From now on we are enemies, you and I...

Η κληρονομιά μια λίμνης που ξεπέρασε την ιστορία της

Από τον Βλάση Λέττα, 01/07/2026 @ 15:19

Εξήντα έξι χρόνια πριν, τον Ιούνιο του 1960, ένα έγκλημα που έμεινε για πάντα ανεξιχνίαστο σημάδεψε τη λίμνη λίγο έξω απ' το Ελσίνκι. Τρεις έφηβοι κατασκηνωτές δολοφονήθηκαν στη σκηνή τους κι ένας ακόμα τραυματίστηκε σοβαρά, σε μια υπόθεση που ενέπνευσε ιστορίες τρόμου, σενάρια, μουσική και κινηματογράφο. Fast forward στο 1996, τριάντα χρόνια πίσω μας, όπου μια μπάντα από την περιοχή αλλάζει το όνομα της, για τυπικούς λόγους βασικά - ώστε να υπογράψει συμβόλαιο με τη Spinefarm, και από Inearthed περνάει σε κάτι πιο χαρακτηριστικό κι απ' το φριχτό legacy του Espoo. Στο δέκατο τρίτο And I'm Writing With Broken Pens θα θυμηθούμε την πορεία των Children Of Bodom, που έπαιξαν αδιαμφισβήτητα σπουδαίο ρόλο στη διαμόρφωση των γούστων μιας γενιάς μεταλάδων στα 90s.

Ας το πιάσουμε απ' την αρχή όμως. Το 1993 ο δεκατετράχρονος τότε Alexi Laiho και ο συνομήλικός του Jaska Raatikainen, αποφασίζουν να στήσουν την μπάντα. Η προσθήκη του Samuli Miettinen (μπάσο και στίχοι) ολοκλήρωσε το αρχικό lineup. Το πρώτο τους demo, "Implosion Of Heaven", κυκλοφόρησε το ‘94 και εκτός από τον εντελώς ακατέργαστο ήχο και τα πολύ brutal φωνητικά, κεντρίζουν το ενδιαφέρον οι κιθάρες που κινούνται από punk, thrash και death έως κλασικές heavy metal επιρροές. Δε δείχνει σε καμία περίπτωση τις προοπτικές που είχε το βασικό δίδυμο, αλλά εντυπωσιάζει σε ένα βαθμό το πώς ακούγονται μια χούφτα δεκαπεντάχρονοι με όρεξη, δεξιότητες και πάθος για σκληρή μουσική.

Το δεύτερο demo ήρθε με μικροαλλαγές στο lineup, αφού ο Miettinen υποχρεώθηκε για οικογενειακούς λόγους να αφήσει την μπάντα, και μια σχετική στροφή στο ύφος. Ακούμε περισσότερα στοιχεία που δείχνουν τους Children Of Bodom, ειδικά στις κιθάρες και τα φωνητικά, υπάρχουν blast beats, χαρακτηριστικά γρυλίσματα του Laiho, πολλά πλήκτρα, ανατολίτικα μέρη και κλίμακες, ακόμα και καθαρά φωνητικά. Εξακολουθεί όμως ποιοτικά να μην έχει γίνει κάποιο άλμα που να προϊδεάζει για το τί θα ακολουθήσει.

Chlidren Of Bodom

Το τρίτο demo, "Shining", φέρνει στην μπάντα τους Alexander Kuoppala (ρυθμική κιθάρα), Henkka Seppälä (μπάσο) και τον Jani Pirisjoki (πλήκτρα). Πλέον, σιγά σιγά, εμφανίζονται τα στοιχεία που ξεχωρίζουν και είναι πιο κοντά σε αυτά που καθιέρωσαν τους Bodom με τα πρώτα άλμπουμ. Έμφαση στα lead και τα solo, melodeath νοοτροπία που όμως πλησιάζει περισσότερο από τη μία στο power metal και από την άλλη στο black, γυναικεία φωνητικά που τονίζουν το μελωδικό χαρακτήρα και πλήκτρα που συνοδεύουν ή ανταγωνίζονται τις κιθάρες σε κάθε ευκαιρία. Το demo χάνει στον τομέα παραγωγή σίγουρα, αλλά αφήνει υποσχέσεις για το άμεσο μέλλον και κάποια μουσικά θέματα που ακούσαμε διάσπαρτα στην πορεία της δισκογραφίας τους.

