δική της - απόλυτα χρήσιμη – προσέγγιση στο soundtrack των καιρών μας, ενώ εμφατικά συνηγορεί σε αυτό και ο στίχος. Έχοντας δυστοπικό avant-garde χαρακτήρα, ήχο που θα μπορούσε να συνοδεύει ένα διαρκές συστημικό glitch, αγγίζει το art-punk και σαφέστατα θα σηκώσει αντιδράσεις.

Αν το “AI might be the season’s flu”, αν ο κόσμος φλέγεται και αποφασίζουν για αυτόν φασίζοντες προνομιούχοι που ποινικοποιούν τη χρήση λέξεων όσο και ζωών, αν η φάση «humans of late capitalism» γίνεται από meme πραγματικότητα πιο πολύ από ποτέ, τότε αυτό είναι το έναυσμα της Kim Gordon για να γράψει. Η οργή διαπερνά το άλμπουμ, δίνοντας σημεία ταύτισης, όσο και άλλα που δεν λειτουργούν – ακόμη και στα αυτιά μιας αιώνια πιστής, όπως η γράφουσα – με ενδεικτικό για το τελευταίο τα “Black Out” και “Nail Biter”.

Σε 29 λεπτά που εξυπηρετούν την αυθόρμητη ταυτότητα του αποτελέσματος, αλλά είναι και ένα take στον χρόνο και την προσοχή μας – ποιότητες διαρκώς μειούμενες - η Gordon και ο Justin Raisen (μουσικός και παραγωγός με τον οποίο συνεργάζονται τα τελευταία χρόνια) χτίζουν πάνω στις μουσικές καταβολές τους ένα ανήσυχο κολλάζ. Σε έναν weird δίσκο, με το αλλόκοτο να έχει θετικό και άλλοτε αρνητικό πρόσημο, οι στιγμές που ξεχωρίζουν είναι εκείνες που εκείνη μένει κυρίαρχη στη δημιουργία. H Kim λάμπει ανάμεσα στα νέον φώτα και την παραμορφωμένη lo-fi αισθητική που θα μπορούσε να είναι η οπτική ταυτότητα του “Play Me”, όταν βάζει στο δικό της τερέν το spoken και τον ελλειπτικό στίχο, όταν πατάει στο rap με την alt αυθάδειά της και αυτό είναι που δουλεύει στο “Subcon”, το “Square Jaw”, όπως και την κορύφωση του κλεισίματος.

Αν κάτι μου θύμισε, ειδικά σε στιγμές όπως το “Girl With A Look”, είναι μια περιγραφή για τις «αιώνια μπουχτισμένες και εξοργισμένες, που πάντα επιστρέφουμε». Στον βραχνό της τόνο, στον κουρασμένο στίχο και στις συνειδητοποιήσεις του, στον επαναληπτικότητα του ηχητικού μοτίβου, κρύβεται ακριβώς αυτό. Η ανάγκη τέτοιες δημιουργοί να επιστρέφουν και να μοιράζονται την ενέργειά τους, ακόμη κι αν το αποτέλεσμα δεν ανήκει στο οικείο.

  • SHARE
  • TWEET