«Ήμασταν νέοι, άπειροι και υπερβολικά ενθουσιασμένοι με τα πάντα. Ακόμα και από τεχνικής άποψης, ηχογραφούσαμε αναλογικά, σε μαγνητική ταινία, κάτι που είναι εντελώς διαφορετικό από ό,τι γίνεται σήμερα»

Janne Wirman

Ταυτόχρονα το 1996 ο Alexi Laiho συμμετέχει στο πειραματικό, fusion, funk extreme metal σχήμα T.O.L.K παίζοντας κάποια ακραία κουλά πράγματα που ρίχνουν σαγόνια στα πατώματα και δείχνουν ότι αυτός ο πιτσιρικάς είναι ένα μοναδικό ταλέντο.

Κάπου εκεί, και μετά από πολλές χυλοπίτες από διάφορες εταιρείες, έρχεται τελικά το πρώτο σοβαρό συμβόλαιο με τη Spinefarm και, μαζί με την είσοδο του Janne Wirman (πλήκτρα), η αλλαγή του ονόματος στο εμβληματικό Children Of Bodom. Το "Something Wild" έφερε έναν χαμό στο metal των 90s. Κατάφερε να ενώσει το κλασικό metal με το ακραίο και να λειτουργήσει ως gateway για ένα μεγάλο μέρος μεταλάδων προς πιο επιθετικά ακούσματα. Ήμασταν πολλοί οι powerάδες τότε που εντυπωσιαστήκαμε και, μέσω της παρέας του Alexi Laiho, εξοικειωθήκαμε με τα extreme φωνητικά, τα blast beats και τον λιγότερο συμβατικό ήχο. Ακόμα και στα πιο μελωδικά κομμάτια τους, όπως το "Deadnight Warrior" και το "Lake Bodom" υποβόσκει μια συνεχή απειλή επιθετικής έκρηξης που δε μας άφηνε σε ησυχία. Τα πιο hardcore punk riff από την άλλη άνοιγαν δρόμους προς το επόμενο βήμα του σύγχρονου metal. Τί εννοείς που τα βρήκα τα πάνκικα σημεία, ξανά άκου σε παρακαλώ το "The Nail".

«Ήμουν φανατικός οπαδός του black και του death, μου άρεσε μόνο το εντελώς επιθετικό metal, αλλά σήμερα προτιμώ περισσότερο το παλιό heavy, όπως Manowar, Judas Priest και παρόμοια συγκροτήματα. Ταυτόχρονα βέβαια ακούω και πάρα πολλή κλασική μουσική»

Alexi Laiho

Το δεύτερο άλμπουμ έρχεται το 1999 και πετυχαίνει να κάνει σοβαρό ντόρο στο metal, ειδικά στην από δω, Ευρωπαϊκή πλευρά του. Το "Hatebreeder" είναι γεμάτο κομματάρες με το "Downfall" να παραμένει ένα από τα πιο πετυχημένα κομμάτια της μπάντας, σε όλη την πορεία της. Προσωπικά το τοποθετώ στην κορυφή της δισκογραφίας των Bodom και δε νομίζω ότι μπορώ να του βρω, ακόμα και σήμερα, το παραμικρό ψεγάδι. Η εμβληματική εισαγωγή του "Warheart" (Amadeus, 1984) με έχει στοιχειώσει και δε νομίζω ότι έχω συναντήσει καλύτερο intro από τότε, ενώ το βασικό θέμα του "Bed Of Razors" - που σίγουρα παίρνει συγκρίσεις με το "Alison Hell" - έχει αποτυπωθεί για πάντα στον εγκέφαλο.

Η πρώτη, και αδιαμφισβήτητα κορυφαία, περίοδος των Children Of Bodom σφραγίζεται με ένα τρομερό, σχεδόν απείραχτο, live άλμπουμ ηχογραφημένο στην Ιαπωνία. Το "Tokyo Warhearts" στέκει ανάμεσα στα καλύτερα ζωντανά metal άλμπουμ των 90s, μεταφέροντας αυτούσια όλη την ενέργεια και την αδιανόητη τεχνική των Φινλανδών πρωτοπόρων, με έναν ήχο για σεμινάριο.

Chlidren Of Bodom

Η επόμενη φάση της πορείας των Children Of Bodom περιλαμβάνει δύο επίσης πάρα πολύ καλά άλμπουμ: "Follow The Reaper" και "Hate Crew Deathroll". Τα χαρακτηριστικά τους σε αυτά δεν έχουν διαφοροποιηθεί πολύ από τα πρώτα αλλά, ειδικά στο "Hate Crew Deathroll" ο ήχος είναι πιο γεμάτος και σύγχρονος, ακουμπώντας περισσότερο σε αμερικάνικες φόρμες κοντά ακόμα και στο melodic metalcore. Οι δύο αυτοί δίσκοι είναι γεμάτοι super hits που γέμιζαν τα setlist των Bodom για όλα τα επόμενα χρόνια. "Everytime I Die", "Follow The Reaper", "Hate Me", "Needled 24/7", "Sixpounder", "Angels Don't Kill" και "Hate Crew Deathroll" είναι μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα. Δέχομαι λοιπόν, χωρίς σημαντικές διαμαρτυρίες, την συνηθισμένη άποψη ότι εδώ οι CoB ήταν στα καλύτερά τους. Κι ας μην τη συμμερίζομαι πλήρως.

Το μεγάλο εμπορικό, και εξελικτικό ταυτόχρονα, βήμα πάντως για την μπάντα ήρθε με το "Are You Dead Yet?". Ο ήχος τους έγινε ακόμα πιο μοντέρνος, οι κιθάρες άμεσες και με όγκο, τα single φώναζαν βόρειο αμερικάνικο προσανατολισμό και η επιτυχία ήταν απόλυτη. Το ομώνυμο κομμάτι το άκουσαν κι οι πέτρες που ζούσαν κάτω από άλλες πέτρες, κι αν κάποιο δεν ήξερε ιστορία πολύ εύκολα θα τους τοποθετούσε δίπλα στους Trivium και τους Bullet For My Valentine του τότε κόσμου.

«Νομίζω ότι είναι σίγουρα πολύ βαρύ και πραγματικά επιθετικό. Εξακολουθεί να είναι Children Of Bodom, αλλά με κάποιον τρόπο καταφέραμε να του δώσουμε έναν διαφορετικό ήχο»

Alexi Laiho, για το "Are You Dead Yet?"

Παρόλα αυτά οι ρίζες κι η ταυτότητα της μπάντας δεν είχαν εξαφανιστεί, συζούσαν στο διαμέρισμα ως στενοί φίλοι και συνεργάτες με τη νέα πραγματικότητα. Η φυγή του Kuoppala δεν ξέρω αν έπαιξε τον οποιοδήποτε ρόλο στη μεγάλη εικόνα αφού, μη γελιόμαστε, όλα ήταν στα χέρια του Alexi και μόνο. Ο δίσκος πάντως ήταν καλός, απλά όχι τόσο μοναδικός, ούτε τόσο σταθερός σε επίπεδο όσο οι προηγούμενοι τέσσερις. Προφανώς τα καλύτερα κομμάτια του είναι κομματάρες, δεν το συζητάμε, αλλά για κάθε ομώνυμο και "In Your Face" υπάρχει ένα "Punch Me I Bleed" να κόβει από τη δυναμική και να κάνει το άλμπουμ αρκετά άνισο.

Μετά το "Are You Dead Yet?" ξεκινά η ξεκάθαρα χειρότερη περίοδος της μπάντας. Τουλάχιστον συνθετικά. Στο "Blooddrunk" προσπάθησαν να γίνουν πιο σκληροί, επιθετικοί και λιγότερο μελωδικοί βγαίνοντας τελικά έξω από τα καλά τους σημεία. Τους δίνω ότι προσπάθησαν να μη μείνουν στάσιμοι στον ήχο που τους καθιέρωσε, σε αντίθεση με τη συνηθισμένη κριτική που τους γίνεται ότι παίζανε όλο τα ίδια πράγματα - μεταξύ μας δεν ξέρω πόσο πραγματικά εξοικειωμένα είναι με τη δισκογραφία τους όλα αυτά που τους το προσάπτουν, αλλά η αλήθεια είναι ότι το έκτο τους άλμπουμ χάνει σε όρους έμπνευσης και καλών συνθέσεων.

Στο "Relentless Reckless Forever" που ακολούθησε, επιχείρησαν μια ένωση του ήχου του "Blooddrunk" και των πιο τυπικών, παραδοσιακών τους χαρακτηριστικών. Προσωπικά θα πω ότι το αποτέλεσμα δεν δικαίωσε τίποτα και κανέναν, αφού ήταν χωρίς αμφιβολίες το χειρότερο άλμπουμ που φτιάξανε ποτέ! Δεν το ευχαριστήθηκα καθόλου και δεν το βάζω να παίξει για κανένα λόγο. Αν έρθει όποιο να μου πει ότι δεν κράτησε ούτε ένα κομμάτι από κει μέσα, θα απαντήσω ότι μιλάει λογικά. Όσο κι αν στο τσακίρ κέφι ένα "Shovel Knockout" θα το αντέξω.

Chlidren Of Bodom

Σε αυτό το πλαίσιο, το "Halo Of Blood" έμοιαζε με μια τελευταία ευκαιρία των Children Of Bodom να μη χαθούν στον βούρκο της μετριότητας. Οι ελπίδες ήταν πολύ λίγες και αυτό ίσως έπαιξε έναν ρόλο στο ότι τελικά το άλμπουμ έφερε περισσότερα χαμόγελα από αυτά που περιμέναμε. Σίγουρα καλύτερο από τα δύο προηγούμενα, ειδικά στο πρώτο μισό του έχει κάποια πολύ καλά κομμάτια. Πέτυχε καμιά ολική επαναφορά στα πραγματικά σπουδαία τους επίπεδα; Σιγά, χαλάρωσε, είπαμε. Είναι καλύτερο απ' ότι περιμέναμε. Ως εκεί. Κάπως έτσι είναι και οι δύο επόμενοι δίσκοι με το "I Worship Chaos" να έχει να καταθέσει ένα "Morrigan" και το ομώνυμο ενώ το τελευταίο τους άλμπουμ, "Hexed", διαθέτει σαφώς περισσότερα ενδιαφέροντα τραγούδια. Ήταν το κλείσιμο που τους άξιζε; Σίγουρα όχι, αλλά μπορούσαν και χειρότερα.

Το τέλος των Bodom ήρθε ουσιαστικά με τη φυγή των Henkka, Janne και Daniel Freyberg (που είχε αναλάβει τις ρυθμικές από το 2016), το Δεκέμβρη του 2019. Ο Laiho προσπάθησε να συνεχίσει με τους Bodom After Midnight, αλλά οι κακές συνήθειες, η κακή μοίρα και τέλος πάντων η αναπόφευκτη θνητότητα, τον πήρε από τις ζωές μας. Το γιατί και το πώς πέθανε ο Alexi Laiho δεν είναι κάτι που θα κρατήσουμε, έχουμε όμως τη μουσική των Bodom που μας μεγάλωσε και μας διαμόρφωσε σε πολύ μεγάλο βαθμό και θα συνεχίσουμε να την απολαμβάνουμε. Ειδικά τις καλύτερες εποχές της. Το αν θα επέστρεφαν ή όχι σε κάποια φάση είναι αδύνατο να απαντηθεί με βεβαιότητα, αν και δεν μπορώ να πιστέψω ότι δε θα τα βρίσκανε κάπως κάπου κάποτε, το αν όντως τελικά γύρισαν, αλλά χωρίς τον εμβληματικό τους frontman, θα το αφήσω τελείως ασχολίαστο.

Death be not proud
Though some have called thee mighty and dreadful
Art not so

  • SHARE
  • TWEET